540 Views | Δημοσιεύθηκε 19/05/2006
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’. Παροχαί Ασφαλίσεως. Σύνταξις αναπηρίας, γήρατος και θανάτου.
Άρθρον 28
1. Ο παρά το Ιδρύματι ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας εάν:
α) Επραγματοποίησε δύο χιλιάδες πεντακοσίες (2.500) τουλάχιστον ημέρας εργασίας και δεν συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 51 του παρόντος, συνεπλήρωσε δε και τα κατά το επόμενον εδάφιον β . όρια ηλικίας ή κατέ στη ανάπηρος κατά την έννοιαν της επομένης
παραγράφου ή
β) Επραγματοποίησεν ανά εκατόν (100) τουλάχιστον ημέρας εργασίας καθ’ έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών, των αμέσως προηγουμένων του έτους καθ’ ο συνεπλήρωσε το 65ον προκειμένου περί αρρένων και το 60ον προκειμένου περί θηλέων έτος της ηλικίας η καθ’ ο υπέβαλε την περί απονομής αυτώ συντάξεως λόγω γήρατος αίτησίν του μετά την συμπλήρωσιν των ανωτέρω ορίων ηλικίας η καθ’ ο κατέστη ανάπηρος κατά την έννοιαν της επομένης παραγράφου.
Προκειμένου ειδικώς περί ησφαλισμένων συνταξιοδοτουμένων παρά του Δημοσίου ή παρ’ ετέρου Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως περί συνταξιοδοτήσεώς των, δια την απονομήν συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος παρά του ΙΚΑ δέον όπως ο ησφαλισμένος κατέστη ανάπηρος ή συνεπλήρωσε τα κατά τα ανωτέρώ όρια ηλικίας και επραγματοποίησε εκτός των εν τω εδαφίω β’ προϋποθέσεων και 1500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας, συνυπολογιζομένων εις ταύτας και των κατά το εδ. β’ ημερών, μη εφαρμοζομένης δε ως
προς τούτοις της διατάξεως του εδαφίου α’
2. Ο ησφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος κατά την έννοιαν της διατάξεως της προηγουμένης παραγράφου, εάν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, εξαμήνου τουλάχιστον κατ’ ιατρικήν πρόβλεψιν διαρκείας, δεν δύναται να κερδίζη δι , εργασίας ανταποκρινομένης εις τας δυνάμεις, τας
δεξιότητας, την μόρφωσιν και την συνήθη αυτού επαγγελματικήν απασχόλησιν, πλέον του τρίτου εκείνου όπερ συνήθως κερδίζει εν τη αυτή περιφερεία και επαγγελματική κατηγορία σωματικώς και πνευματικώς υγειής άνθρωπος της αυτής μορφώσεως.
Εάν ο ησφαλισμένος δύναται να κερδίζη υπό τας εν τω προηγουμένω εδαφίω οριζομένας προϋποθέσεις και όρους. πλέον μεν του τρίτου ουχί όμως και των 2/3 εκείνου όπερ κερδίζει σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος, δικαιούται, εφ’ όσον είχε συμπληρώσει και τον υπό της παραγράφου 1 απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας, ειδικού επιδόματος αναπροσαρμογής ίσου προς το ποσόν της ης θα εδικαιούτο συντάξεως λόγω αναπηρίας. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται αδιαφόρως ασκήσεως παρά του επιδοματούχου
οιασδήποτε εξηρτημένης ή αυτοτελούς απασχολήσεως και επί μίαν διετίαν το πολύ. Η καταβολή όμως του επιδόματος τούτου δύναται να εξαρτάται εκ της αποδοχής εκ μέρους του επιδοτουμένου της υποδεικνυομένης αυτώ παρά του ΙΚΑ επαγγελματικής αναπροσαρμογής
3. Εάν ησφαλισμένος κατέστη ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, αποδεικνύεται δε η ενοχή τού δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, δεν δικαιούνται συντάξεως αναπηρίας ή επιδόματος αναπροσαρμογής. Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα εκ των εις την
παράγραφον 6 αναφερομένων, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως ης θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου.
4. Ημέραι εργασίας πραγματοποιούμεναι κατά το πρώτον έτος μετά την συμπλήρωσιν των κατά την παράγραφον 1 ορίων ηλικίας, συνυπολογίζονται άπασαι εις τας υπό της αυτής παραγράφου 1 απαιτουμένας ημέρας εργασίας, αι κατά τα επόμενα όμως έτη πραγματοποιούμεναι συνυπολογίζονται μετ’ αφαίρεσιν 50 ημερών εκ των πρσγματοποιηθεισών καθ’ έκαστον ημερολογιακόν έτος.
