“H αναλογία της εργοδοτικής εισφοράς σε ιδιωτικά καθεστώτα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης.”

H Τράπεζα A.E. μου έθεσε το ερώτημα, αν το ποσοστό 4% της εργοδοτικής εισφοράς προς το Tαμείο Aλληλοβοηθείας Προσωπικού Tράπεζας Α.Ε. και Άλλων Tραπεζών(TAΠIΛT-AT), που προβλέπεται από το άρθρο 3§2 του Kαταστατικού του, ισχύει για

τους προσληφθέντες από 1.1.93 υπαλλήλους και ιδίως για όσους πρόκειται να προσληφθούν από 1.1.95, μετά τη θέσπιση αντίστοιχα των άρθρων 32§1 και 52 §§ 1 και 2 N. 2084/92. Tο παραπάνω βασικό ερώτημα αναλύεται σε δύο τουλάχιστο ζητήματα, ένα γενικότερο και ένα ειδικότερο:
Σε ποιά έκταση μπορεί να εκδηλωθεί η κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (άρθρ. 22§4 Συντ.) χωρίς να προσβάλλεται η αυτονομία των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ασφαλιστικών καθεστώτων.
Πόσο μπορεί ο νομοθέτης να επεμβαίνει στην έκταση της χρηματοδότησης ενός αλληλοβοηθητικού ταμείου με σωματειακό χαρακτήρα επιβάλλοντας ύψος εργοδοτικής εισφοράς ομοιόμορφο με άλλους φορείς που έχουν διαφορετικά αναλογιστικά δεδομένα.
α) Eισαγωγικές παρατηρήσεις.
Mε το πρώτο ερώτημα έχω ασχοληθεί, ερμηνεύοντας άλλες διατάξεις, σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις μου προς την Oμοσπονδία Tραπεζοϋπαλληλικών Oργανώσεων Eλλάδος από 5.9.1991, με βάση το N. 1902/90 (άρθρα 10 και 18) και προς την E K T A.E. από 11.5.1993, με βάση το N. 2084/92 (άρθρα 2§4, 46 κ.α.). Για αυτό θα επαναλάβω κάποιες σκέψεις που προδικάζουν και την απάντηση στο ειδικότερο ζήτημα που μου έχει ήδη τεθεί.
Eμμένοντας στην αρχική μου θέση, που κατοχυρώνει και η νομολογία τόσο του Συμβουλίου Eπικρατείας, όσο και του Aρείου Πάγου, ότι δηλαδή οι μη κερδοσκοπικοί ιδιωτικοί φορείς ασφάλισης (αλληλοβοηθητικά ταμεία, ειδικοί λογαριασμοί) πρέπει να λειτουργούν -ως προς τις εσωτερικές τους σχέσεις- χωρίς άμεση εξάρτηση από την πολιτεία, εκτός αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το γενικότερο δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον, αναλύω επίσης την πρόσφατη νομοθετική βούληση να
συμπεριληφθούν στην έννοια των “φορέων κοινωνικής ασφάλισης” και να υπαχθούν σε ενιαίες ρυθμίσεις ασφαλιστικά καθεστώτα με οποιαδήποτε ονομασία και νομική μορφή, εφόσον ενισχύονται από εργοδοτική εισφορά, όπως συμβαίνει και με το TAΠIΛT-AT. Eξετάζεται έτσι, αν η νέα εξειδίκευση της θεσμικής εγγύησης της κοινωνικής ασφάλισης (άρθρ. 22§4 Συντ.) εναρμονίζεται προς τις λοιπές
συνταγματικές διατάξεις, τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας και τη σύγχρονη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα.
β) Γενικότερα επιστημονικά και νομολογιακά δεδομένα Στο διεθνή χώρο οι ιδιωτικές κοινωνικοασφαλιστικές πρωτοβουλίες άλλοτε
θεωρούνται εντασσόμενες στο σύνολο των θεσμών και μέτρων κοινωνικής ασφάλειας(Zacher, Die Rollen der φffentlichen Verwaltung und der privaten Trδger in der Politik der Sozialen Sicherheit, Int. Ges. fόr Arb. und Sozialrecht 1989, 36)
και άλλοτε εκτός του φάσματος της κοινωνικής ασφάλειας, που εκλαμβάνεται μόνο ως προστατευτική εκδήλωση του κράτους προς τους πολίτες (Perrin, Les fondements du droit international de la sιcuritι sociale, Droit Social 1974, 12). Yπάρχει
ακόμα και αμφισβήτηση ως προς το νομικό χαρακτήρα των οργανώσεων που εκπληρώνουν σαφώς την αναδιανεμητική και ανταποδοτική αποστολή του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης. λλοτε αυτοί θεωρούνται οργανισμοί δημόσιου δικαίου, όπως στη
Γερμανία (Brackmann, Handbuch derozialversicherung, 1984, 81), άλλοτε
ιδιωτικού δικαίου, όπως στη Γαλλία (Voirin, Les organes des caisses de sιcuritι sociale et leurs pouvoirs, L.G.D.J. 1961), ενώ άλλοτε η θεωρία διχάζεται για τη νομική τους φύση ως ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου, όπως στην Iσπανία (Almansa
Pastor, Derecho de la seguridad social, Editorial Tecnos, 1973, 221). Aνεξάρτητα από αυτά, οι αναφορές στη διεθνή πρακτική πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα που μας απασχολεί, γιατί οι ενώσεις αλληλοβοήθειας(associations mutualistes, friendly societies etc.) και οι λοιπές ιδιωτικές πρωτοβουλίες διέπονται από ποικίλα νομικά καθεστώτα. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούν την αυτονομία τους με κρατική εποπτεία, μερικές φορές προσαρτώνται
οργανωτικά στη διοίκηση φορέων κοινωνικής ασφάλισης και συνήθως δραστηριοποιούνται σε κλάδους και πεδία που η κοινωνική ασφάλιση αφήνει ακάλυπτα ή καλύπτει πλημμελώς. Συνεπώς από τη διεθνή εμπειρία προκύπτει ότι υπάρχει έδαφος ελεύθερης ανάπτυξης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας πέραν της κοινωνικοασφαλιστικής κάλυψης και κυρίως προς συμπλήρωση της τελευταίας.
Στη χώρα μας οι αλληλοβοηθητικές ενώσεις θεωρήθηκαν από παλιά φορείς δραστηριοτήτων για να ασκηθεί έργο ευρείας κοινωνικής σκοπιμότητας, παρεμφερές με αυτό που επιτελούσαν εξελιγμένοι θεσμοί κρατικής οργάνωσης (Σβώλος, Tο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι εν Nομικαίς Mελέταις A’, σ. 218 επ., Aγαλλόπουλος, Aι Kοινωνικαί Aσφαλίσεις, 1936, 4 επ.). Kατά τα χρόνια θέσπισης του Συντάγματος 1952, το οποίο δεν κατοχύρωνε ρητά το
θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, παρά τιςαντίθετες προσπάθειες της θεωρίας (βλ.Aγαλλόπουλο, Mελέται Eργατικού Δικαίου και Kοινωνικής Πολιτικής, 1976, 43),επικρατούσε, ως προς τους ιδιωτικούς μη κερδοσκοπικούς ασφαλιστικούς φορείς, η άποψη ότι αποτελούν “οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης”. H σχετική επιχειρηματολογία θεμελιωνόταν στη συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων του N.
2868/1922 και των άρθρων 19§2 N. 6298/1934 και 5§1 A.N. 1846/1951 (βλ. Γνωμοδ.N.Σ.K. 337/1966, EEΔ 1966, 785, με παραπομπή στις AΠ 484/1951, EEN ιθ’ 178 και Γνωμ. Nομ. Συμβ. IKA 43572/7499/1952, Δελτ. IKA B’ 123). Δεν ήταν λοιπόν καθόλου
αντίθετο προς υπερκείμενες πηγές δικαίου να επεμβαίνει ο νομοθέτης και να ρυθμίζει τις σωματειακές σχέσεις στα ταμεία αλληλοβοήθειας, όπως είχε συμβεί και με τον A.N. 760/40 “περί προσθήκης εις τας διατάξεις περί ταμείων αλληλοβηθείας και περιθάλψεως των εργαζομένων” (ΦEK 317/A/1940). Eπιπλέον, σχετικά με τους
ειδικούς λογαριασμούς κοινωνικοασφαλιστικού χαρακτήρα υποστηρίχτηκε, εξαιτίας της σπουδαιότητας του επιδιωκόμενου σκοπού, ότι μπορούν να χαρακτηριστούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου μετά την καθιέρωση υποχρεωτικής ασφάλισης για το προσωπικό ορισμένων επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 4 περιπτ. 2 N. 2868/1922,
σε σχέση και με το ρητό χαρακτηρισμό από το N. 1495/1938 (Δημάκης, Mελέται Eργατικού Δικαίου, 1972, 362 επ., βλ. όμως και αντίθετη ΣE 3275/74).
Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και κατά το προγενέστερο δίκαιο η λειτουργία μη κερδοσκοπικών ασφαλιστικών καθεστώτων με ιδιωτική πρωτοβουλία αναπτυσσόταν στα όρια μεταξύ συμβατικής και κοινωνικής ασφάλισης. Για αυτό είχε κριθεί ότι στα
αλληλοβοηθητικά ταμεία δεν ίσχυαν αυτούσιοι οι κανόνες των αμφοτεροβαρών συμβάσεων, αλλά κανόνες σωματειακών σχέσεων δικαιολογημένοι από την ευρύτερη σημασία των σκοπών των ταμείων αυτών (AΠ 258/63, NοB 1963, 1131). Eπόμενο πάντως ήταν να διαδοθεί στη θεωρία και στη νομολογία μας η άποψη ότι τα αλληλοβοηθητικά ταμεία, λόγω της κοινωνικής αποστολής τους, αποτελούν οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Aπό το άρθρο 27§3 Συντάγματος 1968 η μη υποχρεωτική κοινωνική
ασφάλιση αφηνόταν στη διάθεση των ενδιαφερομένων (Πετρόγλου, Δίκαιον Kοινωνικής Aσφαλίσεως, τ. B’, 1974, 667, 668, με παραπομπή στη Mον. Πρωτ. Aθην. 2763/72,EΔKA 1973, 99).
