Ν. 4052/2012: Νόμος αρμοδιότητας Υπουργείων Υγείας και Εργασίας για εφαρμογή του Νόμου 4046/2012

ΝΟΜΟΣ 4052/ΦΕΚ 41/Α/1.3.2012

Διαβάστε στο Άρθρο 138: Δεν εφαρμόζεται η συνταξιοδότηση λόγω γήρατος γονέων, αδελφών, συζύγων αναπήρων σε αιτήσεις που υποβλήθηκαν έως 4/8/2011.
Διαβάστε στο Άρθρο 13 (παρ. 15): Για τα χρόνια νοσήματα εφαρμόζεται η επαναλαμβανόμενη συνταγή και η δίμηνη/τρίμηνη συνταγή στον ΕΟΠΥΥ.

Νόμος αρμοδιότητας Υπουργείων Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για εφαρμογή του νόμου 4046/2012 «Εγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Άρθρο 1
Περιφερειακή συγκρότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

1. Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3329/2005 (Α’81) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«1. Η Επικράτεια διαιρείται στις ακόλουθες επτά (7) Υγειονομικές Περιφέρειες, τα γεωγραφικά όρια των οποίων ταυτίζονται με τα όρια των επτά (7) Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας:

α) Την 1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής, η οποία εκτείνεται στα όρια της περιφέρειας Αττικής και περιλαμβάνει τους Δήμους του Νομού Αττικής, με έδρα την Αθήνα.

β) Τη 2η Υγειονομική Περιφέρεια Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας, η οποία εκτείνεται στα όρια των περιφερειών Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας και περιλαμβάνει τους Δήμους των Νομών Καρδίτσας, Λάρισας, Μαγνησίας, Τρικάλων Βοιωτίας, Ευβοίας, Ευρυτανίας, Φθιώτιδος και Φωκίδος, με έδρα τη Λάρισα.

γ) Την 3η Υγειονομική Περιφέρεια Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκτείνεται στα όρια των περιφερειών Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας και περιλαμβάνει τους Δήμους των Νομών Άρτας, Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Πρεβέζης, Γρεβενών, Καστοριάς, Κοζάνης και Φλώρινας, με έδρα τα Ιωάννινα.

δ) Την 4η Υγειονομική Περιφέρεια Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, η οποία εκτείνεται στα όρια των περιφερειών Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου και περιλαμβάνει τους Δήμους των Νομών Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Λακωνίας, Μεσσηνίας, Αιτωλοακαρνανίας, Αχαΐας, Ηλείας, Ζακύνθου, Κέρκυρας, Κεφαλληνίας και Λευκάδας, με έδρα την Πάτρα.

ε) Την 5η Υγειονομική Περιφέρεια Αιγαίου, η οποία εκτείνεται στα όρια των περιφερειών Βορείου Αιγαίου και Νοτίου Αιγαίου και περιλαμβάνει τους Δήμους των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου, Κυκλάδων και Δωδεκανήσου με έδρα τον Πειραιά. Για το 2013 προστίθενται και οι Δήμοι της Αντιπεριφέρειας Πειραιώς και Νήσων.

στ) Την 6η Υγειονομική Περιφέρεια Κρήτης, η οποία εκτείνεται στα όρια της περιφέρειας Κρήτης και περιλαμβάνει τους Δήμους των Νομών Ηρακλείου, Λασιθίου, Ρεθύμνου και Χανίων, με έδρα το Ηράκλειο.

ζ) Την 7η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας – Θράκης, η οποία εκτείνεται στα όρια της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης και Κεντρικής Μακεδονίας και περιλαμβάνει τους Δήμους των Νομών Δράμας, Έβρου, Καβάλας, Ξάνθης, Ροδόπης, Ημαθίας, Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Πιερίας, Πέλλας, Σερρών και Χαλκιδικής, με έδρα τη Θεσσαλονίκη.

Η ισχύς της παρούσας διάταξης άρχεται την 1.1.2013.»

2. Το εδάφιο γ’ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3329/2005 (Α’81) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Εδρα έχει την πόλη όπου εδρεύει κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση και εποπτεύεται και ελέγχεται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να μεταβιβάζονται αρμοδιότητές του σχετικά με τον έλεγχο και εποπτεία των Δ.Υ.ΠΕ. στον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης.»

3. Προστίθεται παρ. 7 στο άρθρο 1 του ν. 3329/2005 (Α’81) ως ακολούθως:

«7. Τα υπάρχοντα επτά Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Δ.Υ.ΠΕ.» μετονομάζονται την 1.7.2013 ως ακολούθως:

αα) Η 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής μετονομάζεται σε «1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής».

βα) Η 5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας μετονομάζεται σε «2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας».

γα) Η 3η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας μετονομάζεται σε «3η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας».

δα) Η 6η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας μετονομάζεται σε «4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου».

εα) Η 2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου μετονομάζεται σε «5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αιγαίου».

στα) Η 7η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης μετονομάζεται σε «6η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης».

ζα) Η 4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης μετονομάζεται σε «7η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας – Θράκης».

Το προσωπικό της 3ης και 4ης Δ.Υ.ΠΕ. που κατέχει μόνιμη οργανική θέση, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή προσωποπαγή θέση, δύναται με αίτησή του να παραμείνει στην έδρα της 4ης Δ.Υ.ΠΕ. Μακεδονίας και Θράκης που μετονομάζεται σε 7η Δ.Υ.ΠΕ. Μακεδονίας και Θράκης με έδρα τη Θεσσαλονίκη.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών και Οικονομικών ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την ακίνητη περιουσία των Δ.Υ.ΠΕ. που βρίσκεται στην τοπική αρμοδιότητα άλλης Δ.Υ.ΠΕ. μετά τον επαναπροσδιορισμό των ορίων κάθε Δ.Υ.ΠΕ. ανάλογα με τα όρια των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, τη μεταβολή έδρας κάποιας Δ.Υ.ΠΕ., θέματα προσωπικού και τη ρύθμιση κάθε σχετικού θέματος.»

Αρθρο 2
Νοσοκομεία Ε.Σ.Υ.- Ενιαία Ν.Π.Δ.Δ.

1. Από 1.1.2013 τα λειτουργούντα υπό ενιαία διοίκηση διασυνδεόμενα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 32 και 70 του ν. 3918/2011 (Α’ 31), του άρθρου 66 του ν. 3984/2011 (Α’ 150), του άρθρου 18 του ν. 3868/2010 (Α’ 129) και της αντίστοιχης απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αποτελούν αυτοτελή και ενιαία Ν.Π.Δ.Δ.. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζεται ο τίτλος και η έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., ενώ ενοποιούνται μέχρι 31.12.2012 οι οργανισμοί των ανωτέρω, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις οργανικές θέσεις των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ.. Από 1.1.2013 τα διασυνδεόμενα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., διαθέτουν ενιαίο προϋπολογισμό και πρόγραμμα προμηθειών. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ρυθμίζεται κάθε είδους θέμα που αφορά τα ανωτέρω.

2. Κάθε νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. – ενιαίο Ν.Π.Δ.Δ. του άρθρου 2 του παρόντος έχει Διοικητή, οι αρμοδιότητες του οποίου ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 7 και επ. του ν. 3329/2005 (Α’81), όπως ισχύει σήμερα.

3. Κάθε νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. 400 κλινών και άνω, όπως και κάθε νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. που εντάσσεται στο ενιαίο Ν.Π.Δ.Δ. του άρθρου 2 του παρόντος μπορεί να έχει Αναπληρωτή Διοικητή οι αρμοδιότητες του οποίου ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 7 και επ. του ν. 3329/2005 (Α’ 81), όπως ισχύει σήμερα.

4. Οι Διοικητές και Αναπληρωτές Διοικητές των νοσοκομείων πρέπει να είναι πτυχιούχοι ΑΕΙ ή ΑΤΕΙ ή αντιστοίχου αναγνωρισμένου τίτλου του εξωτερικού. Συνεκτιμώνται μεταπτυχιακοί τίτλοι, με έμφαση τη διοίκηση, τα οικονομικά, την πληροφορική μονάδων υγείας, η εμπειρία διοίκησης, με έμφαση στις μονάδες υγείας, καθώς και η γενικότερη κοινωνική και επαγγελματική αναγνώριση.

5. Ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης συστήνει Επιτροπή αποτελούμενη από τον αρμόδιο για το Ε.Σ.Υ.ΚΑ Γενικό Γραμματέα ΥΥΚΑ, τον Πρόεδρο του ΚΕ.Σ.Υ., έναν καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή της ΕΣΔΥ ή ΑΕΙ ή ΑΤΕΙ με συναφές αντικείμενο, έναν αντιπρόεδρο του ΑΣΕΠ και ένα υψηλόβαθμο στέλεχος του ιδιωτικού τομέα, με αντικείμενο μη συναφές με τις μονάδες υγείας. Κατόπιν προσκλήσεως του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, για εκδήλωση ενδιαφέροντος, η ως άνω Επιτροπή συντάσσει κατάλογο αξιολόγησης των υποψηφίων και εισηγείται στον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο οποίος και διορίζει τους Διοικητές και Αναπληρωτές Διοικητές.

6. Η θητεία των ανωτέρω είναι τριετής, στην αρχή της οποίας υπογράφουν σύμβαση αποδοτικότητας με βάση τα προβλεπόμενα στο ν. 2889/2001. Ετήσιες εκθέσεις προόδου υποβάλλονται στην ανωτέρω Επιτροπή από τη Διοίκηση των ΥΠε. Η Επιτροπή αξιολογεί ετησίως και δύναται να εισηγείται στον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης την αυτοδίκαιη και χωρίς αποζημίωση διακοπή της θητείας Διοικητή ή αναπληρωτή Διοικητή με βάση την τεκμηρίωση και την αποδοχή της ως άνω έκθεσης προόδου ή και άλλα στοιχεία. Στην απόφαση διακοπής, λήξης θητείας ή παύσης Διοικητή ή αναπληρωτή Διοικητή νοσοκομείου χωρίς αποζημίωση μπορεί να ενσωματώνεται και η απόφαση διορισμού του αντικαταστάτη τους.

7. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να καθορίζεται και κάθε είδους θέμα που αφορά τις αρμοδιότητες των ως άνω Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών.

8. Έδρα των ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ. είναι το μεγαλύτερο σε οργανική δύναμη κλινών νοσοκομείο. Τα ως άνω αναφερόμενα Ν.Π.Δ.Δ. διοικούνται από εννεαμελές Δ.Σ. που αποτελείται από:

α) τον Διοικητή, ο οποίος ορίζεται ως Πρόεδρος του Συμβουλίου,

β) έναν Αναπληρωτή Διοικητή, ο οποίος ορίζεται ως αντιπρόεδρος του Συμβουλίου και είναι, κατά προτίμηση, ο αναπληρωτής Διοικητής του μεγαλύτερου σε κλίνες νοσοκομείου,

γ) δύο μέλη που ορίζονται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τους αναπληρωτές τους, κατά προτίμηση το ένα με εμπειρία σε οικονομικά της υγείας, διοίκηση νοσοκομείων, πληροφορική και το άλλο στα λοιπά επαγγέλματα υγείας,

δ) δεύτερο αναπληρωτή Διοικητή στις περιπτώσεις που το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο νοσοκομεία, ενώ στα Ν.Π.Δ.Δ. που δεν υπάρχει αναπληρωτής Διοικητής, ένα μέλος που ορίζεται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,

ε) έναν εκπρόσωπο των ιατρών που υπηρετεί στα δια-συνδεόμενα νοσοκομεία, ο οποίος εκλέγεται από τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. και τους ιατρούς μέλη ΔΕΠ που υπηρετούν στα νοσοκομεία,

στ) έναν εκπρόσωπο του λοιπού, πλην των ιατρών προσωπικού του νοσοκομείου, ο οποίος εκλέγεται μαζί με τον αναπληρωτή του από το λοιπό, πλην των ιατρών προσωπικό των νοσοκομείων,

ζ) τον Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας, αναπληρούμενο από τον Πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου του μεγαλύτερου σε οργανική δύναμη κλινών Νοσοκομείου,

η) τον Προϊστάμενο της Διοικητικής – Οικονομικής Υπηρεσίας, αναπληρούμενο από τον Προϊστάμενο της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας του μεγαλύτερου σε οργανική δύναμη κλινών Νοσοκομείου.

Σε νοσοκομεία τα οποία προέρχονται από δωρεές ως μέλη υπό στοιχεία β’ ή και ε’ διορίζεται ένα ή και δύο μέλη ως εκπρόσωπος του δωρητή ή των κληρονόμων του.

9. Η συγκρότηση του ως άνω Δ.Σ. γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και οι αρμοδιότητες του είναι όσες αναφέρονται στο άρθρο 7 του ν. 3329/2005 (Α’ 81), όπως ισχύει σήμερα. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να καθορίζεται και κάθε είδους θέμα που αφορά τη Διοίκηση και την εν γένει λειτουργία των ως άνω Ν.Π.Δ.Δ..

10. Η ισχύς της παρούσας διάταξης άρχεται την 1.1.2013, εκτός του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του παρόντος άρθρου που ισχύει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

11. Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εξαιρούνται το Γ.Ν. Λαμίας, το Γ.Ν. Καρπενησίου, το Γ.Ν. Αμφισσας και το Πανεπιστημιακό Γ.Ν. Ιωαννίνων, το Γ.Ν.-Κ.Υ. Φιλιατών. Εως το διορισμό Διοικητή και Διοικητικού Συμβουλίου τις αρμοδιότητες τους ασκούν ο Αναπληρωτής Διοικητής και το Συμβούλιο Διοίκησης αντιστοίχως.

Άρθρο 3
Συμβούλια Διοίκησης Νοσοκομείων Ε.Σ.Υ.

1. Σε κάθε νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. συνιστάται πενταμελές Συμβούλιο Διοίκησης που αποτελείται από:

α) τον Διοικητή των διασυνδεόμενων νοσοκομείων,

β) τον αναπληρωτή Διοικητή, του νοσοκομείου για το οποίο συστήνεται το Συμβούλιο Διοίκησης ή αν δεν υπάρχει τον αναπληρωτή Διοικητή της έδρας των διασυνδεόμενων νοσοκομείων ή αν αυτός δεν υπάρχει ένα μέλος που ορίζεται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,

γ) τον δεύτερο αναπληρωτή Διοικητή του Δ.Σ. του άρθρου 2 του παρόντος ή ένα μέλος που ορίζεται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,

δ) τον Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας, αναπληρούμενο από τον Προϊστάμενο της Διοικητικής – Οικονομικής Υπηρεσίας,

ε) τον Προϊστάμενο της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας, αναπληρούμενο από τον Προϊστάμενο της Τεχνικής – Ξενοδοχειακής Υπηρεσίας.

2. Με απόφαση του Διοικητή του νοσοκομείου καθορίζονται ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης και οι αρμοδιότητες που ασκούνται από το ως άνω Συμβούλιο Διοίκησης, καθώς και κάθε είδους θέμα που αφορά τη διοίκηση και λειτουργία του ως άνω Συμβουλίου, το οποίο πάντως έχει μόνον εκτελεστικές και εποπτικές αρμοδιότητες, καθώς και εισηγητικές προς το Δ.Σ. του Ν.Π.Δ.Δ., μέσω του Διοικητή του. Στα Συμβούλια Διοίκησης που υπάρχει Αναπληρωτής Διοικητής, αυτός διορίζεται και Αντιπρόεδρος.

3. Η ισχύς της παρούσας διάταξης άρχεται την 1.1.2013.

Άρθρο 4
Θέματα Νοσοκομείων και Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

1. Σε κάθε ιατρικό τομέα είναι δυνατόν να λειτουργούν τμήματα κατά ειδικότητα, ειδικές μονάδες που είτε υπάγονται οργανικά και λειτουργικά σε ιατρικά τμήματα χωρίς δική τους σύνθεση προσωπικού, είτε αναπτύσσονται και λειτουργούν αυτόνομα, καθώς και λοιπές μονάδες διάφορου γνωστικού αντικειμένου από το παρεχόμενο γνωστικό αντικείμενο του ιατρικού τμήματος στο οποίο ανήκουν και λειτουργούν υποστηρικτικά σε αυτό.

2. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 34 του ν. 2519/1997 (Α’ 165) αντικαθίσταται ως εξής:

«Στα τμήματα ή στις μονάδες που απαρτίζουν τους τομείς τοποθετούνται γιατροί ειδικοτήτων των οποίων το γνωστικό αντικείμενο είναι αντίστοιχο με το παρεχόμενο από το τμήμα και τις μονάδες που το υποστηρίζουν ιατρικό έργο. Οι ειδικότητες προσδιορίζονται με την απόφαση σύστασης των θέσεων. Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται αναδρομικά από την έναρξη ισχύος του ν. 1397/1983.»

3. Τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 2889/2001 (Α’ 37) αντικαθίσταται ως εξής:

«Κάθε κλινικός τομέας έχει ορισμένο αριθμό κλινών που εξυπηρετούν αδιακρίτως όλα τα τμήματα και τις μονάδες του. Η δύναμη κάθε κλινικού τομέα δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 250 κλίνες.»

4. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 2889/2001 (Α’ 37) καταργείται.

5. Τα αυτοτελή γραφεία Επιστασίας και Ιματισμού, όπως ορίζονται με το ενιαίο πλαίσιο οργάνωσης νοσοκομείων, ενοποιούνται και αποτελούν ένα (1) τμήμα. Σε νοσοκομεία μικρής δυναμικότητας, τα τμήματα Τεχνικού και βιοϊατρικής Τεχνολογίας όπως ορίζονται με το ενιαίο πλαίσιο οργάνωσης νοσοκομείων, είναι δυνατόν να ενοποιούνται και να αποτελούν ένα (1) τμήμα.

6. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 6 του ν. 2889/2001 (Α’ 37) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Σε νοσοκομεία με δυναμικότητα μεγαλύτερη των 200 κλινών, δύναται: α) να συνίσταται Υποδιεύθυνση Πληροφορικής και να προβλέπεται αυτοτελές τμήμα Ελέγχου Ποιότητας και Ερευνας και συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης που υπάγεται απευθείας στον Διοικητή του νοσοκομείου και β) να συνίσταται τμήμα προμηθειών υπαγόμενο στη Διοικητική – Οικονομική Υπηρεσία.»

7. Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 30 του ν. 3209/2003 (Α’ 304) μετά τις λέξεις «εφόσον στελεχώνονται από» διαγράφεται η λέξη «ιατρούς».

8. Οι υποπεριπτώσεις 2 και 3 της περίπτωσης β’ της παρ. 2 του άρθρου 17 του π.δ. 95/2000 (Α’ 76) αντικαθίστανται ως εξής:

«2) Η χορήγηση αιγίδας μετά από αίτηση των ενδιαφερόμενων φορέων σε συνέδρια, σεμινάρια και παρόμοιες εκδηλώσεις συνεχιζόμενης εκπαίδευσης με επιστημονικό χαρακτήρα που οργανώνονται από κρατικούς φορείς, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, επιστημονικές ενώσεις κάθε νομικής μορφής και από ιδιωτικά θεραπευτήρια, καθώς και ο καθορισμός κριτηρίων χορήγησης αιγίδας.