5. Εάν ο παρά τω Ιδρύματι ησφαλισμένος συνεπλήρωσε 2.500 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εξ ων ανά 100 τουλάχιστον καθ’ έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών, των αμέσως προηγουμένων του έτους καθ’ ο υποβάλλεται η αίτησις περί απονομής συντάξεως, δικαιούται συντάξεως γήρατος ηλαττωμένης κατά το
1/200 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως, δι , έκαστον μηνα ελλείποντα εκ των υπό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οριζομένων ορίων ηλικίας, εφ’ όσον συνεπλήρωσε το 60ον έτος της ηλικίας του προκειμένου περί ησφαλισμένου και το 55όν έτος της ηλικίας προκειμένου περί ησφαλισμένης.
Από της συμπληρώσεως των αυτών ορίων ηλικίας, ήτοι του 60ου προκειμένου περί αρρένων και του 55ου προκειμένου περί θηλέων, δικαιούνται συντάξεως συντρεχουσών των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 εδ.
α. και δη άνευ των κατά τα ανωτέρω μειώσεων, οι ησφαλισμένοι οι επί μακρόν απασχολούμενοι εις ιδιαζόντως βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα Καθοριζόμενα δια Κανονισμού, όστις θέλει καθορίσει πλην του χρόνου απασχολήσεως εις τα εν λόγω επαγγέλματα και παν σχετικόν με την συνταξιοδότησιν τούτων ζήτημα.
Ο δια της παρούσης διατάξεως προβλεπόμενος δια την εφαρμογήν αυτής Κανονισμός δεν δύναται να τεθή εν ισχύϊ προς της 1ης Ιανουαρίου 1953.
6. Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου του Ι.Κ.Α. λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή ησφαλισμένου τυγχάνοντος επιδόματος αναπροσαρμογής κατά τα εν παρ. 2 εδ. δεύτερον οριζόμενα, αδιαφόρως ορίου ηλικίας ως και εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου, εάν ο θανών είχε πραγματοποιήσει τον εν παρ. 1 εδ. α. οριζόμενον αριθμόν ημερών εργασίας ή ανά 100 τουλάχιστον καθ’ έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών των αμέσως
προηγουμένων του έτους καθ’ ό έλαβε χώραν ο θάνατος δικαιούνται συντάξεως κατά τας επομένας παραγράφους:
α) Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν.
β) Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν εν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του ή της χορηγήσεως συντάξεως ή επιδόματος αναπροσαρμογής εις τον θετόν πατέρα και τα οποία δεν λαμβάνουσιν οπωσδήποτε σύνταξιν εκ του ΙΚΑ και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου ή επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής και τα νόθα αυτής τέκνα.
γ) Οι κατά τον χρόνον του θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και προγονοί. εΦ. όσον πάντες ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος (της θανούσης).
δ) Οι γονείς, εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή την θανούσαν).
7. Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως.
Α. Εάν Ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε προς της παρόδου εξ μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός:
α) Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα εργατικόν ή μή,
β) Εάν, υφισταμένου του γάμου, εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον.
γ) Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης, και
Β. Εάν ο θανών (η θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος ή επίδομα αναπροσαρμογής, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός αν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχει λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α., β. και γ. αναφερομένων
8. Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται η χήρα (χήρος). ισούται προς τα ογδοήκοντα εκατοστά του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης).
9. Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται έκαστον τέκνον, ισούται προς τα ογδοήκοντα εκατοστά του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης).
Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων, ή κατά το προηγούμενον εδάφιον σύνταξις αυτού τριπλασιάζεται.
Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων, δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως, τα ογδοήκοντα εκατοστά του εν λόγω ποσού.
Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως.
10. Οι περί ων η παράγραφος 6 έγγονοι, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως, εάν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή επί υπαρχόντων τοιούτων, δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλείται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης).
11. Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγόνου, προγονού, του πατρός ή της μη χήρας μητρός, ισούται προς τα είκοσιν εκατοστά της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης), της δε χήρας μητρός εις τα 40% της αυτής συντάξεως, χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των εγγόνων, προγονών και γονέων να δύναται να υπερβή,
εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης παραγράφου το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), εν δε τη δευτέρα περιπτώσει της αυτής παραγράφου το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων.
Αι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 9 εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω.
12. Ως σύνταξις του θανόντος (θανούσης) δια τον υπολογισμόν των ποσοστών των συντάξεων των περί ων το παρόν άρθρον μελών οικογενείας, λογίζεται το ποσόν της βασικής συντάξεως, (άρθρον 29 παρ. 1 εδαφ. α. και β. ) το οποίον ελάμβανεν ο θανών (θανούσα) συνταξιούχος λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή ο (η) επιδοματούχος λόγω αναπροσαρμογής ή εις ο θα εδικαιούτο ο θανών αν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο ανάπηρος, μη συνυπολογιζομένων των τυχόν προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών και απολύτου αναπηρίας.