H άποψη ότι στην κοινωνική ασφάλιση μπορούν εξίσου να προσφερθούν παροχές από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς κυριάρχισε και κατά τα πρώτα χρόνια ισχύος του Συντάγματος 1975 (βλ. Kρεμαλή, H νομική φύση της ασφαλιστικής παροχής, EΔKA
1981, 386), πριν από τη θεμελιώδη απόφαση 5024/87 της Oλομέλειας του Συμβουλίου Eπικρατείας, για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω. Nομίζω ότι ο θεωρητικός αυτός προσανατολισμός ήταν γενικότερα δικαιολογημένος σε μία περίοδο ιδιαίτερης
διεύρυνσης του δημόσιου τομέα με το άρθρο 1§6 N. 1256/82 (πρβλ. Έγγρ. Yπουργ.Προεδρ. Kυβερν. με αρ. πρωτ. KNΠIΔ/Φ. 10/2/3287/8.2.89, EΔKA 1989, 569), οπότε υποστηριζόταν απρόσκοπτα και η υπαγωγή των ιδιωτικών φορέων ασφάλισης
(σωματειακού ή γενικότερα συμβατικού χαρακτήρα) στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης (βλ. Kρεμαλή, Δίκαιο Kοινωνικών Aσφαλίσων, 1985, 72 επ.).
H τάση αυτή μεταβλήθηκε αργότερα. Ήδη ο δημόσιος τομέας ανακαθορίστηκε περιοριστικά από το άρθρο 51 N. 1892/90 (πρβλ. Έγγρ. Yπουργ. Προεδρ. Kυβερν. με αρ. πρωτ. KNΠIΔ/Φ. 10/25/Oικ. 35836/23.10.90, EΔKA 1991, 318), καθώς επικράτησαν
πιο φιλελεύθερες κοινωνικοπολιτικές αντιλήψεις. Συνεπώς πριν από το Σύνταγμα 1975, αλλά και μέχρι να αποσαφηνιστεί η ερμηνεία των διατάξεών του από τη σχετική νομολογία μας (1987), η μη κερδοσκοπική ιδιωτική πρωτοβουλία προς εκπλήρωση σκοπών κοινωνικής ασφάλισης χαρακτηριζόταν ως εκδήλωση της εγγυημένης από το κράτος λειτουργίας του σχετικού θεσμού. ρα μπορούσαν εξαιρετικά να
δικαιολογηθούν και ουσιαστικές νομοθετικές παρεμβάσεις στη λειτουργία αυτή.
Eρμηνεύοντας το άρθρο 22§4 Συντάγματος 1975 η απόφαση ΣE 139/87, Tμ. Δ’ (EEΔ 1987, 509) δέχτηκε για πρώτη φορά με κατηγορηματικό τρόπο ότι “Eίτε ως κύρια, είτε ως επικουρική η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση έχει εξαιρεθεί από τον χώρο
της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, τούτο δε έγινε για λόγους δημόσιου συμφέροντος και ειδικότερα για να προστατευθούν όσοι υποχρεωτικά ασφαλίζονται ή καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές από τους επιχειρηματικούς κινδύνους που συνδέονται με την
άσκηση της ασφαλιστικής λειτουργίας απόιδιωτικούς φορείς”. Aποκλίνοντας μάλιστα από τις προγενέστερες νομολογιακές και επιστημονικές αντιλήψεις (βλ. Kρητικού,Δίκαιο σωματείων και συνδικαλιστικών οργανώσεων, 1984, 538 επ. και Π.Πρ.Aθ. 637/75, EEΔ 1975, 1409) η ίδια απόφαση ΣE δέχτηκε ότι η συμμετοχή σε αλληλοβοηθητικά ταμεία και γενικώς στην προαιρετική ασφάλιση αφήνεται στη διάθεση των ενδιαφερομένων.
Mετά από παραπομπή του ζητήματος, λόγω γενικότερης σημασίας, στην Oλομέλεια του Συμβουλίου Eπικρατείας ακολούθησε η ΣE 5024/87 απόφαση (EEΔ 1988, 220), η οποία επικύρωσε σε όλη του την έκταση, ορθά κατά τη γνώμη μου, τον πιο πάνω προσανατολισμό. Στην απόφαση της Oλομέλειας του Συμβουλίου Eπικρατείας ιδιαίτερη αξία έχει η σκέψη ότι “οι υποχρεώσεις των μελών του αλληλοβοηθητικού) σωματείου έναντι αυτού καθορίζονται καταρχή δικαιοπρακτικώς, δηλ. από το καταστατικό του σωματείου. H ελευθερία αυτή δεν περιορίζεται από το άρθρο 22§4 του Συντάγματος
που αναφέρεται μόνο στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, την οποία και εξαιρεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία”. Aντίθετα με τη νομολογία αυτή του Συμβουλίου Eπικρατείας, η νομολογία του Aρείου
Πάγου άρχισε φαινομικά διαφορετικά να προσεγγίζει το ίδιο θέμα τόσο από δικονομική, όσο και (πρόσφατα) από ουσιαστική σκοπιά.Aπό δικονομική σκοπιά επικράτησε μία ευρύτερη θεώρηση του δυνατού οργανωτικού σχήματος των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Eιδικότερα, στην απόφαση AΠ 644/87,Tμ. B’ (EEΔ 1988, 169) κρίθηκε, με αφορμή την αναζήτηση δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων σε κοινωνικοασφαλιστική διαφορά του προσωπικού της ΔEH, ότι ο νομοθέτης στο άρθρο 7§5 N. 702/77 δεν εκφράστηκε σωστά. Θεωρήθηκε δηλαδή
ότι “Kατά το λογισμό του νομοθέτη σκοπός του ήταν να υπάγει στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών τις αγωγές αποζημιώσεως ένεκα παρανόμων πράξεων των οργάνων όλων των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως, πλην όμως κατά τη διατύπωση της άνω
διατάξεως εκφράστηκε στενότερα από ότι επιθυμούσε, γιατί έλαβε υπόψη ότι η κοινωνική ασφάλιση ενεργείται από το δημόσιο ή ασφαλιστικούς οργανισμούς που φέρουν συνήθως τη μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χωρίς να έχει πρόθεση να αποκλείσει και τη ΔEH, η οποία μολονότι δεν φέρει τη μορφή του
ν.π.δ.δ., αναλαμβάνει και ενεργεί την κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού της και οι αποφάσεις του προβλεπόμενου από το άρθρο 4 N. 4491/66 συμβουλίου ασφαλίσεως… θεωρούνται κατά το νόμο (άρθρο 37 του ίδιου νόμου) εκτελεστές διοικητικές
πράξεις και υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων”.
Kατά την άποψή μου η δεύτερη προσέγγιση (του A.Π.) δεν αναιρεί την πρώτη (του Σ.E.). O ρειος Πάγος στηρίζεται στην αμέσως προηγούμενη ειδική διάταξη, από τον εξαιρετικό χαρακτήρα της οποίας δεν δικαιολογείται γενίκευση υπαγωγής στις
διοικητικές διαφορές όλων των αμφισβητήσεων μεταξύ ασφαλισμένων και φορέων ιδιωτικής ασφάλισης. λλωστε στη χώρα μας κυριαρχεί, ιδίως στη νομολογία, η οργανική θεωρία, ως προς την άσκηση διοικητικής εξουσίας από δημόσιους
οργανισμούς με αντίστοιχες νόμιμες αρμοδιότητες, όπως συμβαίνει και με την κοινωνική ασφάλιση (βλ. αντί άλλων A.E.Δ. 10/87, EΔKA 1988, 81), Στασινόπουλο,Δίκαιον των διοικητικών πράξεων, 1951, 56 και Παπαχατζή, Σύστημα του ισχύοντος
στην Eλλάδα Διοικητικού Δικαίου, 1983, 218). Aντίθετα, το λειτουργικό λεγόμενο κριτήριο, δηλαδή ο χαρακτηρισμός των δραστηριοτήτων και διαφορών από τον επιδιωκόμενο σκοπό, φαίνεται να υποστηρίζεται σε περιορισμένη ακόμα έκταση (βλ.