3) Η οικονομική ενίσχυση συλλογικών επιστημονικών φορέων για προώθηση προγραμμάτων αγωγής υγείας και εν γένει εκδηλώσεων, που συμβάλλουν στην προαγωγή της υγείας, καθώς και ο καθορισμός κριτηρίων της οικονομικής ενίσχυσης.»

9. Μετά το στοιχείο 18 της παραγράφου 2α του άρθρου 15 του π.δ. 95/2010 «Οργανισμός του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας» (Α’ 76) προστίθεται στοιχείο 19 ως εξής:

«19) Η εποπτεία του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου.»

10. Στο υπό στοιχείο 8 της παραγράφου 2α του άρθρου 16 του π.δ. 95/2010 «Οργανισμός του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας» (Α’76) καταργείται η φράση «του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου».

Άρθρο 5
Διασύνδεση με ιδρυματικά νοσοκομεία

1. Στην αρχή της παρ. 11 του άρθρου 66 του ν. 3984/2011 (Α’ 150) προστίθεται σημείο Α. Στο τέλος της ίδιας παραγράφου προστίθεται παράγραφος ως εξής:

«Β. Όταν ένα εκ των δύο νοσοκομείων που διασυνδέονται, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 70 του ν. 3918/2011 (Α’ 31), υπάγεται στην παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 (Α’ 37) (εφεξής ιδρυματικό νοσοκομείο) δεν υφίσταται ενιαίο συλλογικό όργανο διοίκησης, διορίζεται όμως κοινός διοικητής σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 3329/2005 (Α’ 81), όπως προστέθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του ν. 3918/2011, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 14 του άρθρου 66 του ν. 3984/2011 και την παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4025/2011. Ο κοινός διοικητής συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο του ιδρυματικού νοσοκομείου, ως ορίζουν οι ειδικές για τα νοσοκομεία αυτά διατάξεις. Κατά τα λοιπά το ιδρυματικό νοσοκομείο διοικείται σύμφωνα με τις συστατικές του πράξεις και ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Το έτερο νοσοκομείο διοικείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 3329/2005 (Α’ 81), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3370/2005 (Α 176), το ν. 3868/2010 (Α’ 129), το ν. 3918/2011 (Α’ 31) και το ν. 4025/2011 (Α’ 228). Εάν ο συνολικός αριθμός των οργανικών κλινών των διασυνδεόμενων νοσοκομείων υπερβαίνει τις τετρακόσιες, μπορεί να τοποθετηθεί στο ιδρυματικό νοσοκομείο Αναπληρωτής Διοικητής εφόσον το επιτρέπουν οι συστατικές του πράξεις και ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, οπότε εφαρμόζεται αναλογικά η παρ. 7 του άρθρου 7 του νόμου 3329/2005, ως ισχύει.

Γ. Όταν διασυνδέονται δύο ή περισσότερα νοσοκομεία με ιδρυματικό νοσοκομείο τότε εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος υπό Β όσον αφορά το ιδρυματικό νοσοκομείο και η διάταξη της περίπτωσης Α του παρόντος για τα λοιπά νοσοκομεία της διασύνδεσης.

2. Στο τέλος της παρ. 12 του άρθρου 66 του ν. 3984/2011 προστίθεται το εξής:

«Από την ως άνω διάταξη εξαιρούνται τα διασυνδεόμενα νοσοκομεία του εδαφίου Β. της παραγράφου 11 του παρόντος.»

Άρθρο 6
Ρύθμιση θεμάτων νοσοκομείων

1. Η παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1397/1983 (Α’ 143) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«2. Υπεύθυνος για το συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας είναι ιατρός γενικής ιατρικής ή παθολόγος, ο οποίος κατέχει οργανική θέση Διευθυντή Ε.Σ.Υ. και ορίζεται με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο αναπληρωτής του. Εάν στο Κέντρο Υγείας δεν υπηρετεί ιατρός με ειδικότητα γενικής ιατρικής ή παθολογίας, ο οποίος κατέχει οργανική θέση Διευθυντή Ε.Σ.Υ., ο Διοικητής της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας μπορεί να αναθέσει το συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας στον αρχαιότερο ιατρό με ειδικότητα γενικής ιατρικής ή παθολογίας, ο οποίος πήρε το βαθμό του Διευθυντή με αναβάθμιση ή που κατέχει προσωποπαγή θέση. Εάν στο Κέντρο Υγείας δεν υπηρετεί ιατρός αυτών των ειδικοτήτων σε οργανική θέση Διευθυντή ή θέση Διευθυντή από αναβάθμιση ή σε προσωποπαγή θέση, ο Διοικητής της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας μπορεί να αναθέσει το συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας σε ιατρό άλλης ειδικότητας ή οδοντίατρο με βαθμό Διευθυντή και εφόσον δεν υπάρχουν, σε Επιμελητή Α’ του Κέντρου Υγείας. Η θητεία του Υπεύθυνου για το συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας είναι τριετής. Με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας καθορίζονται οι ειδικότερες αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του ως άνω υπεύθυνου. Οι ιατροί της περίπτωσης α’ της παρ. 1 του άρθρου αυτού προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Κέντρο Υγείας και τον αντίστοιχο τομέα του νοσοκομείου, στο οποίο υπάγεται το κέντρο, στα όρια του τακτικού ωραρίου εργασίας και του προγράμματος εφημερίας του νοσοκομείου και του Κέντρου Υγείας.»

2. Η παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 1397/1983 (Α’ 143) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«5. Υπεύθυνος για το συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας είναι ιατρός γενικής ιατρικής ή παθολόγος, ο οποίος κατέχει οργανική θέση Διευθυντή Ε.Σ.Υ. και ορίζεται με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο αναπληρωτής του. Εάν στο Κέντρο Υγείας δεν υπηρετεί ιατρός με ειδικότητα γενικής ιατρικής ή παθολογίας, ο οποίος κατέχει οργανική θέση Διευθυντή Ε.Σ.Υ., ο Διοικητής της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας μπορεί να αναθέσει το συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας στον αρχαιότερο ιατρό με ειδικότητα γενικής ιατρικής ή παθολογίας, ο οποίος πήρε το βαθμό του Διευθυντή με αναβάθμιση ή που κατέχει προσωποπαγή θέση. Εάν στο Κέντρο Υγείας δεν υπηρετεί ιατρός αυτών των ειδικοτήτων σε οργανική θέση Διευθυντή ή θέση Διευθυντή από αναβάθμιση ή σε προσωποπαγή θέση, ο Διοικητής της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας μπορεί να αναθέσει το συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας σε ιατρό άλλης ειδικότητας ή οδοντίατρο με βαθμό Διευθυντή και εφόσον δεν υπάρχουν, σε Επιμελητή Α’ του Κέντρου Υγείας. Η θητεία του Υπεύθυνου για το συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας είναι τριετής. Με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας καθορίζονται οι ειδικότερες αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του ως άνω Υπεύθυνου.»

3. Νοσοκομειακά φάρμακα υψηλού κόστους του ν. 3918/2011 (Α’31) που αγοράζονται για διανομή μόνο σε εξωτερικούς ασθενείς, στο πλαίσιο της ολοήμερης λειτουργίας εξαιρούνται του μητρώου δεσμεύσεων, με την προϋπόθεση ότι το τιμολόγιο αγοράς αντιστοιχίζεται με το δελτίο παροχής υπηρεσιών που εκδίδεται για το συγκεκριμένο εξωτερικό ασθενή εξ ονόματος του ΕΟΠΥΥ ή του φορέα κοινωνικής ασφάλισης που ανήκει.

4. Στο άρθρο 5 του ν. 3868/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως ακολούθως:

«4. Για την κάλυψη επειγουσών και επιτακτικών αναγκών στις άγονες και νησιωτικές περιοχές διατίθενται στις Υγειονομικές Περιφέρειες επιπλέον θέσεις επικουρικού προσωπικού όλων των προβλεπόμενων ειδικοτήτων αντίστοιχες των κενών οργανικών ή άλλων θέσεων που δε καλύπτονται.Οι ανωτέρω θέσεις κατανέμονται στους Φορείς και στις ειδικότητες με Πράξη του Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας οποτεδήποτε μέσα στο ίδιο έτος.

Για τον ίδιο λόγο επιτρέπεται η παράταση σύμβασης επικουρικού προσωπικού έως έξι (6) μήνες και μέχρι την κάλυψη των αναγκών από νέα πρόσληψη επικουρικού προσωπικού.

Στην περίπτωση αδυναμίας κάλυψης της δαπάνης μισθοδοσίας του ανωτέρω προσωπικού από τους Φορείς στους οποίους διορίζονται, τη συγκεκριμένη δαπάνη αναλαμβάνει η οικεία Υγειονομική Περιφέρεια.»

5. Η παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 3329/2005 (Α’ 81) αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Στη Διεύθυνση Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης της κάθε Δ.Υ.ΠΕ. καταρτίζονται κατάλογοι επικουρικού προσωπικού, κατά κλάδο, για τους κλάδους Νοσηλευτών ΠΕ και ΤΕ, ΔΕ Αδελφών Νοσοκόμων, ΥΕ Τραυματιοφορέων, ΤΕ Ιατρικών Εργαστηρίων, ΤΕ Ραδιολογίας Ακτινολογίας, ΔΕ Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων, ΔΕ Χειριστών Εμφανιστών, ΔΕ Πληρώματος Ασθενοφόρου, ΤΕ Φυσιοθεραπείας, ΠΕ ή ΤΕ Λογοθεραπείας, ΠΕ ή ΤΕ Εργοθεραπείας, ΠΕ Ειδικών Παιδαγωγών, ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας και ΤΕ ή ΔΕ Θεραπευτών Παιδαγωγών, ΠΕ Φαρμακοποιών Ε.Σ.Υ., ΠΕ Βιοχημικών, ΠΕ Βιολόγων, ΠΕ Ψυχολόγων, ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου, ΠΕ ή ΤΕ Πληροφορικής, ΠΕ ή ΤΕ Διαιτολόγων, ΠΕ Ακτινοφυσικών, ΤΕ Μαιών-Μαιευτών, ΔΕ Βρε-φονηπιοκόμων και ΠΕ Κοινωνικής Εργασίας, ΤΕ ή ΔΕ Θεραπευτών Παιδαγωγών, ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού, ΤΕ Λογιστικής, ΤΕ Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας, ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων, ΔΕ Προσωπικού Η/Υ, ΠΕ και ΤΕ Μηχανικών και ΔΕ Τεχνικού διαφόρων ειδικοτήτων, για την κάλυψη επιτακτικών αναγκών των ΦΠΥΥΚΑ της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων. Στους καταλόγους αυτούς εγγράφονται όσοι κατέχουν αντίστοιχο τίτλο σπουδών και άδεια άσκησης επαγγέλματος, όπου απαιτείται.