13. Πρόσωπα, εκ των κατά το παρόν άρθρον δικαιουμένων συντάξεως, στερούνται παντός επ’ αυτής δικαιώματος, εάν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, ήθελον καταδικασθή δια’ πράξιν, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου (της ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου).
Άρθρον 29
Ποσόν συντάξεως – Εναρξις – Λήξις
1. Το ποσόν της υπό του ΙΚΑ χορηγουμένης βασικής συντάξεως λόγω αναπηρίας και γήρατος αποτελείται:
α) Εκ ποσού ίσου προς 80% του τεκμαρτού ημερομισθίου της περί ης η παράγραφος 2 του άρθρου 25 1ης ασφαλιστικής κλάσεως, συν 10% επί της τυχόν διαφοράς της υπαρχούσης μεταξύ του τεκμαρτού ημερομισθίου της κλάσεως 1 και του τεκμαρτού ημερομισθίου της κλάσεως εις ην ανήκει ο ησφαλισμένος κατά τα εν άρθρω 37 οριζόμενα. Η μηνιαία βασική σύνταξις υπολογίζεται πολλαπλασιαζομένου του ως άνω αναφερθέντος ποσού επί 25.
β) Εκ προσαυξήσεων του κατά το προηγούμενον εδάφιον εξευρισκομένου ποσού ίσων:
αα) προς 4% ανά πεντακοσίας ημέρας εργασίας, μετά τας πρώτας εννεακοσίας ενενήκοντα
εννέα τοιαύτας, δι’ ας δεν χορηγείται προσαύξησις και μέχρι συμπληρώσεως 3000 ημερών εργασίας.
ββ) προς 3% ανά πεντακοσίας ημέρας εργασίας, μετά την συμπλήρωσιν 3000 τοιούτων και μεχρις 6000 ημερών εργασίας.
γγ) προς 2% ανά πεντακοσίας ημέρας εργασίας μετά την συμπλήρωσιν 6000 τοιούτων και άνω
2. Προκειμένου περί αναπηρίας οφειλομένης εις ατύχημα, το ποσόν της απονεμητέας κατά τας ανωτέρω διατάξεις βασικής συντάξεως μετά των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών, δεν δύναται να είναι κατώτερον του 60% του γινομένου του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως, εις ην ανήκει ο ησφαλισμένος κατά το άρθρον 37 του παρόντος, επί 25.
3. Αι κατά την παράγραφον 1 του παρόντος βασικαί συντάξεις προσαυξάνονται:
α) Κατά 50%, εφ’ όσον ο συνταξιούχος είναι έγγαμος, η δε σύζυγός του δεν ασκεί επάγγελμά τι ή δεν είναι συνταξιούχος Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου και
β) Κατά 20% του αυτού ως άνω ποσού δια το πρώτον τέκνον, 15% δια το δεύτερον τέκνον και 10% δια το τρίτον τέκνον νοουμένων υπό την εν άρθρω 28, παράγραφος 6, καθοριζομένην έννοιαν, και μέχρι συμπληρώσεως του κατά την παρ. 6 του παρόντος άρθρου ορίου ηλικίας, εφ’ όσον δε είναι άγαμα και δεν ασκούν επάγγελμά τι ή δεν λαμβάνει δι’ αυτά προσαύξησιν ο έτερος των συζύγων, εάν είναι συνταξιούχος Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου ή δεν λαμβάνουν την
ίδια σύνταξιν εξ Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου.
4. Ουδείς δικαιούται, παρά του ΙΚΑ περισσοτέρων της μιας συντάξεων. Εάν πρόσωπόν τι δικαιούται πλειόνων συντάξεων λαμβάνει την μεγαλυτέραν τοιαύτην.
5. Η καταβολή των συντάξεων και του επιδόματος αναπροσαρμογής άρχεται από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου, καθ’ ον έλαβον χώραν τα θεμελειούντα το δικαίωμα γεγονότα. Εν πάση όμως περιπτώσει αύτη δεν δύναται να ανατρέξη εις χρόνον απώτερον του έτους από της υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως ή επιδόματος αναπροσαρμογής.
Εν περιπτώσει απονομής συντάξεως λόγω αναπηρίας, οφειλομένης εις ασθένειαν, το εις σύνταξιν ή εις επίδομα αναπροσαρμογής δικαίωμα άρχεται από της ημέρας, καθ , ην έπαυσε καταβαλλόμενον επίδομα ασθενείας, εφ’ όσον κατεβάλλετο τοιούτον ουχί όμως και πέραν του έτους αναδρομικώς από της ημέρας της
υποβολής της αιτήσεως.