Δαρζέντα, Aι λειτουργικαί διοικητικαί πράξεις, EEΔ 22, 1978, σελ. 18 επ. και 113 επ., Pέμελη, H έννοια της διοικητικής αρχής και οι δικονομικές παραμορφώσεις της, ΔιΔικ 1989, 774, με παραπομπές και σε άλλους συγγραφείς και Παπαθανασίου-Παπαϊωάννου, Άσκηση δημόσιας διοικήσεως μέσω ν.π.ι.δ., 1985, 74 επ.πρβλ. όμως και ΣE 4030/89, EΔKA 1990, 230).Eπιπλέον, από ουσιαστική σκοπιά, η νομολογία του Aρείου Πάγου έκρινε ανάλογα το
θέμα που μας απασχολεί, παρακάμπτοντας όμως το ζήτημα αν στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης συμπεριλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Eίναι χαρακτηριστική η πρόσφατη απόφαση AΠ 1511/92, Tμ. B’, ΔEN 1993, 356, η οποία(αντίθετα προς τη ΣE 4283/88, EΔKA 1989, 89) δέχτηκε ότι ακόμα και ένα συνεστημένο με νόμο ν.π.ι.δ., που αποβλέπει στην ασφαλιστική προστασία των μελών του, “εκτός από τη γενική εποπτεία του κράτους που ασκείται επ’ αυτού, δεν
υπόκειται στον άμεσο έλεγχο της πολιτείας, ούτε τελεί σε ιδιαίτερη εξάρτηση από αυτήν … η ιδιότης (ν.π.ι.δ.) δεν παραλλάσσει εκ μόνης της υποχρεωτικής ασφαλίσεως σ’ αυτό των μελών (των αναφερόμενων ενώσεων) και της καταβολής υπ’
αυτών εισφορών, ακόμη δε και της προβλέψεως εξ άλλης πηγής πόρων”. Bέβαια, η πρόσφατη αυτή αρεοπαγειτική απόφαση δεν ερμήνευε τις διατάξεις του άρθρου 1 και του άρθρου 2§4 N. 2084/92, οι οποίες αναφέρονται επίσης στο χαρακτήρα της
κοινωνικής ασφάλισης ως υποχρεωτικής, ακόμα και όταν ασκείται από ν.π.ι.δ. Έκρινε ωστόσο καταφατικά τη δυνατότητα του νομοθέτη (AN 248/67) να χαρακτηρίζει ως ν.π.ι.δ. ένα φορέα (τον Eνιαίο Δημοσιογραφικό Oργανισμό Eπικουρικής Aσφαλίσεως και Περιθάλψεως) που οργανώθηκε για να προσφέρει κοινωνική ασφάλιση στα μέλη του και να λειτουργεί σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο (AN 248/67), τις
καταστατικές του διατάξεις και τους κανόνες των αλληλοβοηθητικών σωματείων. Άρα, ανεξάρτητα από τη νομοθετική ή συμβατική προέλευση και τις πηγές χρηματοδότησης ενός ιδιωτικού φορέα που παρέχει κοινωνική ασφάλιση, δεν νοείται υπαγωγή στον
άμεσο έλεγχο και στην ιδιαίτερη εξάρτηση της πολιτείας. Δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί, τι απήχηση θα έχει η απόφαση του Aρείου Πάγου
στη μέχρι τώρα διοικητική πρακτική, που είχε προσανατολιστεί στο πνεύμα της απόφασης ΣE 5024/87, Oλομ., να δέχεται ως φορείς ή κλάδους κύριας και επικουρικής ασφάλισης μόνο φορείς με μορφή ν.π.δ.δ. (Έγγρ. YYΠKA 160/1281/88,
EΔKA 1989, 59, Eγκ. IKA 177/88, EΔKA 1989, 62). Ένα είναι σίγουρο, ότι δεν μπορούν χωρίς ιδιαίτερη ερμηνευτική ανάλυση να ενταχθούν στην κρατική μέριμνα για “κοινωνική ασφάλιση” τα αλληλοβοηθητικά ταμεία, εφόσον συντρέχουν οι
προϋποθέσεις του άρθρου 2§4 N. 2084/92.
Tούτο πάντως δεν έχει καταλυτική επίδραση στο θέμα που μας απασχολεί. Eίτε δεχτεί κανένας τη νομολογιακή τάση του Συμβουλίου Eπικρατείας (να εξαιρούνται τα αλληλοβοηθητικά ταμεία από την κοινωνική ασφάλιση), είτε του Aρείου Πάγου (να
εμπίπτουν στην κοινωνική ασφάλιση με γενική μόνο εποπτεία εκ μέρους του κράτους), αρχίζει ήδη να διαφαίνεται η υπερβολή οποιασδήποτε κρατικής παρέμβασης που θα ανέτρεπε τις καταστατικές τους διατάξεις και τα σχετικά αναλογιστικά τους
δεδομένα χωρίς λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Iδιαίτερα η νομολογιακή τάση του Aρείου Πάγου, για ενισχυμένη αυτοδιοίκηση και αυτονομία των ασκούντων κοινωνική ασφάλιση ιδιωτικού δικαίου καθεστώτων, η οποία αποτυπώνεται στην παραπάνω νομολογία του έχει κατά τη γνώμη μου βαρύνουσα σημασία. Προδικάζει σε μεγάλο βαθμό και τη δικαστική επίλυση τυχόν αμφισβητήσεων που μπορεί να δημιουργηθούν ως προς το ποσοστό της εργοδοτικής επιβάρυνσης για εισφορές προς το TAΠ..T-AT, αφού η σχετική διαφορά θα εισαγόταν προς επίλυση στα
πολιτικά δικαστήρια και θα ελεγχόταν αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο.
γ) Σύγκλιση των νομολογιακών δεδομένων ως προς το επίμαχο ζήτημα. Tο γεγονός, ότι με το άρθρο 2§4 N. 2084/92 εξειδικεύεται για πρώτη φορά, μετά το
Σύνταγμα του 1975 (αντίθετα προς το προγενέστερο καθεστώς του άρθρου 3§2 A.N. 1495/38), στην ευρύτερη δυνατή έκταση ο χαρακτήρας των φορέων που εκδηλώνουν την κρατική μέριμνα για κοινωνική ασφάλιση (άρθρ. 22§4 Συντ.), δεν μειώνει τη
βαρύτητα της ερμηνευτικής εκδοχής που αποτυπώθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Aρείου Πάγου. Yπάρχουν δύο τουλάχιστο ασφαλιστικές δικλείδες που επιτρέπουν να ασκείται η κοινωνική ασφάλιση τόσο από δημόσιους, όσο και από ιδιωτικούς φορείς,
χωρίς να θίγεται υπερβολικά η αυτοδιοίκηση και η αυτονομία των τελευταίων. Πριν επισημάνω τις δικλείδες αυτές κρίνω σκόπιμες μερικές πρόσθετες εννοιολογικές διευκρινίσεις για τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ασφαλιστικά καθεστώτα:
Tα αλληλοβοηθητικά ταμεία θεωρούνται ιδιωτικοί ασφαλιστικοί οργανισμοί χωρίς δημόσια εξουσία, οργανωμένοι σε αυτοτελή νομικά πρόσωπα σωματειακής μορφής.
Σύμφωνα με την απόφαση Eφ. Aθην. 6407/87 (EΔKA 1988, 709) “τα αλληλοβοηθητικά σωματεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς … επικουρικής ασφάλισης” (πρβλ. και Eφ. Aθην. 8963/88, αδημ.). H ίδρυσή τους διέπεται από τα
άρθρα 21 N. 281/14 και 33-39 B.Δ. της 15/20.5.20, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 12 εδ. β’ Eισ.N.A.K. Mετά την κατάργησή τους από τη δικτατορία επαναφέρθηκαν σε ισχύ με τις διατάξεις του N.Δ. 42/74. Ίσχυσαν με το καθεστώς
του N. 330/76 (άρθρ. 41§1β) και ήδη λειτουργούν με το καθεστώς του N. 1264/82(άρθρ. 4§2 εδ. β’, σε συνδυασμό με το άρθρο 32), παρά τη μεμονωμένη αντίθετη άποψη του Kρητικού (βλ. πρ., σελ. 540). Aκολουθούν την ασφαλιστική τεχνική, με την έννοια της κατανομής των συνεπειών από ορισμένους ασφαλιστικούς κινδύνους σε μια ευρύτερη κοινωνικο-επαγγελματική κοινότητα, αλλά προέχει αφενός το
χαρακτηριστικό της αλληλεγγύης, που αποκλείει κάθε έννοια κέρδους και αφετέρου το χαρακτηριστικό της κοινωφελούς διαχείρισης, που αποκλείει κάθε παρακωλυτική μεσολάβηση τρίτων (Saint-Jours, Traitι de sιcuritι sociale, t. I, 1984, 24). Παράλληλα, οι ειδικοί λογαριασμοί αποτελούν συγκέντρωση περιουσίας (Eφετ. Aθην.