Για την πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού λαμβάνεται υπόψη η ανεργία σε ποσοστό 40% και η εμπειρία σε ποσοστό 60%. Η προτεραιότητα μεταξύ των ανέργων καθορίζεται από τη σειρά εγγραφής τους στα μητρώα επιδοτούμενων ανέργων του ΟΑΕΔ. Η εμπειρία αποδεικνύεται με βεβαίωση υπηρεσίας του οικείου φορέα, εφόσον έχει προσφερθεί στο δημόσιο τομέα, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, από βεβαίωση του εργοδότη με κατάθεση των αντίστοιχων ενσήμων εργασίας του οικείου ασφαλιστικού φορέα εφόσον έχει προσφερθεί στον ιδιωτικό τομέα και από βεβαίωση του οικείου ασφαλιστικού φορέα εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει ιδιωτεύσει. Οι υποψήφιοι που εγγράφονται στους καταλόγους επικουρικού προσωπικού δεν μπορούν να παραμείνουν στον κατάλογο πέραν του επόμενου έτους από το έτος εγγραφής τους.».

6. Η φράση « Ο χρόνος διάρκειας της σύμβασης των επικουρικών ιατρών είναι υποχρεωτικά ένα (1) έτος και μπορεί να παρατείνεται για το ίδιο χρονικό διάστημα μόνο εφόσον η θέση προκηρυχθεί εκ νέου και δεν καλυφθεί.» της περίπτωσης β’ της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3580/2007 (Α’ 134) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Ο χρόνος διάρκειας της σύμβασης των επικουρικών ιατρών είναι υποχρεωτικά ένα (1) έτος και μπορεί να παρατείνεται για το ίδιο χρονικό διάστημα μόνο εφόσον η θέση επικουρικού ιατρού προκηρυχθεί εκ νέου και δεν καλυφθεί. Στην περίπτωση που η θέση επικουρικού ιατρού προκηρυχθεί και καλυφθεί, η θητεία του υπηρετούντος επικουρικού ιατρού παρατείνεται μέχρι την κάλυψη της θέσης από τον επικουρικό ιατρό που διορίζεται.»

7. Στην παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 2889/2001 (Α’ 37) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:

«Στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (Τ.Ε.Π.) των Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. απασχολούνται και ιατροί Γενικής Ιατρικής.»

8. Στο άρθρο 5 του ν. 3868/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως ακολούθως:

«4. Παρατείνεται η θητεία των Επικουρικών Φαρμακοποιών και Βοηθών Φαρμακείου που υπηρετούσαν σε ΦΠΥΥΚΑ κατά την 31.12.2011, εφόσον οι ανάγκες των Φορέων που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους εξακολουθούν να υφίστανται, για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από τη λήξη της θητείας τους και μέχρι την κάλυψη των αναγκών από νέες προσλήψεις επικουρικών Φαρμακοποιών. Επικουρικοί Φαρμακοποιοί που υπηρετούσαν σε ΦΠΥΥΚΑ κατά την 31.12.2011 αλλά δεν υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του νόμου, εφόσον οι ανάγκες των Φορέων που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους εξακολουθούν να υφίστανται, διορίζονται εκ νέου για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών και μέχρι την κάλυψη των αναγκών από νέες προσλήψεις επικουρικών Φαρμακοποιών. Σε περίπτωση που έχει λήξει ή λήγει η θητεία επικουρικού Φαρμακοποιού σύμφωνα με τα ανωτέρω, υφίστανται ανάγκες στον Φορέα που προσέφερε ή προσφέρει τις υπηρεσίες του, αλλά ο επικουρικός Φαρμακοποιός που υπηρετούσε ή υπηρετεί δεν επιθυμεί να παραταθεί η θητεία του ή να διορισθεί εκ νέου, είναι δυνατόν να διορισθεί άλλος επικουρικός Φαρμακοποιός από το σχετικό κατάλογο που τηρείται στην οικεία Δ.Υ.ΠΕ., για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών και μέχρι την κάλυψη των αναγκών από νέες προσλήψεις επικουρικών Φαρμακοποιών.»

9. Ο συντελεστής του προτελευταίου εδαφίου της περίπτωσης δ’ της παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 3205/2003 (Α’ 297) διαμορφώνεται από 1.1.2012 σε 0,0052. Το ποσοστό της περίπτωσης ε’ της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου και νόμου διαμορφώνεται από 1.1.2012 σε σαράντα εννέα τοις εκατό (49%).

10. Η δαπάνη των εφημεριών των Ιατρών του ΕΣΥ που διενεργήθηκαν το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 καθ’ υπέρβαση των εγκεκριμένων πιστώσεων, θεωρείται νόμιμη και μπορεί να καταβληθεί από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του έτους 2012. Ο τρόπος πληρωμής τόσο της ανωτέρω δαπάνης, όσο και αυτών που θα προκαλούνται από τούδε και στο εξής, θα γίνεται με χρηματικά εντάλματα πληρωμής.

11. Η παρ. 5 του άρθρου 22 του ν. 4025/2011 (Α’ 228) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«5. Στα νησιά που δεν έχουν νοσοκομείο, ο μέχρι τώρα Αναπληρωτής Διοικητής ή ελλείψει αυτού ο Αντιπρόεδρος, μετέχει ως μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο.»

12. Πανεπιστημιακές Κλινικές και Εργαστήρια, καθώς και τμήματα του ΕΣΥ που μετεγκαταστάθηκαν ή εγκαταστάθηκαν στο Νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» μπορεί να στελεχώνονται με ιατρικό, νοσηλευτικό, παραϊατρικό και λοιπό προσωπικό νοσοκομείων του ΕΣΥ με μετάταξη προσωπικού με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από αίτηση του υπαλλήλου και σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του Νοσοκομείου «Παπαγεωργίου» και του Διοικητή της οικείας Δ. Υ. ΠΕ. στην οποία υπάγεται το νοσοκομείο από το οποίο μετατάσσεται ο υπάλληλος.

13. Οι κατά νόμο ετήσιες αξιολογήσεις των ιατρών ΕΣΥ, καθώς και οι αξιολογήσεις για αναβάθμιση θέσης ή νέας κρίσης για κάλυψη θέσης, είναι υποχρεωτικές και υποβάλλονται εντός του πρώτου τριμήνου κάθε έτους για το προηγούμενο έτος, με ευθύνη του Επιστημονικού Συμβουλίου και του Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας προς το Διοικητή ή Αναπληρωτή Διοικητή του Νοσοκομείου. Οι αξιολογήσεις αυτές περιέχουν υποχρεωτικά ποσοτικά στοιχεία κλινικού έργου, όπως νοσηλευθέντες, ημέρες νοσηλείας μέση διάρκεια νοσηλείας, εξετάσεις, χειρουργικές ή άλλες επεμβάσεις, άμεση διακίνηση λίστας ασθενών, διαγνωστικές πράξεις, συμμετοχή στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση , τη χρήση γενοσήμων, τον ιατρικό φάκελο, τις κωδικοποιήσεις (διαγνώσεων και ιατρικών πράξεων), την τεκμηριωμένη εξοικονόμηση πόρων και την ικανοποίηση των ασθενών με έρευνες ποιότητας.

14. Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 155 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Το παραπάνω δεν ισχύει για τους ιατρούς του ΕΣΥ, των οποίων η παραμονή στην υπηρεσία παρατείνεται μέχρι το 65° έτος της ηλικίας τους.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΘΕΜΑΤΑ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΑΝΑΦΟΡΑΣ (ΕΣΠΑ)

Άρθρο 7

Στο τέλος του άρθρου 9 του ν. 3580/2007 (Α’134), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 3868/ 2010 (Α’ 129), προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος οι προμήθειες των φορέων της παραγράφου 1 του παρόντος, που εντάσσονται στα συγχρηματοδοτούμενα επιχειρησιακά προγράμματα του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) και χρηματοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εγκρίνεται η σκοπιμότητα των ως άνω προμηθειών και η διενέργεια των σχετικών διαγωνιστικών διαδικασιών. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται ιδίως ο δικαιούχος της προμήθειας, ο φορέας διενέργειας του διαγωνισμού, το αντικείμενο της προμήθειας, το είδος της διαγωνιστικής διαδικασίας και ο προϋπολογισμός της δαπάνης. Η προμήθεια των εν λόγω ειδών θα γίνεται σύμφωνα με τις κείμενες περί Κρατικών Προμηθειών διατάξεις.»

Άρθρο 8

1. Το εδάφιο 2 της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3918/ 2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως εξής:

« Εξαιρούνται οι περιπτώσεις 3, 4 και 4Α του παρόντος άρθρου.»

2. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3918/2011, προστίθεται παράγραφος 4Α ως εξής:

«4Α. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος οι προμήθειες των φορέων της παραγράφου 1 του άρθρου 1, που εντάσσονται στα συγχρηματοδοτούμενα επιχειρησιακά προγράμματα του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) και χρηματοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εγκρίνεται η σκοπιμότητα των ως άνω προμηθειών και η διενέργεια των σχετικών διαγωνιστικών διαδικασιών. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται ιδίως ο δικαιούχος της προμήθειας, ο φορέας διενέργειας του διαγωνισμού, το αντικείμενο της προμήθειας, το είδος της διαγωνιστικής διαδικασίας και ο προϋπολογισμός της δαπάνης. Η προμήθεια των εν λόγω ειδών θα γίνεται σύμφωνα με τις κείμενες περί Κρατικών Προμηθειών διατάξεις.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 9

1. Στο άρθρο 18 του π.δ. 95/2000 (Α’76) στην παράγραφο 1 η λέξη « Δημοσίου» αντικαθίσταται από τη λέξη « ΕΟΠΥΥ».

2. Στο άρθρο 18 του π.δ. 95/2000 (Α’ 76) στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 2 οι περιπτώσεις α’ και β’ αντικαθίστανται ως ακολούθως:

« α. Τμήμα (Υ9α) Περίθαλψης ΕΟΠΥΥ

β. Τμήμα (Υ9β) χρηματοδότησης ΕΟΠΥΥ».

3. Στο άρθρο 18 του π.δ. 95/2000 (Α’ 76) στην παράγραφο 2 στην περίπτωση α’ προστίθενται υποπεριπτώσεις 5, 6 και 7 ως ακολούθως:

«(5) Η εποπτεία και έλεγχος του ΕΟΠΥΥ.

(6) Η εφαρμογή και τροποποίηση του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας.

(7) Εφαρμογή της νομοθεσίας για την ασφάλιση της υγείας.»

4. Στο άρθρο 18 του π.δ. 95/2000 (Α’ 76) στην παράγραφο 2 στην περίπτωση β’ προστίθεται υποπερίπτωση 5 ως εξής:

«(5) Αξιοποίηση των πόρων χρηματοδότησης του ΕΟΠΥΥ.»

5. Μεταφέρεται η Γενική Γραμματεία Πρόνοιας από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο άρθρο 52 του π.δ. 63/2005 (Α’ 98) στην παράγραφο 2 περίπτωση η’ προστίθεται περίπτωση γγ’ ως ακολούθως:

«γγ) Γενική Γραμματεία Πρόνοιας. Αρθρο 23 παρ. 1 του ν. 1558/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3242/2004». Στο άρθρο 52 του π.δ. 63/2005 (Α’ 98) στην παράγραφο 2 περίπτωση θ’ η φράση «Γενική Γραμματεία Πρόνοιας. Άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 1558/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3242/2004» διαγράφεται.

6. Στο άρθρο 55 του π.δ. 63/2005 (Α’ 98) στην παράγραφο 9 περίπτωση γ’ υποπερίπτωση ιδιδ’ η φράση «Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης» αντικαθίσταται με τη φράση «Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης».

7. Προστίθεται άρθρο 30Α στο π.δ. 368/1989 (Α 163) ως εξής:

«Άρθρο 30Α

Γενική Διεύθυνση Πρόνοιας

Η Γενική Διεύθυνση Πρόνοιας συντονίζει τη δράση των επί μέρους υπηρεσιακών μονάδων από τις οποίες συγκροτείται, με σκοπό τη μεθοδικότερη, ουσιωδέστερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση του έργου τους.»

8. Προστίθεται άρθρο 30Β στο π.δ. 368/1989 (Α 163) ως εξής:

«Άρθρο 30Β

Διάρθρωση – Αρμοδιότητες

1. Τη Διεύθυνση Προστασίας Οικογένειας συγκροτούν τα εξής Τμήματα:

α. Τμήμα (Π 1α) Οικογένειας και Δημογραφικής Πολιτικής

β. Τμήμα (Π1β) Προστασίας Παιδιών και Εφήβων

γ. Τμήμα (Π1γ) Προστασίας Ηλικιωμένων.

2. Η αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Προστασίας Οικογένειας αναφέρεται στα θέματα που κατανέμονται στα Τμήματα της ως εξής:

α. Τμήμα (Π 1α) Οικογένειας και Δημογραφικής Πολιτικής

(1) Η χάραξη πολιτικής και κατευθύνσεων για την υιοθεσία ανηλίκων, το θεσμό της ανάδοχης οικογένειας, τις διακρατικές υιοθεσίες, το δημογραφικό πρόβλημα, την προστασία πολυτέκνων και την ανοικτή κοινωνική προστασία της μητρότητας και του κακοποιημένου ατόμου.

(2) Η μελέτη και διαχείριση θεμάτων προστασίας οικογένειας και δημογραφικής πολιτικής.

(3) Ο συντονισμός της συνεργασίας των αρμοδίων Υπηρεσιών με σκοπό την ενιαία χάραξη πολιτικής και εφαρμογής της και την παροχή συμβουλευτικών οδηγιών σε Δημόσιες Υπηρεσίες ή Νομικά Πρόσωπα για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(4) Η κατάρτιση προγραμμάτων, η εισήγηση για χρηματοδότηση, η εποπτεία και η αξιολόγηση της εφαρμογής προγραμμάτων προστασίας οικογένειας τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε συνεργασία με τις αντίστοιχες Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(5) Η μέριμνα για την οργάνωση και η παρακολούθηση της λειτουργίας του θεσμού των οικογενειακών επιδομάτων, της εφαρμογής του προγράμματος οικονομικής ενίσχυσης απροστάτευτων παιδιών.

(6) Η συγκέντρωση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων, που υποβάλλονται από Υπηρεσίες και από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς και η μελέτη και επεξεργασία των προτάσεων και εισηγήσεων τους για νέες σύγχρονες μορφές και μεθόδους.

(7) Η εισήγηση προτάσεων για την υιοθέτηση γενικών ή ειδικών μέτρων, για την αποτελεσματικότερη απόδοση των διατιθέμενων πόρων.

(8) Η καταγραφή και παρακολούθηση των δραστηριοτήτων και προγραμμάτων, που αναπτύσσουν Υπηρεσίες της Περιφέρειας, των Ο.Τ.Α., ως και μη κρατικές Οργανώσεις, περιλαμβανομένης της συλλογής στατιστικών στοιχείων για επίσημη χρήση.

(9) Η παρακολούθηση σε συνεργασία με τις συναρμόδιες Υπηρεσίες θεμάτων προστασίας οικογένειας, η ενίσχυση μη κρατικών οργανώσεων για αντικείμενα αρμοδιότητας του Τμήματος και η υποστήριξη της ενίσχυσης τους από αρμόδιους φορείς της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

(10) Η μελέτη και διαχείριση κάθε θέματος, που απορρέει από τον Κοινωνικό Χάρτη, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Κοινωνικής και Ιατρικής Αντίληψης, ως και λοιπούς Διεθνείς Οργανισμούς.

(11) Η οργάνωση σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες ή ιδιωτικούς φορείς ερευνητικών προγραμμάτων, σεμιναρίων, συζητήσεων και διαλέξεων.

(12) Η εισήγηση και διαμόρφωση σε συνεργασία με άλλα Υπουργεία, οργανισμούς και Υπηρεσίες της ακολουθητέας πολιτικής, της θέσης της Ελλάδας για κάθε ζήτημα αρμοδιότητας του Τμήματος, στα πλαίσια συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση, στη συνεργασία της με άλλα Κράτη – Μέλη ως και αυτής με άλλους Διεθνείς Φορείς.

(13) Η συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(14) Η υποβολή προτάσεων προς τη Διεύθυνση Αγωγής Υγείας και Πληροφόρησης του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για δημιουργία και εφαρμογή από αυτήν προγραμμάτων αγωγής υγείας.

β. Τμήμα (Π1β) Προστασίας Παιδιών και Εφήβων

(1) Η χάραξη πολιτικής και κατευθύνσεων για την προστασία παιδιών και εφήβων.

(2) Η μελέτη και διαχείριση θεμάτων προστασίας παιδιών και εφήβων.

(3) Ο συντονισμός της συνεργασίας των αρμοδίων Υπηρεσιών με σκοπό την ενιαία χάραξη πολιτικής και εφαρμογής της και η παροχή συμβουλευτικών οδηγιών σε Δημόσιες Υπηρεσίες ή Νομικά Πρόσωπα για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(4) Η κατάρτιση προγραμμάτων, η χρηματοδότηση, η εποπτεία και η αξιολόγηση της εφαρμογής προγραμμάτων προστασίας παιδιών και εφήβων τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε συνεργασία με τις αντίστοιχες Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

(5) Η συγκέντρωση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων, που υποβάλλονται από Υπηρεσίες και από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς και η μελέτη και επεξεργασία των προτάσεων και εισηγήσεων τους για νέες σύγχρονες μορφές και μεθόδους.

(6) Η εισήγηση προτάσεων για την υιοθέτηση γενικών ή ειδικών μέτρων προστασίας παιδιών και εφήβων, για την αποτελεσματικότερη απόδοση των διατιθέμενων πόρων.

(7) Η καταγραφή και παρακολούθηση των δραστηριοτήτων και προγραμμάτων, που αναπτύσσουν Υπηρεσίες της Περιφέρειας, των Ο.Τ.Α. ως και μη κρατικές Οργανώσεις, περιλαμβανομένης της συλλογής στατιστικών στοιχείων για επίσημη χρήση.