6. Το δικαίωμα εις σύνταξιν ή εις επίδομα αναπροσαρμογής λήγει εις το τέλος του μηνός, καθ’ ον έλαβε χώραν ο θάνατος του συνταξιούχου ή του επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής ή ο ανάπηρος έπαυσεν να πληροί τας προϋποθέσεις του άρθρου 28, παράγραφος 2, ή επί χήρας εις το τέλος του μηνός καθ’ ον συνήψε νέον γάμον και επί τέκνων, εγγόνων και προγονών, εις το τέλος του μηνός, καθ , ον συνεπλήρωσεν το 18ον
έτος της ηλικίας των ή προ τούτου συνήψαν γάμον.
Το ανωτέρω όριον ηλικίας δεν ισχύει προκειμένου περί τέκνου, εγγόνου ή προγονού ανικάνου προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν.
7. Η Καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εις τας ακολούθους περιπτώσεις:
α) Εάν ο συνταξιούχος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μεγαλυτέραν των εξ μηνών, εφ’ όσον χρόνον εκτίει ταύτην, εφ’ όσον όμως υπάρχωσι πρόσωπα, άτινα εν περιπτώσει θανάτου τούτου θα ελάμβανον σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται εις την απόληψιν της συντάξεως, ήτις θα κατεβάλλετο εις ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου.
β) Εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας δεν προσέρχεται κατά τα δια Κανονισμού οριζόμενα, προς εξέτασιν της καταστάσεώς του.
γ) Εάν και εφ’ όσον ο συνταξιούχος ασκή αυτοτελές επάγγελμα ή παρέχη εξηρτημένην εργασίαν, εξ ης αποκερδαίνει προκειμένου μεν περί συνταξιούχου λόγω αναπηρίας και γήρατος, ποσόν ανώτερον του 25πλασίου του ημίσεος του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως βάσει της οποίας υπελογίσθη η σύνταξις και προκειμένου περί μελών οικογενείας ποσόν διπλάσιον της συντάξεώς των.
8. Πρόσωπα λαμβάνοντα σύνταξιν παρά του ΙΚΑ κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου, θέλουν εξακολουθήσει δικαιούμενα ταύτης έστω και εάν δεν πληρώσι τας προϋποθέσεις του παρόντος μέχρι λήξεως του δικαιώματος αυτών εις σύνταξιν, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος
Το ποσόν όμως της συντάξεως των ως άνω συνταξιούχων αναπροσαρμόζεται συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος. Δια την τοιαύτην αναπροσαρμογήν αι παρά των συνταξιούχων πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας βάσει των οποίων υπελογίσθη η σύνταξις αυτών, λογίζονται άπασαι ως πραγματοποιηθείσαι
α) εις την Ιην κλάσιν προκειμένου περί συνταξιούχων αμφοτέρων των φύλων μη συμπληρωσάντων το 18ον έτος της ηλικίας των,
β) εις την ΙΙΙην κλάσιν προκειμένου περί γυναικών ηλικίας άνω των 18 ετών και
γ) εις την Vην κλάσιν προκειμένου περί ανδρών ηλικίας άνω των 18 ετών. Εάν όμως το ούτω προκύπτον εκ της αναπροσαρμογής ποσόν είναι κατώτερον της συντάξεως την οποίαν ελάμβανον κατά τον χρόνον της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, εξακολουθεί καταβαλλόμενον το ανώτερον τούτο ποσόν.
9. Εν περιπτώσει ουσιωδών αυξομειώσεων του γενικού τιμαρίθμου κόστους της ζωής αι υπό του Ιδρύματος καταβαλλόμεναι συντάξεις δύνανται να αυξομειώνται κατά ποσοστόν οριζόμενον δι’ αποφάσεων του Δ.Σ. του ΙΚΑ εγκρινομένων υπό του Υπουργού Εργασίας.
10. Το ποσόν των υπό του ΙΚΑ καταβαλλομένων βασικών συντάξεων λόγω αναπηρίας προσαυξάνεται κατά 50% εφ’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία)
Υπό τάς αυτάς ως άνω προϋποθέσεις προσαυξάνεται κατά 50% και το ποσόν της συντάξεως των μελών οικογενείας αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή επιδοματούχου λόγω αναπροσαρμογής και δή άνευ μειώσεώς τινος των ποσών των συντάξεων των δικαιουμένων συντάξεως ετέρων μελών οικογενείας.
11. Το συνολικόν ποσό της απονεμητέας εις τον δικαιούχον βασικής συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος μετά των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι ανώτερον του 25σίου του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως βάσει του οποίου υπελογίσθη η σύνταξις.