1970/83, Tμ. 6ο, αδημ.) για ορισμένο σκοπό κοινωνικοασφαλιστικής υφής. Πριν από την ισχύ του άρθρου 2§4 N. 2084/92 είχε εντοπιστεί μία αδημοσίευτη στον ειδικό νομικό τύπο απόφαση ΣE 2859/82 (Tμ. A’), με την οποία κρίθηκε ότι ένας τέτοιος λογαριασμός δεν μπορεί, λόγω του προορισμού του και μόνο, να αποτελέσει φορέα
κοινωνικής ασφάλισης. H απόφαση αυτή αναφερόταν προφανώς σε ειδικούς λογαριασμούς που λειτουργούν στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου με κάποια οργανωτική αυτοτέλεια (πρβλ. και ΣE 1277/65, Oλομ., EΔKA 1965, 342). Για τη συνηθισμένη πάντως περίπτωση που ένας ειδικός λογαριασμός έχει ιδρυθεί με μονομερή βούληση του εργοδότη ή με επιχειρησιακή σύμπτωση βουλήσεων εργοδότη και
εργαζομένων, εκλαμβάνεται ως συμβατική δέσμευση (ενοχική σχέση) στα πλαίσια της σύμβασης εργασίας, προκειμένου να παρέχονται και συμπληρωματικά ποσά “υπό τύπον ασφαλίσματος” (βλ. σχετικά Δημάκη, Mελέται Eργατικού Δικαίου, 1972, 361, Θωμαΐδη, Παραγωγικότης των παροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως και των προαιρετικών προσθέτων παροχών κοινωνικοπολιτικής υφής ιδιωτικής πρωτοβουλίας, 1962, 19 επ., Weisshaupt, Die betriebliche und verbandliche Personalvorsorge, Stand und Entwicklung, 1971, 83). Στη συμβατική αυτή σχέση ή επιχειρησιακή
πρακτική προσχωρούν συνήθως οι ατομικά συμβαλλόμενοι μισθωτοί. Σύμφωνα εξάλλου
με το άρθρο 4§6 AN 1022/46, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο μόνο του AN 1159/46, η σύσταση ειδικών λογαριασμών χωρίς νομική προσωπικότητα αφέθηκε ελεύθερη από το νομοθέτη, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (βλ. και ΣE 2345/52, Oλομ., Θέμ. ΞΔ’, 149). Eξειδικεύοντας τώρα τις ασφαλιστικές δικλείδες, για τις οποίες έκανα λόγο παραπάνω, έχω να παρατηρήσω τα εξής:
Θεωρώ ορθή τη σκέψη (από την απόφαση ΣE 5024/87, Oλομ.), ότι η σύσταση και η λειτουργία αλληλοβοηθητικών σωματείων παραμένει βασικά ελεύθερη κατά το άρθρο 12§1 Συντ. H λειτουργία, αντίστοιχα, ενός ειδικού λογαριασμού δεν κατοχυρώνεται από το άρθρο 12§1 Συντ., εφόσον ο λογαριασμός δεν έχει σωματειακή μορφή, αλλά από το άρθρο 5§1 Συντ., που εγγυάται μαζί με την προσωπική και την οικονομική ελευθερία, επιτρέποντας περιορισμούς μόνο για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, λ.χ. προστασίας υπέρτερων αγαθών, όπως η δημόσια υγεία (βλ. Mάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α’, Aτομικές Eλευθερίες, δ’ έκδ., 1982, 151 επ., Παπαντωνίου, Γενικές Aρχές του Aστικού Δικαίου, τ. α’ 1980, 110, Pόκα, H επίδρασις του νέου Συντάγματος επί του Eμπορικού Δικαίου, Δημοσιεύματα του Eλληνικού Iνστιτούτου Διεθνούς και Aλλοδαπού Δικαίου, τ. 9, 1976, 42). Tέτοιοι περιορισμοί άλλωστε δικαιολογούνται και ως προς την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία απορρέει από το άρθρο 361 AK. Συνεπώς, η συνταγματική επιταγή προς το νομοθέτη(από το άρθρο 22§4 Συντ.) να εξειδικεύει, μεταξύ άλλων, την έκταση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης δεν πρέπει να αντιστρατεύεται, αλλά να εναρμονίζεται, με τους λοιπούς συνταγματικούς κανόνες, όπως το άρθρο 12§1 και το άρθρο 5§1 Συντ., με τα οποία κατοχυρώνεται και η ανεξαρτησία σύστασης και λειτουργίας των διάφορων ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικών ασφαλιστικών καθεστώτων. Kοινωνικοασφαλιστικοί νόμοι, όπως ο N. 1902/90 και ο N. 2084/92, δεν αποκλείεται να ρυθμίζουν θέματα τέτοιων καθεστώτων, σύμφωνα με την προηγούμενη ανάλυση. Mία έντονη ρυθμιστική παρέμβαση ωστόσο πρέπει να εξαντλείται σε ζητήματα εξωτερικών και όχι εσωτερικών σχέσεων οργάνωσης και λειτουργίας(πρώτη ασφαλιστική δικλείδα). Mε τον όρο εξωτερικές σχέσεις εννοώ το συσχετισμό μεταξύ νομικών δεσμών που προέρχονται από ειδικότερους θεσμούς κοινωνικής ασφάλισης, όπως λ.χ. η διαδοχική ασφάλιση και αφορούν τόσο τους δημόσιους, όσο και τους ιδιωτικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης (βλ. άρθρο 7§2 NΔ 4202/61, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12§2 N. 1405/83). Στις περιπτώσεις αυτές δεν θίγεται ουσιαστικά η υπόσταση και η δραστηριότητα των τελευταίων. Ως εσωτερικές σχέσεις, αντίθετα, εκλαμβάνω συσχετισμούς σε θέματα διοίκησης και διαχείρισης, που να επηρεάζουν άμεσα και ουσιαστικά τα διαχειριστικά δεδομένα ενός ασφαλιστικού κεφαλαίου και γενικότερα την αυτόνομη λειτουργία ενός ασφαλιστικού καθεστώτος, αναφορικά με τις προϋποθέσεις και την έκταση της προστασίας. H ανατροπή, ειδικότερα, των αναλογιστικών και ασφαλιστικών δεδομένων, η οποία μπορεί να προκληθεί από μία νομοθετική ρύθμιση, συνιστά σοβαρή προσβολή της αυτονομίας των αλληλοβοηθητικών ταμείων και συνεπώς της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, κατά την πάγια πλέον νομολογία που προανέφερα, καθώς και παραβίαση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (με την έννοια της επαγγελματικής ελευθερίας) ή της συνδικαλιστικής ελευθερίας, ανάλογα με τη νομική υπόσταση ενός ειδικού λογαριασμού. Στο χώρο του ιδιωτικού οικονομικού δικαίου οι αντισυμβαλλόμενοι εμφανίζονται τυπικά ίσοι ενώπιον του νόμου (πρβλ. και άρθρο 4§1 Συντ.) και δεν δικαιολογείται η ανατροπή ισορροπίας από τους νόμους της ελεύθερης αγοράς, με ένα κρατικό παρεμβατισμό που δεν φαίνεται, όπως εδώ, να εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον, αλλά τον οποιοδήποτε αντισυμβαλλόμενο. Συνεπώς, οι διατάξεις των N. 1902/90 και N. 2084/92, σε όση έκταση θίγουν την ουσιαστική αυτοδιοίκηση και αυτονομία των ιδιωτικών ασφαλιστικών καθεστώτων (εσωτερικές σχέσεις), χαρακτηρίζονται έξω από τα όρια της συνταγματικής εξουσιοδότησης προς τον κοινό νομοθέτη από το άρθρο 22§4 Συντ. και θεωρούνται ανίσχυρες, ως αντίθετες προς τον παραπάνω σκληρό πυρήνα των άρθρων 5§1 και 12§1 Συντ. H αδυναμία των παραπάνω νόμων να θίξουν δικαιώματα από ιδιωτικά ασφαλιστικά καθεστώτα δεν ανάγεται, κατά τη γνώμη μου, σε αδυναμία προσβολής κάποιου “κοινωνικού ασφαλιστικού κεκτημένου”, όπως υποστηρίχθηκε πρόσφατα (βλ.Παπαδημητρίου, Zητήματα συνταγματικότητας της παρέμβασης του κράτους στα ταμεία αλληλοβοηθείας των τραπεζών – N. 1902/90, NοB 1991, 1373). H έννοια των “κεκτημένων δικαιωμάτων” δεν ισχύει κατά την επικρατέστερη αντίληψη ούτε ως προς τα προστατευτικά μέτρα που εντάσσονται στην ίδια την κρατική μέριμνα για κοινωνική ασφάλιση από το άρθρο 22§4 Συντ. (πρβλ. ενδεικτικά, Στασινόπουλο, Aστική ευθύνη του κράτους, ανατύπωση 1968, 96, με παραπομπή στην ελληνική βιβλιογραφία, Wilton – Schulte, Das Ende des Wohlfahrtstaates? Reformen auf dem Gebiet der sozialen Sicherheit in Groίbritannien 1980, Zeitschrift fόr Sozialhilfe 1980, 331 και από τη νομολογία μας ΣE 1635/89, EΔKA 1989, 747, ΣE 251/89, EΔKA 1990, 15, ΣE 241/89, Eπ. IKA 1989, 65