(8) Η παρακολούθηση σε συνεργασία με τις συναρμόδιες Υπηρεσίες θεμάτων προστασίας παιδιών και εφήβων, η ενίσχυση μη κρατικών οργανώσεων για αντικείμενα αρμοδιότητας του Τμήματος και η υποστήριξη της ενίσχυσής τους από αρμόδιους φορείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(9) Η οργάνωση σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες ή ιδιωτικούς φορείς ερευνητικών προγραμμάτων, σεμιναρίων, συζητήσεων και διαλέξεων.

(10) Η εισήγηση και διαμόρφωση σε συνεργασία με άλλα Υπουργεία, Οργανισμούς και Υπηρεσίες της ακολουθητέας πολιτικής, της θέσης της Ελλάδας για κάθε ζήτημα αρμοδιότητας του Τμήματος, στα πλαίσια συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη συνεργασία της με άλλα Κράτη – Μέλη ως και αυτής με άλλους Διεθνείς Φορείς.

(11) Ο καθορισμός των όρων και προϋποθέσεων σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας φορέων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου ή εκδηλώσεων ιδιωτικής κοινωφελούς πρωτοβουλίας και ιδιωτικών επιχειρήσεων που παρέχουν ανάλογες προς τα παραπάνω υπηρεσίες.

(12) Ο έλεγχος, η εποπτεία και η παρακολούθηση εφαρμογής προγραμμάτων και μέτρων που αφορούν στη σύσταση και λειτουργία Κέντρων Προστασίας Παιδιού, Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας Παιδιών, Ιδρυμάτων Προστασίας του βρέφους και της προσχολικής ηλικίας (Παιδικούς και Βρεφονηπιακούς Σταθμούς), Κέντρων Παιδικής Μέριμνας, Παιδοπόλεων και Βρεφοκομείων, καθώς και λοιπών συναφών δράσεων και εκδηλώσεων.

(13) Η έκδοση των αναγκαίων πράξεων σύστασης, κατάρτισης, μεταφοράς, συγχώνευσης, μετατροπής, φορέων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή εκδηλώσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Τμήματος, καθώς και η χωροταξική κατανομή αυτών.

(14) Η έγκριση των οργανισμών και κανονισμών εσωτερικής λειτουργίας των πιο πάνω φορέων και η εποπτεία και παρακολούθηση της δράσης αυτών.

(15) Η χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας εκδηλώσεων ιδιωτικής κοινωφελούς πρωτοβουλίας ή ιδιωτικών επιχειρήσεων.

(16) Η συνεργασία με τα άλλα Τμήματα για την εγγραφή των αναγκαίων πιστώσεων, για την εκτέλεση ή επέκταση των εφαρμοζομένων προγραμμάτων και η εφαρμογή νέων, ως και την κάλυψη των λοιπών αναγκών της Διεύθυνσης, στον προϋπολογισμό του Υπουργείου ή το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και η επιχορήγηση από το προϊόν του Ειδικού Κρατικού Λαχείου των διαφόρων φορέων αρμοδιότητας της Διεύθυνσης και η παρακολούθηση της κίνησης των πιστώσεων αυτών.

(17) Η μέριμνα για την παροχή κάθε φύσεως κοινωνικής προστασίας και φροντίδας προς τις παραπάνω κατηγορίες ατόμων και για την κοινωνική και επαγγελματική αποκατάσταση των παιδιών, που αποφοιτούν από Κέντρα Προστασίας Παιδιού, Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας Παιδιών, Ιδρύματα Παιδικής Προστασίας, Προγράμματα Προστασίας και Φροντίδας Παιδιών και λοιπά προγράμματα πρόνοιας για παιδιά.

(18) Η παρακολούθηση θεμάτων που έχουν σχέση με διεθνείς οργανισμούς, διεθνή συνέδρια, καθώς και την Ελληνική Επιτροπή Συνεργασίας με την UNICEF.

(19) Η συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(20) Η υποβολή προτάσεων προς τη Διεύθυνση Αγωγής Υγείας και Πληροφόρησης του Υπουργείου Υγείας και Ασφάλισης της Υγείας για δημιουργία και εφαρμογή από αυτήν προγραμμάτων αγωγής υγείας.

(21) Η πρόταση προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών για την αγορά, μίσθωση, μεταβίβαση, παραχώρηση χρήσης και εκμίσθωσης ακινήτων από εποπτευόμενους φορείς αρμοδιότητας του Τμήματος.

γ. Τμήμα (Π1 γ) Προστασίας Ηλικιωμένων

(1) Η χάραξη πολιτικής και κατευθύνσεων για την ανοικτή και κλειστή κοινωνική προστασία ηλικιωμένων.

(2) Η μελέτη και διαχείριση θεμάτων προστασίας ηλικιωμένων.

(3) Ο συντονισμός της συνεργασίας των αρμόδιων Υπηρεσιών με σκοπό την ενιαία χάραξη πολιτικής και εφαρμογής της και η παροχή συμβουλευτικών οδηγιών σε Δημόσιες Υπηρεσίες ή Νομικά Πρόσωπα για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(4) Η κατάρτιση προγραμμάτων, η χρηματοδότηση, η εποπτεία και η αξιολόγηση της εφαρμογής προγραμμάτων προστασίας ηλικιωμένων τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε συνεργασία με τις αντίστοιχες Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(5) Η συγκέντρωση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων, που υποβάλλονται από Υπηρεσίες και από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς και η μελέτη και επεξεργασία των προτάσεων και εισηγήσεών τους για νέες σύγχρονες μορφές και μεθόδους.

(6) Η εισήγηση προτάσεων για την υιοθέτηση γενικών ή ειδικών μέτρων προστασίας ηλικιωμένων, για την αποτελεσματικότερη απόδοση των διατιθέμενων πόρων.

(7) Η καταγραφή και παρακολούθηση των δραστηριοτήτων και προγραμμάτων, που αναπτύσσουν Υπηρεσίες της Περιφέρειας, των Ο.Τ.Α. ως και μη κρατικές Οργανώσεις, περιλαμβανομένης της συλλογής στατιστικών στοιχείων για επίσημη χρήση.

(8) Η παρακολούθηση σε συνεργασία με τις συναρμόδιες Υπηρεσίες θεμάτων προστασίας ηλικιωμένων, η ενίσχυση μη κρατικών οργανώσεων για αντικείμενα αρμοδιότητας του Τμήματος και η υποστήριξη της ενίσχυσής τους από αρμόδιους φορείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλους Διεθνείς Οργανισμούς.

(9) Η οργάνωση σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες ή ιδιωτικούς φορείς ερευνητικών προγραμμάτων, σεμιναρίων, συζητήσεων και διαλέξεων.

(10) Η εισήγηση και διαμόρφωση σε συνεργασία με άλλα Υπουργεία, Οργανισμούς και Υπηρεσίες της ακολουθητέας πολιτικής, της θέσης της Ελλάδας για κάθε ζήτημα αρμοδιότητας του Τμήματος, στα πλαίσια συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη συνεργασία της με άλλα Κράτη – Μέλη ως και αυτής με άλλους Διεθνείς Φορείς.

(11) Ο καθορισμός των όρων και των προϋποθέσεων της παροχής κάθε προστασίας, περίθαλψης γενικά.

(12) Η χωροταξική κατανομή και ο καθορισμός των όρων και των προϋποθέσεων σύστασης και οργάνωσης των επί μέρους φορέων προστασίας ηλικιωμένων και η μέριμνα για την κατάρτιση και έγκριση των οργανισμών αυτών.

(13) Η έκδοση των αναγκαίων πράξεων σύστασης, κατάργησης, μεταφοράς, συγχώνευσης, μετατροπής φορέων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Τμήματος, καθώς και η χωροταξική κατανομή αυτών σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο και η εφαρμογή νέων μεθόδων και τεχνικών για την ανάπτυξή τους.

(14) Ο προγραμματισμός στην ανάπτυξη υποδομής, η έγκριση σκοπιμότητας εκτέλεσης έργων στον τομέα αυτό και η παρακολούθηση υλοποίησης των προγραμμάτων.

(15) Ο καθορισμός των όρων και προδιαγραφών σύστασης μονάδων κοινωνικής πρόνοιας αρμοδιότητας του τμήματος.

(16) Η μέριμνα για την παροχή κάθε φύσης ενίσχυσης για τους ηλικιωμένους.

(17) Η έγκριση των οργανισμών και κανονισμών εσωτερικής λειτουργίας των φορέων προστασίας ηλικιωμένων και η εποπτεία και παρακολούθηση της δράσης αυτών.

(18) Ο καθορισμός των όρων και προϋποθέσεων σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας ιδιωτικών κερδοσκοπικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών σε ηλικιωμένους.

(19) Η υλοποίηση των προγραμμάτων ίδρυσης και ανάπτυξης μονάδων κοινωνικής προστασίας ηλικιωμένων, καθώς και ο προσδιορισμός της διασύνδεσής τους με νοσοκομειακές μονάδες.

(20) Η εποπτεία και παρακολούθηση του έργου και της λειτουργίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και των οίκων Ευγηρίας, καθώς και ο καθορισμός της οικονομικής ενίσχυσης αυτών.

(21) Η έκδοση άδειας ίδρυσης ιδιωτικών κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, καθώς και η παρακολούθηση και εποπτεία των παρεχόμενων υπηρεσιών από αυτά. Επίσης η μέριμνα για την έκδοση γνωμοδοτήσεων περί δανειοδότησής τους, καθώς και ο καθορισμός του τιμολογίου περίθαλψης.

(22) Η σύναψη συμβάσεων με ιδιωτικού δικαίου Οίκους Ευγηρίας ή ανάλογες ιδιωτικές κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και η μέριμνα για την εισαγωγή ηλικιωμένων στις κατά τα ανωτέρω συμβατικές κλίνες.

(23) Η πρόταση προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών για την αγορά, μίσθωση, μεταβίβαση, παραχώρηση χρήσης και εκμίσθωσης ακινήτων από εποπτευόμενους φορείς αρμοδιότητας του τμήματος.