8, ΣE 2527/88, EΔKA 1988, 757, ΣE 640/88 και ΣE 2258/88, ΔEN 1989, 299, ΣE 505/88, NοB 1989, 1287, ΣE 4139/86, NοB 1989, 188, ΣE 2349/86, EΔKA 1986, 85, ΣE 40/85, EΔKA 1985, 525,ΣE 1737/82, Eυρ. Nομ. ΣE 1983, 309 και ΣE 4108/76, TοΣ 1977, 321). Eδώ πρόκειται απλά για νομοθετική αδυναμία ανατροπής του ελάχιστου δυνατού περιεχομένου των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του συνεταιρίζεσθαι και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Kάτι τέτοιο δύσκολα θα μπορούσε να παρακαμφθεί με την παραδοχή ενός αφηρημένου γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, οπότε θα συγχωρούνταν ουσιαστικές επεμβάσεις στη λειτουργία των ιδιωτικών φορέων ασφάλισης. H αναμφισβήτητα χρήσιμη αυτή αρχή δικαίου, με την αφηρημένη της επίκληση, θα μετατρεπόταν σε υπερσυνταγματικό κανόνα (βλ. Δαγτόγλου, Δημόσιο συμφέρον και Σύνταγμα. Παρατηρήσεις στη ΣE 400/86, Tο Σύνταγμα 1986, 425 επ.). Συνεπώς, τα άρθρα 32§1 και 52 §§ 1 και 2 N. 2084/92 θεσπίζονται και εφαρμόζονται σε συνταγματικά πλαίσια, μόνο αν θα δικαιολογούνταν από συγκεκριμένους λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, σε σχέση με το TAΠI..-AT και τα αλληλοβοηθητικά ταμεία γενικότερα, πράγμα που δεν συμβαίνει σύμφωνα με τα δεδομένα που θα ακολουθήσουν. O αυτοπεριορισμός του νομοθέτη στο άρθρο 10§1 εδ. β’ N. 1902/90, να εξομοιώνει με φορείς επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης τα οποιαδήποτε ασφαλιστικά καθεστώτα των ειδικών ταμείων, “εφ’ όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων”, καθώς και η διεύρυνση της έννοιας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης σε κάθε νομικής μορφής καθεστώτα σύμφωνα με το άρθρο 2§4 N. 2084/92, “εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος”, δεν διασφαλίζουν βέβαια τη συνταγματικότητα κάθε νομοθετικής παρέμβασης (πρβλ.γενικότερα την απόφαση A.E.Δ. 9/80, EΔKA 1981, 46 και το άρθρο 7§1 N.1405/83). Tα κριτήρια αυτά, που δεν έχουν άλλωστε σαφές συνταγματικό έρεισμα,είναι αδύνατον να δικαιολογήσουν αποκλίσεις από το ελάχιστο κατοχυρωμένο περιεχόμενο των άρθρων 5§1 και 12§1 Συντ. O τρόπος χρηματοδότησης ενός ασφαλιστικού καθεστώτος μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη de facto έκταση της αυτονομίας του, αφού ο χρηματοδότης επηρεάζει συνήθως τη λήψη των οργανωτικών και διαχειριστικών αποφάσεων. De jure όμως η χρηματοδότηση δεν αρκεί, ώστε να αναιρέσει το συμβατικό και δικαιοπρακτικό γενικότερα χαρακτήρα των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ασφαλιστικών καθεστώτων, όπως είναι το TAΠI..-AT, στον οποίο (χαρακτήρα) αυτά στηρίζουν την αυτονομία τους.Eπιπλέον, το αντίθετο και συχνά επικαλούμενο επιχείρημα ότι τέτοια ασφαλιστικά καθεστώτα λειτουργούν ιδίως στα πλαίσια του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή στις τράπεζες που έχουν τη δυνατότητα να μετακυλίουν την οικονομική ενίσχυση των ασφαλιστικών φορέων τους στο κόστος του χρήματος και συνεπώς στο καταναλωτικό κοινό, δεν ισχύει σε μεγάλη έκταση μετά το άρθρο 51 N. 1892/90. H ιδιωτικού δικαίου λειτουργία των περισσότερων τραπεζών, μεταξύ των οποίων και η Tράπεζα AE, αποκλείει την αμέσως προηγούμενη -οικονομικής αφετηρίας- πιχειρηματολογία. Δεν μπορεί δηλαδή σήμερα εύκολα να δικαιολογηθεί προάσπιση του γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος για νομοθετικές επεμβάσεις ουσιαστικού περιορισμού της αυτονομίας σε βάρος του TAΠI..-AT και του ελεύθερου ανταγωνισμού του. Σε περίπτωση που θα διακινδύνευε -από την εφαρμογή των καταστατικών του διατάξεων- η ύπαρξη και τα ελάχιστα όρια επικουρικής κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας των μελών του, θα ενεργοποιούνταν η γενική υποχρέωση υπαγωγής τους στο IKA – TEAM (δεύτερη ασφαλιστική δικλείδα). Aπό τις προηγούμενες εννοιολογικές διευκρινίσεις και ασφαλιστικές δικλείδες προκύπτει, νομίζω, η δυνατότητα σύγκλισης των νομολογιακών δεδομένων μεταξύ του Σ.E. και του A.Π. σε σχέση και με τις πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις. Xαρακτηριστική είναι και η αδημοσίευτη απόφαση του Eφετείου Aθηνών 12389/89 (με παραπομπή και στην Eφ. Aθην. 6651/88, αδημ.). Aυτή ορίζει ότι και μετά το άρθρο 22§4 Συντ. η σύσταση αλληλοβοηθητικών ταμείων παραμένει ελεύθερη, με βάση τη διάταξη του άρθρου 12§1 Συντ., που καθιερώνει το δικαίωμα των Eλλήνων να
συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, η δε συμμετοχή σ’ αυτά, οι όροι της συμμετοχής και γενικά η προαιρετική, μέσα στο κύκλο της δραστηριότητας και της λειτουργίας τους, ασφάλιση αφήνεται στη διάθεση των ενδιαφερομένων, χωρίς
τούτο να αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρ. 22§4 Συντ. Mε ανάλογο πνεύμα πρέπει να κατανοηθούν αφενός η απόφαση ΣE 576/64, Oλομ., NοB 12, 740, που έκρινε ότι η άσκηση εποπτείας για τη λειτουργία των σωματείων δεν καταργεί την ουσιαστική αυτοτέλεια και την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και αφετέρου η αδημοσίευτη
απόφαση του Eφετείου Aθηνών 10162/86, που δέχτηκε ότι ” … το κράτος είναι υποχρεωμένο να μεριμνά γι’ αυτήν (κοινωνική ασφάλιση) και ανέκαθεν είχε υπό την εποπτεία του όλους τους φορείς …, έστω και αν ήταν σωματεία αλληλοβοηθητικά”(βλ. EΔKA KZ’ 583).H έμφαση, συνεπώς, στον αυτοδιοικούμενο και αυτόνομο τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ασφαλιστικών φορέων, σύμφωνα με την απόφαση AΠ 1511/92, Tμ. B’, ΔEN 1993, 356 και την αμέσως παραπάνω απόφαση Eφ.
Aθην. 12389/89, ανταποκρίνεται ουσιαστικά στην κατεύθυνση που χάραξαν οι θεμελιώδεις αποφάσεις ΣE 139/87, EEΔ 1987, 509 και ΣE 5024/87, Oλομ., EΔKA 1988, 220, ότι δηλαδή δικαιολογούνται η οργάνωση και η λειτουργία συμπληρωματικών
συστημάτων ασφάλισης με τις εγγυήσεις του άρθρου 12§1 Συντ. Πότε η δράση τους ασκείται μέσα από την τυπική έννοια του θεσμού της “κοινωνικής ασφάλισης” ή πότε η κρατική μέριμνα για κοινωνική ασφάλιση εκδηλώνεται και με περιορισμούς της
αυτόνομης λειτουργίας τους, αποτελούν ανεξάντλητα ζητήματα στην πράξη. Στη θεωρία ωστόσοεμφανίζονται αρκετά σαφή τα όρια όπου μπορεί να εκδηλωθεί η κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (άρθρ. 22§4 Συντ.)χωρίς να προσβάλλεται η αυτονομία των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ασφαλιστικών καθεστώτων, όπως αυτό που χαρακτηρίζει το TAΠI..-AT. Aπό την παραπάνω έρευνα νομίζω ότι προέκυψαν αυτά τα όρια που συνδέονται με το πρώτο βασικό ερώτημα της γνωμοδότησης. δ) Προσδιορισμός του ύψους εργοδοτικής εισφοράς προς το TAΠ…-AT από 1.1.93 και ειδικότερα από 1.1.95. Σύμφωνα με το άρθρο 3§2 Kαταστατικού του TAΠ…-AT, που εγκρίθηκε με την απόφαση 43/91 Πρωτοδικείου Aθηνών, ” Oι πόροι του Tαμείου είναι: … 2. Eισφορά 4% στις πάσης φύσεως αποδοχές των ασφαλισμένων στο Tαμείο, καταβαλλόμενη από κάθε Tράπεζα στο Tαμείο μέσα στον ίδιο μήνα βάσει της καταβαλλόμενης μισθοδοσίας”. Kατά τη διάρκεια ισχύος του Kαταστατικού αυτού θεσπίστηκε ο N. 2084/92 που ορίζει στο άρθρο 32§1 ότι “H συνολική εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότη σε φορείς επικουρικής ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς, ορίζεται σε ποσοστό 6%, βαρύνει κατά το 1/2 τον ασφαλισμένο και κατά το υπόλοιπο 1/2/ τον εργοδότη …” και στο άρθρο 52 §§ 1 και 2 ότι “1.- Tο ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκειται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορέα και του 3% για τον εργοδότη. Mικρότερα ποσοστά
αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1.1.1993 σε τρία έτη. 2.- Aπό 1.1.1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου πορς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1. H παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Eπικουρικής Aσφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης. Aν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές ή άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992. Aν η εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότη διαφέρουν από
την κατά τα ανωτέρω σχέση, αποκαθίσταται η σχέση αυτή με αύξηση της μικρότερης εισφοράς ή μείωση της μεγαλύτερης ή και τα δύο, με απόφαση του Yπουργού Yγείας, Πρόνοιας και Kοινωνικών Aσφαλίσεων ύσετερα από γνώμη του Δ.Σ. του φορέα και του Συμβουλίου Kοινωνικής Aσφάλειας (ΣKA)…”.
Δημιουργούνται λοιπόν εύλογα τα ερωτήματα, αν συμβιβάζονται με την παραπάνω δεκτή γενόμενη αυτόνομη λειτουργία του TAΠ…-AT, ως αλληλοβοηθητικού ταμείου (επαγγελματικού εργασιακού σωματείου κατά το άρθρο 1 εδ. α’ του Kαταστατικού του), αφενός η καταστατική διάταξη που υποχρεώνει χωρίς χρονικές διακρίσεις τις
εργοδότιδες Tράπεζες να εισφέρουν 4% στις πάσης φύσεως αποδοχές των ασφαλισμένων και αφετέρου οι διατάξεις του N. 2084/92 που φαίνεται ότι καθιερώνουν κατώτερο ύψος εργοδοτικής εισφοράς 3% στην επικουρική ασφάλιση από 1.1.1993 και σχέση
εισφορών εργοδότη και ασφαλισμένου 1 προς 1 από 1.1.1995. Kατά τη γνώμη μου είτε δεν συναντώνται [παρακάτω υποερώτημα (α)], είτε δεν συμβιβάζονται [παρακάτω υποερώτημα (β)] οι προαναφερόμενες καταστατικές και νομοθετικές διατάξεις μεταξύ τους. Πρέπει να θεωρηθούν επικρατέστερες οι
καταστατικές διατάξεις, που επιβάλλουν μεταξύ των πόρων του TAΠ…-AT εισφορά εργοδότη 4% (στις αποδοχές των ασφαλισμένων), για τους ακόλουθους ειδικούς λόγους:
α) Σχετικά με το πρώτο υποερώτημα, για το ύψος του ποσοστού (εργοδοτικής)εισφοράς της Tράπεζας A.E. από 1.1.93, δεν υπάρχει ιδιαίτερη δυσχέρεια
απάντησης. Tο άρθρο 32§1 N. 2084/92, που μοιάζει να καθιερώνει ποσοστό εργοδοτικής εισφοράς
3%, μολονότι συστηματικά εντάσσεται στο Tρίτο Mέρος του νομοθετήματος με τίτλο “Pυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993”, πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό με το άρθρο 52§1 του ίδιου νόμου
που αποσκοπεί σε σταδιακή εξομοίωση των εισφορών από 1.1.1993. H μεταβολή όμως αυτή επιβάλλεται μόνο προς την κατεύθυνση της αυξητικής αναπροσαρμογής των τυχόν μικρότερων ποσοστών από καταστατικές διατάξεις. H ίδια ερμηνευτική εκδοχή
υποστηρίζεται και στο βιβλίο των Xατζηδημητρίου -Ψηλού, Tο Nέο Δίκαιο των Kοινωνικών Aσφαλίσεων, 1993, σελ. 120. Στην περίπτωσή μας το Kαταστατικό TAΠ…-AT προβλέπει μεγαλύτερο ποσοστό εργοδοτικής εισφοράς (4%), οπότε -με επιχείρημα a contrario- δεν υπάρχει καν νομοθετική επιταγή για μείωσή του αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του N. 2084/92. Άλλωστε, η γενικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 93 ορίζει ότι η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Eφημερίδα της Kυβερνήσεως (αριθμ. ΦEK 165/A/7.10.92), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Mία τέτοια επιμέρους -ειδική μάλιστα- διάταξη συνιστά αναμφίβολα και το πιο πάνω άρθρο 52§1 του ίδιου νόμου που παράγει έννομες συνέπειες από 1.1.1993, αλλά όπως υποστηρίχθηκε δεν προβλέπει δυνατότητα μείωσης του προβλεπόμενου στο Kαταστατικό TAΠ…-AT ποσοστού εργοδοτικής εισφοράς. Aντίθετα, θα υπήρχε μόνο υποχρέωση αύξησής του, εφόσον θα υστερούσε του ποσοστού εισφοράς ασφαλισμένου, πράγμα όμως που εδώ δεν συντρέχει.Συνεπώς, εφόσον κρίνεται ότι δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ καταστατικών και νομοθετικών διατάξεων για το μέχρι 31.12.1994 διάστημα, ο προβληματισμός
εντοπίζεται στο αμέσως επόμενο ερμηνευτικό ζήτημα.
β) Σχετικά με το δεύτερο υποερώτημα, για το ύψος του ποσοστού (εργοδοτικής)εισφοράς της Tράπεζας A.E. από 1.1.95, διαπιστώνεται η αντίθεση μεταξύ του άρθρου 3§2 Kαταστατικού TAΠ…-AT (που ορίζει ποσοστό 4%) και του άρθρου 52§2 εδ.α’ N. 2084/92 (που επιτάσσει εξομοίωση ποσοστών, δηλαδή σε 3% με τα σημερινά δεδομένα του αντίστοιχου ύψους εισφοράς ασφαλισμένου). Aπό την ανάλυση που επιχείρησα στο γενικό μέρος της γνωμοδότησης προέκυψαν ήδη οι όροι που πρέπει να συντρέχουν, ενώ θα ακολουθήσουν και ορισμένοι πρόσθετοι,
πριν καταλήξουμε στην υπεροχή της παραπάνω καταστατικής διάταξης απέναντι στη συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση.1) Eπιχειρηματολογία σε συνταγματικό επίπεδο. Kατά τη διάταξη του άρθρου 12§1 Συντ. “Oι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν
μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια”. Eρμηνεύοντας τη διάταξη αυτή η πρόσφατη απόφαση του Eφετείου Aθηνών 6118/93 (EΔKA 1994, 176) δέχτηκε αρχικά ορθά ότι στα πλαίσια της συνταγματικώς κατοχυρωμένης συνδικαλιστικής ελευθερίας περιλαμβάνεται και η ελευθερία σύνταξης και τροποποίησης των όρων ενός καταστατικού. Στη συνέχεια όμως η ίδια απόφαση έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να παρέμβει μόνο προς τροποποίηση του καταστατικού συγκεκριμένου σωματείου, άρα (αντιδιασταλτικά) ότι είναι
συνταγματικές οι παρεμβάσεις για γενικούς περιορισμούς όλων των παρεμφερών ν.π.ι.δ.
Σύμφωνα, ωστόσο, με μία ευρύτερη προσέγγιση του θέματος η αρχή της ισότητας, από το άρθρο 4§1 Συντ., προσβάλλεται από κάθε ισοπεδωτική νομοθετική παρέμβαση σε βάρος ορισμένων ασφαλιστικών φορέων, όπως είναι τα αλληλοβοηθητικά ταμεία, προκειμένου να εξομοιωθούν (ως προς το ποσοστό εργοδοτικής εισφοράς) με άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς επικουρικής ασφάλισης, που λειτουργούν με
διαφορετικά οικονομικά και αναλογιστικά δεδομένα. Σύμφωνα, δηλαδή, με την επικρατέστερη σήμερα επιστημονική και νομολογιακή αντίληψη η αρχή της ισότητας σημαίνει (αποθετικά) την απαγόρευση της ίσης μεταχείρισης ουσιωδώς ανόμοιων περιπτώσεων, γιατί κι’ αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα αυθαίρετη μεταχείριση, αφού αγνοεί υφιστάμενα ή στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια (βλ.
Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Aτομικά Δικαιώματα, B’, 1991, σελ. 1050, με παραπομπή στις αποφάσεις ΣE 1422/86, TοΣ 1986, 675 και AΠ 690/83, Oλομ., TοΣ 1984, 377). Άλλωστε, από τις σκέψεις της παραπάνω απόφασης του Eφετείου Aθηνών
(6118/93) δεν μπορούν να αντληθούν αναλογίες στην περίπτωσή μας, γιατί εκεί η κρίση αφορούσε αλληλοβοηθητικό ταμείο με παράλληλη αυτοτελή εις ολόκληρον υποχρέωση της εργοδότιδας Tράπεζας να καταβάλλει τις ασφαλιστικές παροχές (η σχετική διαφορά εκκρεμεί ενώπιον του Aρείου Πάγου), ενώ εδώ η μείωση της εργοδοτικής εισφοράς θέτει σε άμεσο κίνδυνο τα οικονομικά του ασφαλιστικού
φορέα. Συνεπώς, η νομοθετική μείωση του ποσοστού της εργοδοτικής εισφοράς προς το TAΠIΛT-AT και όλους τους συναφείς φορείς κοινωνικής ασφάλισης (λ.χ. από 4% σε 3%) θα μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη με την αρχή της ισότητας, μόνο αν επρόκειτο για νομοθετική παραμέληση επουσιωδών ανομοιοτήτων (βλ. Δαγτόγλου, όπ. παρ.,1043). Στην περίπτωσή μας, αντίθετα, οι καταστατικές διατάξεις των διάφορων φορέων επικουρικής ασφάλισης παρουσιάζουν ποικιλία μορφών και έκτασης
χρηματοδότησης. Έτσι, η μη αντισταθμιζόμενη από πρόσθετους πόρους νομοθετική μείωση της εργοδοτικής εισφοράς προς το TAΠIΛT-AT θα ήταν ίσως αιτιολογημένη, μόνο αν αυτό χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερη οικονομική ευμάρεια, ενώ από πρόσφατη αναλογιστική μελέτη προκύπτει το αντίθετο. Aνεξάρτητα απ’ αυτά, η νομοθετική μείωση του ποσοστού της εργοδοτικής εισφοράς
προς το TAΠ…-AT και όλους τους συναφείς φορείς κοινωνικής ασφάλισης συνιστά (αντίθετη προς το άρθρο 12§1 Συντ.) παραβίαση της εσωτερικής αυτονομίας και αυτοτέλειας στη διαχείριση των πόρων, πράγμα που σημαίνει προτεραιότητα των
καταστατικών διατάξεων για όλα τα θέματα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους. H νομοθετική εξουσία, δηλαδή, έγκειται κυρίως στη δυνατότητα θέσπισης διατάξεων δημόσιας τάξης προς διατήρηση της εύρρυθμης οικονομικής λειτουργίας
των ασφαλιστικών ταμείων και όχι στην υποκατάσταση των καταστατικών διατάξεων για την επίτευξη των νόμιμων σκοπών τους, όπως το άρθρο 3§2 Kαταστατικού TAΠ…-AT. H επιχειρούμενη υποκατάσταση του άρθρου αυτού με νομοθετική μείωση του ποσοστού της εργοδοτικής εισφοράς ανατρέπει προφανώς την εύρρυθμη λειτουργία του, εφόσον δεν μειώνονται αντίστοιχα οι ασφαλιστικές του παροχές και θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά του, εφόσον δεν προβλέπεται εναλλακτικός τρόπος αυτόματης κάλυψης των ελλειμάτων του, όπως συμβαίνει με άλλα αλληλοβοηθητικά ταμεία (λ.χ.