(24) Η σύναψη συμβάσεων με Ερευνητικά Κέντρα Δημόσιου ή Ιδιωτικού Δικαίου ή Εκπαιδευτικά Ιδρύματα Ανώτατης και Ανώτερης Εκπαίδευσης και η μέριμνα για την παρακολούθηση των εκπονουμένων ερευνών.

(25) Η συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(26) Η υποβολή προτάσεων προς τη Διεύθυνση Αγωγής Υγείας και Πληροφόρησης του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για δημιουργία και εφαρμογή από αυτήν προγραμμάτων αγωγής υγείας.

Διάρθρωση – Αρμοδιότητες Διεύθυνσης (Π2) Κοινωνικής Αντίληψης και Αλληλεγγύης

1. Τη Διεύθυνση Κοινωνικής Αντίληψης και Αλληλεγγύης συγκροτούν τα εξής Τμήματα:

α. Τμήμα (Π2α) Προστασίας Ευπαθών Ομάδων

β. Τμήμα (Π2β) Κοινωνικής Προστασίας

γ. Τμήμα (Π2γ) Εθελοντισμού και Πιστοποίησης Φορέων

δ. Τμήμα (Π2δ) Προστασίας Προσφύγων και Αιτούντων Άσυλο.

Συνιστάται μία θέση Προϊσταμένου του Τμήματος αυτού κατηγορίας κλάδου ΠΕ Διοικητικού ή ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού ή ΠΕ Κοινωνιολόγων ή ΠΕ Κοινωνικών Ανθρωπολόγων ή ΠΕ Οικονομικού ή ΠΕ Νομικής ή ΠΕ Κοινωνικής Εργασίας ή ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας.

2. Η αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Κοινωνικής Αντίληψης και Αλληλεγγύης αναφέρεται στα θέματα, που κατανέμονται στα Τμήματά της, ως εξής:

α. Τμήμα (Π2α) Προστασίας Ευπαθών Ομάδων

(1) Η μελέτη, κατάρτιση και παρακολούθηση της εφαρμογής προγραμμάτων και λήψη μέτρων κοινωνικής προστασίας ατόμων ή ομάδων ατόμων, που περιέρχονται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, συνεπεία θεομηνιών και άλλων απρόβλεπτων γεγονότων.

(2) Η μελέτη και κατάρτιση τεχνικών προδιαγραφών των εφοδίων εκτάκτων αναγκών, διαλογής και επισκευής του υλικού αυτού, σε συνεργασία με τις Διευθύνσεις Τεχνικών Υπηρεσιών και Προμηθειών (Κρατική Αποθήκη Υλικού).

(3) Η μελέτη, κατάρτιση και παρακολούθηση της εφαρμογής προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας ή οικονομικής ενίσχυσης των οικονομικά αδυνάτων, των κοινωνικά απροσάρμοστων (επαιτών – αλητών) και των παλιννοστούντων ομογενών και επαναπατριζόμενων Ελλήνων (εμφυλίου πολέμου) και των Ελλήνων μεταναστών, ( καθώς και αυτών που προσφεύγουν στην Ελλάδα από άλλες χώρες συνεπεία βίαιων γεγονότων ή άλλων λόγων ανάγκης) και άλλων ευπαθών ομάδων πληθυσμού.

(4) Η μελέτη των αιτιών και των διαστάσεων της φτώχειας. Η μελέτη και εισήγηση μέτρων για την αντιμετώπιση της φτώχειας.

(5) Η εισήγηση συγκέντρωσης εξειδικευμένων στατιστικών στοιχείων κατά την απογραφή του πληθυσμού.

(6) Η συνεργασία με Διεθνείς Οργανώσεις για θέματα αντιμετώπισης της φτώχειας.

(7) Η εκτέλεση των αποφασισθέντων μέτρων για την πρόληψη και αντιμετώπιση της φτώχειας.

(8) Ο καθορισμός των όρων και προϋποθέσεων παροχής κοινωνικής προστασίας στα ανωτέρω άτομα ή ομάδες ατόμων, σε συνδυασμό με υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Κοινωνικό Χάρτη, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Κοινωνικής και Ιατρικής Αντίληψης, ως και λοιπούς Διεθνείς Οργανισμούς.

(9) Η αξιολόγηση προτάσεων του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης για τη διαπίστωση της ανάγκης λήψης γενικών ή ειδικών μέτρων για την εξασφάλιση κατάλληλης κατοικίας σε οικογένειες, οι οποίες στερούνται στέγης ή διαβιούν με δυσμενείς συνθήκες και βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία να εξασφαλίσουν κατοικία με δικά τους μέσα και η κατάρτιση και παρακολούθηση προγραμμάτων της στεγαστικής συνδρομής.

(10) Η μέριμνα για στεγαστική αποκατάσταση θεομηνιοπλήκτων οικογενειών, που δεν περιλαμβάνονται στα προγράμματα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

(11) Η μέριμνα για την τακτοποίηση εκκρεμών ατομικών ή συλλογικών υποθέσεων οικογενειών, που προσέφυγαν στην Ελλάδα, συνεπεία πολεμικών γεγονότων, διεθνών συνθηκών, αυτών που υπάγονται στην εποπτεία του Ύπατου Αρμοστή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ως και κάθε άλλου συναφούς θέματος.

(12) Η παραπομπή θεμάτων για γνωμοδότηση στο Συμβούλιο Κοινωνικής Κατοικίας και Αξιοποίησης Περιουσίας.

(13) Η χορήγηση βεβαιώσεων περί μη ανακλήσεως του οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου) σε αποκατασταθέντες πρόσφυγες και κάθε είδους αλληλογραφία, που προκύπτει από την υποβολή αιτήσεων και ερωτημάτων πολιτών και Υπηρεσιών.

(14) Εκδίκαση προσφυγών του άρθρου 8 του ν. 3200/1955 (Α’ 97) (άρθρο 1 παρ. 2 ν. 2503/1997, (Α’ 107).

(15) Η παρακολούθηση της πορείας των εκτελούμενων έργων στέγασης.

(16) Η παρακολούθηση των Ειδικών Λογαριασμών της Διεύθυνσης και η διακίνηση αυτών. Η κατάρτιση συμβάσεων ειδικών χρηματοδοτήσεων και η παρακολούθηση εκτέλεσης αυτών.

(17) Η διαχείριση των πιστώσεων που διατίθενται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

(18) Η συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(19) Η υποβολή προτάσεων προς τη Διεύθυνση Αγωγής Υγείας και Πληροφόρησης του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για δημιουργία και εφαρμογή από αυτή προγραμμάτων αγωγής υγείας.

β. Τμήμα (Π2β) Κοινωνικής Προστασίας

(1) Η μελέτη και συμβολή στη διαμόρφωση και τον προσδιορισμό του αντικειμένου εργασίας των κοινωνικών λειτουργών στους διαφόρους τομείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών.

(2) Η συμμετοχή στην εκτίμηση κοινωνικών αναγκών και στο σχεδιασμό μέτρων υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, στην εφαρμογή των οποίων χρησιμοποιούνται οι υπηρεσίες του κοινωνικού λειτουργού.

(3) Ο καθορισμός των όρων και περιορισμών σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας υπηρεσιακών μονάδων Κοινωνικής Εργασίας στους διαφόρους τομείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου.

(4) Η έγκριση κανονισμού λειτουργίας υπηρεσιακών μονάδων Κοινωνικής Εργασίας.

(5) Η συμβολή στη σύσταση νέων ή προτύπων υπηρεσιακών μονάδων.

(6) Η συλλογή, επεξεργασία και ανάλυση στοιχείων και πληροφοριών από την ελληνική και διεθνή πρακτική αναφορικά με τους τρόπους και τα χρησιμοποιούμενα μέσα για την ανάπτυξη και προαγωγή της Κοινωνικής Εργασίας.

(7) Η μελέτη, η έκδοση κανονιστικών πράξεων και ο καθορισμός των όρων και προϋποθέσεων σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των φιλανθρωπικών ή κοινωφελών φορέων ιδιωτικής πρωτοβουλίας παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα άλλων Διευθύνσεων της Γενικής Γραμματείας Πρόνοιας, ως και η χορήγηση άδειας λειτουργίας των φορέων αυτών.

(8) Η εποπτεία και παρακολούθηση της δραστηριότητας των ανωτέρω φορέων και η παροχή σε αυτούς κατευθυντηρίων οδηγιών, για την ορθολογικότερη κατανομή και χρησιμοποίηση των κοινωνικών πόρων, που διακινούν και ο καθορισμός του ύψους της οικονομικής ενίσχυσης τους.

(9) Η σύσταση ερανικών επιτροπών και η χορήγηση αδειών διενέργειας εράνων, ως και φιλανθρωπικών και λαχειοφόρων αγορών.

(10) Η κατανομή του προϊόντος του Ειδικού Κρατικού Λαχείου και η παρακολούθηση της αξιοποίησης των πιστώσεων που διατίθενται για σκοπούς Κοινωνικής Αντίληψης.

(11) Η συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(12) Η υποβολή προτάσεων προς τη Διεύθυνση Αγωγής Υγείας και Πληροφόρησης του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για δημιουργία και εφαρμογή από αυτήν προγραμμάτων αγωγής υγείας.

γ. Τμήμα (Π2γ) Εθελοντισμού και Πιστοποίησης Φορέων

(1) Ο σχεδιασμός, η προώθηση και υλοποίηση, μέσω των πρωτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.), που αποτελούν είτε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα είτε σωματεία ή συλλόγους, προγραμμάτων που αφορούν την υγεία και κοινωνική φροντίδα.