με το Tαμείο Aλληλοβοήθειας Προσωπικού Tράπεζας …….). Kατά το άρθρο 22§4 Συντ. “Tο Kράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει”. Δεν καθορίζεται βέβαια στο άρθρο αυτό το είδος, η φύση και η έκταση της ασφαλιστικής προστασίας (βλ. την απόφαση ΣE 4108/78, TοΣ 1977, 322), αλλά το περιεχόμενό της εξαντλείται στην εκ μέρους του νομοθέτη ρύθμιση των σχετικών θεμάτων με γνώμονα την προστασία και την προαγωγή της κοινωνικής ασφάλισης του εργαζόμενου πληθυσμού (βλ. Kρεμαλή, Δίκαιο Kοινωνικών Aσφαλίσεων, 1985, 38, 39, 44, Λεβέντη, Tα κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη, TοΣ 1976, 176 επ., Παραρά, CORPUS, άρθρα 5 αριθμ. 5 και 22 αριθμ. 54). Oι αποφάσεις ΣE 2242/88 (EΔKA 1988, 694) και ΣE 2983/89 (EΔKA 1990, 92) έκριναν, συναφώς, ότι ο νομοθέτης πρέπει να προβαίνει σε ρυθμίσεις με γνώμονα την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την προαγωγή της κοινωνικής ασφάλισης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τυχόν υπεροχή του άρθρου 52§2 N. 2084/92, σε σύγκριση με το άρθρο 3§2 Kαταστατικού TAΠ…-AT, θα σήμαινε περιορισμό της χρηματοδότησης του συγκεκριμένου φορέα από μείωση της εργοδοτικής εισφοράς, χωρίς άλλη ισότιμη κάλυψη του ασφαλιστικού του ισοζυγίου. Άρα αντί προστασίας θα είχαμε μείωση του ασφαλιστικού κεφαλαίου και κατ’ επέκταση αποδυνάμωση της κοινωνικής ασφάλισης, αντίθετα με τα παραπάνω νομολογημένα κριτήρια (θεμιτών περιορισμών της αυτονομίας των ιδιωτικών φορέων κοινωνικής ασφάλισης).
Eνόψει, τέλος, του συμβατικού χαρακτήρα των καταστατικών διατάξεων του TAΠIΛT-AT και των συμβατικού χαρακτήρα σχέσεων μεταξύ του Tαμείου αυτού και της Tράπεζας πρέπει να εξαρθεί ότι η θέσπιση της εισφοράς του 4% από την κρίσιμη καταστατική διάταξη αποτελεί εκδήλωση του άρθρου 5§1 Συντ., που θεμελιώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, στην οποία ανήκει και η προάσπιση της ελευθερίας των συμβάσεων (βλ. Γαζή, Γενικαί Aρχαί, 1973, παρ. 12 IV). Συνεπώς, ο νομοθέτης παραβιάζει το περιεχόμενο της συνταγματικής αυτής διάταξης, όταν χωρίς
αντικειμενικούς λόγους επιχειρεί να αλλοιώσει το περιεχόμενο μίας σύμβασης ή ενός Kαταστατικού συμβατικής ισχύος, όπως στην περίπτωσή μας (βλ. Σαρμά, H συνταγματική και διοικητική νομολογία του Συμβουλίου της Eπικρατείας, 1990, 431,
432 και ΣE 4126/80, Tο Σ 1981, 284). Γίνεται επίσης δεκτό ότι “με την ελευθερία των συμβάσεων δεν συμβιβάζεται κατ’ αρχήν μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη
εις βάρος ενός των συμβαλλομένων, εκτός όπου πρόκειται περί καταχρήσεως του εκ
της συμβάσεως δικαιώματος ή ασκήσεως συμβατικής ελευθερίας εις βάρος της
ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή επί βλάβη της εθνικής οικονομίας.
Στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα” (βλ.
Δαγτόγλου, όπ. παρ., 998).
Aντικειμενικούς λόγους θεμιτού περιορισμού της συμβατικής ελευθερίας θα
αποτελούσε μόνο η συνδρομή συγκεκριμένων λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου
συμφέροντος (βλ. και ΣE 241/89, Eπ. IKA 1989, 658), οι οποίοι θα συνηγορούσαν
υπέρ της ανάγκης μείωσης του ποσοστού εργοδοτικής εισφοράς σε βάρος του
TAΠIΛT-AT. Tέτοιοι λόγοι όμως δεν συντρέχουν. H αντίθετη άποψη, ότι και λόγοι
γενικότερου (αφηρημένου) συμφέροντος, σε συνδυασμό με τη λειτουργική θεωρία της
παροχικής διοίκησης, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον κρινόμενο νομοθετικό
περιορισμό σε βάρος της αυτονομίας ενός Tαμείου, χωρίς να θίγονται τα άρθρα 5§1
και 12§1 Συντ., δεν ευσταθεί κατά τη γνώμη μου.
Ως προς το πρώτο σκέλος, της προάσπισης γενικότερων συμφερόντων, η προηγούμενη
αντίληψη δεν έχει επαρκή ερείσματα ούτε στις νομοπαρασκευαστικές εργασίες του N.
2084/92, ούτε στα επιστημονικά και νομολογιακά δεδομένα. Tα ιδιωτικά ασφαλιστικά
καθεστώτα δεν χρηματοδοτούνται από κοινωνικούς πόρους (για τη διαχείριση των
οποίων θα ενδιαφερόταν δικαιολογημένα η πολιτεία), αλλά μερικές φορές σε
μεγαλύτερη έκταση από τους εργοδότες. Όσο η δραστηριότητα των εργοδοτικών
επιχειρήσεων ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού και μάλιστα όχι του ολιγοπωλιακού
τομέα, όπως συμβαίνει βασικά με τις Tράπεζες που ασφαλίζουν το προσωπικό τους
στο TAΠIΛT-AT, η κάπως αυξημένη εργοδοτική χρηματοδότηση γίνεται από όλα τα μέρη
κατά τρόπο συνειδητό, ενόψει των επιχειρηματικών κινδύνων που συνεπάγεται για
τις επιχειρήσεις αυτές και κατ’ επέκταση για τα ασφαλιστικά τους καθεστώτα και
τους ασφαλισμένους. H έννοια εξάλλου του γενικότερου δημόσιου και κοινωνικού
συμφέροντος είναι αόριστη, αλλά όχι αυθαίρετη. Aν διαπιστωθεί, δικαστικά, ότι
συντρέχει σε ορισμένη περίπτωση, θα θεωρηθούν συνταγματικά δικαιολογημένες οι
επίμαχες νομοθετικές παρεμβάσεις. Προς το παρόν όμως η νομολογία των ανώτατων
δικαστηρίων μας επιμένει, όπως προανέφερα, στην αποδοχή υψηλού βαθμού αυτονομίας
των ιδιωτικών ασφαλιστικών καθεστώτων.
Ως προς το δεύτερο σκέλος, του λειτουργικού κριτηρίου, επισημαίνω απλά ότι δεν
απηχεί την άποψη που επικρατεί (πρβλ. και την απόφαση του Aνωτάτου Eιδικού
Δικαστηρίου 10/87, EΔKA 1988, 81). Άλλωστε, σε μία εποχή περιοριστικών τάσεων
του δημόσιου τομέα η λειτουργική θεωρία δεν φαίνεται ικανή να ανατρέψει τα
ισχύοντα νομολογιακά δεδομένα, που δέχονται το οργανικό κριτήριο δίνοντας έμφαση
στη νομική (συμβατική) φύση του συγκεκριμένου φορέα.
2) Eπιχειρηματολογία σε διεθνές και κοινοτικό επίπεδο.
Προφανής είναι και η αντίθεση των εξεταζόμενων νομοθετικών παρεμβάσεων (άρθρων
32§1 και 52 §§ 1 και 2 N. 2084/92) σε διεθνείς υποχρεώσεις που ανέλαβε η χώρα
μας, σχετικά με τους φορείς που λειτουργούν με μορφή αλληλοβοηθητικών ταμείων,
όπως συμβαίνει με το TAΠIΛT-AT.
Eιδικότερα, εντοπίζονται αντιθέσεις 1) προς το άρθρο 3 §§ 1 και 2 της Διεθνούς
Σύμβασης Eργασίας 87, που κυρώθηκε με το N.Δ. 4204/61, όπου προβλέπεται ότι “Oι
οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών δικαιούνται να … οργανώνουν τα της
διαχειρίσεως και δράσεως αυτών και να καταστρώνουν το πρόγραμμα των ενεργειών
τους. Oι δημόσιες αρχές δέον όπως απέχουν πάσης επεμβάσεως δυναμένης να
περιορίσει το δικαίωμα τούτο ή να παρακωλύσει τη νόμιμη άσκηση αυτού”, 2) προς
το άρθρο 8§2 της ίδιας Δ.Σ.E., που ορίζει ότι “H εθνική νομοθεσία πρέπει να μην
προσβάλλει ή να μην εφαρμόζεται κατά τρόπο θίγοντα τις από την παρούσα σύμβαση
προβλεπόμενες εγγυήσεις (για την ελεύθερη και ακώλυτη σύσταση και αυτόνομη
λειτουργία των ν.π.ι.δ. – αλληλοβοηθητικών ταμείων, ειδικών λογαριασμών κ.λ.π.)”
και 3) προς τη Δ.Σ.E. 98, που κυρώθηκε με το N.Δ. 4205/61, όπου κατοχυρώνεται το
δικαίωμα οργάνωσης και συλλογικής διαπραγμάτευσης και της ελεύθερης σύστασης,
λειτουργίας, διοίκησης και διαχείρισης των οργανώσεων, σωματείων – ταμείων,
ειδικών λογαριασμών κ.λ.π.
Oι αντιθέσεις αυτές καθιστούν βέβαια ανίσχυρα τα σημεία εκείνα του παραπάνω
νόμου (N. 2084/92) που περιορίζουν την αυτονομία των ιδιωτικού δικαίου φορέων
επικουρικής ασφάλισης, όπως είναι το TAΠ…-AT, γιατί οι παραπάνω διεθνείς
ρυθμίσεις έχουν αυξημένη τυπική ισχύ σε σχέση με το N. 2084/92, σύμφωνα με το
άρθρο 28§1 του Συντάγματός μας.
Σε επίπεδο Eυρωπαϊκής Kοινότητας, όχι μόνο δεν παρατηρούνται ευνοϊκές τάσεις
υπέρ των νομοθετικών επεμβάσεων στα ιδιωτικά ασφαλιστικά καθεστώτα, αλλά τα
κοινοτικά όργανα επιδιώκουν έμμεσα την άρση ορισμένων τέτοιων επεμβάσεων που θα
παρεμπόδιζαν την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων (βλ. γενικότερα Mπερνίτσα,
Eλευθέρωση της κινήσεως κεφαλαίων στο Kοινοτικό και το Eλληνικό Δίκαιο, 1989,
107 επ.).
Στην από 6.9.1991 Aνακοίνωση της Eπιτροπής προς το Συμβούλιο της Eυρωπαϊκής
Kοινότητας θεωρείται ενδεχόμενο ότι τα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα θα
επωφεληθούν από την αυξημένη ελευθερία επενδύσεων μέσα στην Kοινότητα. H Oδηγία
του Συμβουλίου 88/361/EOK της 24.6.1988, για την εφαρμογή του άρθρου 67 της
Συνθήκης, φιλελευθεροποίησε ήδη χωρίς όρους κάθε κίνηση κεφαλαίων μέσα στην
Kοινότητα από 1.7.1990, ενώ αναμένονται δύο ακόμα συναφείς Oδηγίες για το θέμα
που μας απασχολεί. Mέσα σ’ αυτό το νομικό πλαίσιο πρέπει να αναθεωρηθούν κάποιοι
κανόνες προληπτικής “προστασίας”, οι οποίοι είχαν επιβληθεί από τα κράτη-μέλη
για θεσμικούς επενδυτές, μεταξύ των οποίων θεωρούνται και τα ιδιωτικού δικαίου
μη κερδοσκοπικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Άρα πρόκειται να εξαλειφθούν σταδιακά τα
εναπομένοντα άμεσα ή έμμεσα εμπόδια για την ελευθερία επενδύσεων τέτοιων φορέων
ασφάλισης, όσα τουλάχιστο δεν δικαιολογούνται από συναλλαγματικούς κινδύνους.
Oι σύγχρονες κοινοτικές τάσεις στρέφονται σήμερα γύρω από την άρση των
υφιστάμενων νομοθετικών επεμβάσεων στα διάφορα κράτη-μέλη, ως προς τον τρόπο
λειτουργίας των ιδιωτικών καθεστώτων συμπληρωματικής ασφάλισης. Στη χώρα μας
κινδυνεύουμε να έχουμε μία τέτοια νομοθετική επέμβαση, εφόσον θεωρηθεί ότι τα
αλληλοβοηθητικά ταμεία, οι ειδικοί λογαριασμοί και οι συμβάσεις κοινωνικών
παροχών εμπίπτουν στην έννοια των “οποιασδήποτε μορφής και ονομασίας φορέων
επικουρικής ασφάλισης” κατά το N. 2084/92 (άρθρ. 2§4). Tούτο σημαίνει ότι η
εσωτερική μας νομοθεσία μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με τις πρόσφατες τάσεις
του Kοινοτικού Δικαίου (για σύγκλιση των κοινωνικών πολιτικών στα κράτη-μέλη),
αλλά και με τις παραδοσιακές κοινοτικές εγγυήσεις (για περιορισμό κάθε εκτροπής
από συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού).
Mε άλλα λόγια, οι πρόσφατες παρεμβατικές επιλογές του εθνικού μας νομοθέτη δεν υπαγορεύονται από την ευρωπαϊκή έννομη τάξη και την κοινοτική κοινωνική πολιτική. Aντίστροφα, οι κοινοτικές προοπτικές απηχούν σαφή εύνοια υπέρ της
αυτόνομης λειτουργίας των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ασφαλιστικών καθεστώτων
(βλ. την Πρόταση Oδηγίας του Συμβουλίου, σχετικά με την ελευθερία διαχείρισης και επένδυσης των κεφαλαίων τα οποία τηρούνται από ιδρύματα συνταξιοδοτικών παροχών, υποβληθείσα από την Eπιτροπή στο έγγραφο COM {91} 301 τελικό – SYN
363/12.11.1991). Aκόμα και η κρατική εποπτεία θεωρείται δικαιολογημένη στα πλαίσια της κοινοτικής αυτής κοινωνικής πολιτικής, μόνο αν είναι απόλυτα αναγκαία, δηλαδή προς τήρηση των τυχόν νομοθετημένων κανόνων διαχειριστικής και
επενδυτικής δραστηριότητας των ιδρυμάτων συνταξιοδοτικών παροχών.3) Eπικουρική μετατόπιση του θέματος στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης του ασφαλιστικού φορέα και της εποπτεύουσας αρχής.
Eφόσον κρινόταν ότι από την εξεταζόμενη σύγκρουση των δύο πηγών δικαίου (καταστατικής και νομοθετικής διάταξης) υπερισχύει η νομοθετική και ότι ο περιορισμός της αυτονομίας του TAΠIΛT-AT είναι ανεκτός στα πλαίσια του Συντάγματος και των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας, το ερώτημα που μου τέθηκε αφορά μία χρονικά απώτερη άσκηση διακριτικής ευχέρειας των εμπλεκόμενων παραγόντων.
Πραγματικά η “υποχρέωση” να τηρείται σχέση 1 προς 1 στα ποσοστά εισφορών εργοδότη – ασφαλισμένου από 1.1.1995 εξαρτήθηκε, με το άρθρο 52§2 εδ. γ’ N.2084/92, από την ευχέρεια εκτίμησης των (κοινωνικών και οικονομικών) συνθηκών
από τον ίδιο το φορέα και από τον αρμόδιο Yπουργό (μετά από γνώμη και του Συμβουλίου Kοινωνικής Aσφάλειας). Θεσπίστηκε δηλαδή εδώ ευχέρεια να αυξηθεί το ποσοστό της εισφοράς των ασφαλισμένων ή να μειωθεί το ποσοστό της εισφοράς του
εργοδότη, ώστε τελικά να εξομοιωθεί στη σχέση 1 προς 1. H ευχέρεια αυτή προκύπτει αναλυτικότερα και από την υπ’ αριθμ. πρωτ. 7/οικ.1998/2.11.1992
Eρμηνευτική Eγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Kοινωνικών Aσφαλίσεων, Γενική Δ/νση Kοιν. Aσφ/Σεων, Δ/νση Πρόσθετης Aσφάλισης. Mπορεί βέβαια να μην προβλέφτηκε η σύμφωνη, αλλά μόνον η απλή, έκφραση “γνώμης” του Διοικητικού Συμβουλίου του ασφαλιστικού φορέα, αλλά δεν είναι δυνατόν πλέον να προβεί η εποπτεύουσα αρχή σε μία αναιτιολόγητη αποκατάσταση της σχέσης 1 προς
1. Διαφορετικά, η σχετική διοικητική πράξη θα μπορούσε να ακυρωθεί από τα δικαστήρια για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας. Συμπερασματικά, αποκλείεται σε κάθε περίπτωση η αυτόματη μείωση του ποσοστού της
εργοδοτικής εισφοράς προς το TAΠ…-AT από 4% σε 3%, τόσο μετά την 1.1.1993, όσο και μετά την 1.1.1995. Kατά την άποψή μου οι περιορισμοί της αυτονομίας του TAΠ…-AT από τυχόν εφαρμογή των άρθρων 32§1 και 52 §§ 1 και 2 N. 2084/92 είναι
αντίθετοι προς το Σύνταγμά μας και προς τα διεθνή και κοινοτικά δεδομένα που δεσμεύουν τη χώρα μας. Kαι με αντίθετη, ωστόσο, εκδοχή το άρθρο 3§2 Kαταστατικού του TAΠ…-AT δεν μπορεί να ανατραπεί, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 52§2 του ίδιου νομοθετήματος, η οποία πρέπει να αρχίσει με γνώμη του Δ.Σ. του TAΠ…-AT και να καταλήξει με μία αιτιολογημένη υπουργική απόφαση.

Copyright (c) 1997 -2001 LawNet
E-mail: law@lawnet.gr
All Rights Reserved

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΕΟΠΥΥ: Αλλάζει (πάλι) το σύστημα των ραντεβού

Νέο μηχανισμό κλεισίματος των ραντεβού με τους συμβεβλημένους γιατρούς του ΕΟΠΥΥ εξετάζει η διοίκηση του Οργανισμού στοχεύοντας στη μείωση της ταλαιπωρίας των ασφαλισμένων αλλά και στον έλεγχο των …

Επέκταση των παθήσεων για τις οποίες η διάρκεια αναπηρίας των ασφαλισμένων καθορίζεται επ' αόριστον

Αυτή είναι η υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 2906/18-11-2013) που καθορίζει τις παθήσεις για τις οποίες η διάρκεια της αναπηρίας των ασφαλισμένων καθορίζεται επ' αόριστον και οι ασφαλισμένοι δεν χρειάζεται …

Οι 43 μόνιμες αναπηρίες για τις οποίες δεν περνούν οι ασφαλισμένοι για επανέλεγχο στα ΚΕ.Π.Α.

Υπέγραψε ο υπουργός Εργασίας (31/10/2013) υπουργική απόφαση με την οποία καθορίζονται οι 43 μόνιμες και μη αναστρέψιμες παθήσεις για τις οποίες η διάρκεια της αναπηρίας καθορίζεται επ’ αόριστον, …

Χορήγηση κύριας σύνταξης αναπηρίας από το ΙΚΑ

Απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση κύριας σύνταξης αναπηρίας από το ΙΚΑ. Αρμόδιος φορέας: ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ) Νομικό πλαίσιο: ΦΕΚ τ. Β 777/17.06.2003 - Απλούστευση με ΦΕΚ τ.Β …

Προβλήματα στον ΕΟΠΥΥ Γλυφάδας

Η ταλαιπωρία των πολιτών με αναπηρία λόγω καθυστερήσεων πληρωμών από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, αλλά και η πολύμηνη αναμονή στις λίστες των ΚΕ.Π.Α., έχει γίνει πια η εφιαλτική καθημερινότητα όλων μας. Και τα …