(2) Η τήρηση ειδικού μητρώου πρωτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.), που αποτελούν Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, σωματεία ή συλλόγους, που δραστηριοποιούνται στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής φροντίδας και έχουν ως αντικείμενο κυρίως την εθελοντική παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας προς άτομα ή ομάδες πληθυσμού.

(3) Η τήρηση των ειδικών μητρώων για τις οργανώσεις εθελοντικού χαρακτήρα.

(4) Η εξέταση των σχεδίων, υπομνημάτων και των εκθέσεων προόδου που υποβάλλουν οι οργανώσεις αναφορικά με την εκτέλεση προγραμμάτων που έχουν αναλάβει.

(5) Η συνεργασία με τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, άλλων Υπουργείων, αρχών του εξωτερικού, φορέων του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, για την επίτευξη των σκοπών του και ιδιαίτερα με το Τμήμα Αιμοδοσίας της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Μονάδων Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

(6) Η συμμετοχή σε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ενωσης και άλλων διεθνών οργανισμών.

(7) Ο καθορισμός προϋποθέσεων για εγγραφή οργάνωσης στο ειδικό μητρώο.

(8) Η μελέτη και συμβολή στη λήψη μέτρων για την ανάπτυξη και προαγωγή της εθελοντικής προσφοράς υπηρεσιών στον τομέα κοινωνικής πρόνοιας.

(9) Ο συντονισμός των δραστηριοτήτων των φορέων εθελοντικής προσφοράς υπηρεσιών στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και παροχή κατευθύνσεων για ορθολογικότερη:

α) αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού (προσέλκυση, επιλογή και εκπαίδευση εθελοντών) και

β) χρησιμοποίηση των διαχειριζόμενων από αυτούς κοινωνικών πόρων.

(10) Ο καθορισμός ηθικών κινήτρων – τιμητικών διακρίσεων για εθελοντικές δραστηριότητες και κάθε άλλη σχετική με το θέμα αρμοδιότητα.

(11) Ο καθορισμός όρων, προϋποθέσεων, διαδικασίας, κριτηρίων και στοιχείων για την ειδική πιστοποίηση ή άρση αυτής προνοιακών φορέων, ως και κάθε σχετικής λεπτομέρειας.

(12) Η τήρηση Εθνικού Μητρώου κάθε ιδιωτικού φορέα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που παρέχει υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας.

(13) Η έκδοση αποφάσεων αναγνώρισης ως ειδικώς πιστοποιημένων προνοιακών φορέων παροχής υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας.

(14) Η συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

(15) Ο χειρισμός και κάθε άλλου σχετικού με τις προαναφερόμενες αρμοδιότητες θέματος.

δ. Τμήμα (Π2δ) Προστασίας Προσφύγων και Αιτούντων Ασυλο.

Ως αρμοδιότητα του Τμήματος ορίζεται η μελέτη, η κατάρτιση και η παρακολούθηση των προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας και οικονομικής ενίσχυσης των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο. Το Τμήμα διαρθρώνεται σε τέσσερα Γραφεία, ως εξής:

αα) Γραφείο Σχεδιασμού, ββ) Γραφείο Υλοποίησης, γγ) Γραφείο Αξιολόγησης και Ελέγχου, δδ) Γραφείο Εποπτείας Συστήματος Διαχείρισης Αιτημάτων Στέγασης. Το Τμήμα Προστασίας Προσφύγων και Αιτούντων Άσυλο στελεχώνεται από υπαλλήλους κατηγορίας κλάδου Π Ε Διοικητικού ή ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού ή ΤΕ Διοικητικού (7), Π Ε Κοινωνιολόγων ή ΠΕ Κοινωνικών Ανθρωπολόγων ή ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας (3), Π Ε Οικονομικού ή ΠΕ Νομικής ή ΠΕ Διοικητικού -Οικονομικού ή ΠΕ Διοικητικού (2) και οι θέσεις καλύπτονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Διάρθρωση – Αρμοδιότητες Διεύθυνσης (Π3) Προστασίας Ατόμων με Αναπηρίες

1. Τη Διεύθυνση Προστασίας Ατόμων με Αναπηρίες συγκροτούν τα εξής Τμήματα:

α. Τμήμα (Π3α) Οργάνωσης και λειτουργίας δομών και προγραμμάτων ανοικτής κοινωνικής φροντίδας και αποκατάστασης.

β. Τμήμα (Π3β) Οργάνωσης και λειτουργίας δομών και προγραμμάτων αυξημένης φροντίδας.

γ. Τμήμα (Π3γ) Προσβασιμότητας και Πληροφόρησης Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ).

2. Η αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Προστασίας Ατόμων με Αναπηρίες αναφέρεται στα θέματα που κατανέμονται στα Τμήματα της, ως εξής:

α. Τμήμα (Π3α) Οργάνωσης και λειτουργίας δομών και προγραμμάτων ανοικτής κοινωνικής φροντίδας και αποκατάστασης.

(1) Η έρευνα των προβλημάτων, η διαπίστωση του μεγέθους αυτών, η μελέτη και η επεξεργασία των νέων σύγχρονων μορφών και μεθόδων κοινωνικής φροντίδας των ατόμων με ειδικές ανάγκες και χρονίως πασχόντων και η κατάρτιση σχετικών προγραμμάτων.

(2) Η συνεργασία, έγκριση και παρακολούθηση εφαρμογής προγραμμάτων με την Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) ή άλλους Διεθνείς Οργανισμούς.

(3) Η εποπτεία και παρακολούθηση των εφαρμοζόμενων προγραμμάτων για άτομα με ειδικές ανάγκες και χρονίως πάσχοντες και η λήψη μέτρων για βελτίωση αυτών των προγραμμάτων.

(4) Ο καθορισμός των όρων και προϋποθέσεων για την παροχή πάσης φύσεως ενίσχυση στα άτομα με ειδικές ανάγκες και χρονίως πάσχοντες.

(5) Η εποπτεία και παρακολούθηση του έργου και της λειτουργίας φορέων για άτομα με ειδικές ανάγκες και χρονίως πάσχοντες, καθώς και ο καθορισμός της οικονομικής ενίσχυσης αυτών.

(6) Η έκδοση των αναγκαίων πράξεων σύστασης, κατάργησης, μεταφοράς, συγχώνευσης, μετατροπής πάσης φύσεως φορέων για άτομα με ειδικές ανάγκες και χρονίως πάσχοντες και η χωροταξική κατανομή τους.

(7) Ο καθορισμός των όρων και προϋποθέσεων σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των πάσης φύσεως φορέων κοινωνικής προστασίας για άτομα με ειδικές ανάγκες και χρονίως πάσχοντες.

(8) Ο προγραμματισμός και η οργάνωση σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες, κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς, ερευνητικών προγραμμάτων, σεμιναρίων, συζητήσεων, διαλέξεων.

(9) Η συγκέντρωση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων, που υποβάλλονται από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς προνοιακού χαρακτήρα αρμοδιότητας του Τμήματος με στόχο την ενημέρωση του και τη βελτίωση τυχόν δυσλειτουργιών τους.

(10) Η σύναψη συμβάσεων με ερευνητικά κέντρα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή εκπαιδευτικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η μέριμνα για την παρακολούθηση των εκπονούμενων ερευνών.

(11) Η εφαρμογή, παρακολούθηση και εποπτεία καινοτομικών προγραμμάτων, που εφαρμόζονται πειραματικά και η εξαγωγή συμπερασμάτων.

(12) Η οργάνωση και παρακολούθηση όλων των προγραμμάτων οικονομικής φύσεως για τα οποία έχει αρμοδιότητα το Τμήμα.

(13) Η τήρηση βάσεως δεδομένων των επιδοτουμένων ατόμων αρμοδιότητας του Τμήματος.

(14) Η επιχορήγηση από τις πιστώσεις του Ειδικού Κρατικού Λαχείου σε φορείς αρμοδιότητας του Τμήματος.

(15) Η συνεργασία για θέματα ατόμων με ειδικές ανάγκες και χρονίως πασχόντων με φορείς Πρώτου, Δεύτερου και Τρίτου Βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

(16) Η μελέτη σε συνεργασία με τις αρμόδιες Διευθύνσεις του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η εκπόνηση, έγκριση και παρακολούθηση εφαρμογής από ιδρύματα και άλλους φορείς, αρμοδιότητας της Διεύθυνσης, προγραμμάτων προεπαγγελματικής και επαγγελματικής κατάρτισης και ένταξης στην παραγωγική διαδικασία με στόχο την αλληλοαποδοχή και την κοινωνική και επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες και χρονίως πασχόντων.

(17) Η, μετά από συνεργασία με τα άλλα Τμήματα της Διεύθυνσης, ένταξη έργων στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ή σε άλλα προγράμματα (Ευρωπαϊκή Ενωση, κ.λπ.).

(18) Η υποβολή προτάσεων προς τη Διεύθυνση Αγωγής Υγείας και Πληροφόρησης του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για δημιουργία και εφαρμογή από αυτήν προγραμμάτων αγωγής υγείας.

(19) Η συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

β. Τμήμα (Π3β) Οργάνωσης και λειτουργίας δομών και προγραμμάτων αυξημένης φροντίδας.

(1) Η έρευνα των προβλημάτων, η διαπίστωση του μεγέθους αυτών, η μελέτη και η επεξεργασία των νέων σύγχρονων μορφών και μεθόδων κοινωνικής φροντίδας των ατόμων με ειδικές ανάγκες και χρονίως πασχόντων και η κατάρτιση σχετικών προγραμμάτων.

(2) Η συνεργασία, έγκριση και παρακολούθηση εφαρμογής προγραμμάτων με την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ή άλλους Διεθνείς Οργανισμούς.

(3) Η εποπτεία και παρακολούθηση των εφαρμοζομένων προγραμμάτων για άτομα με ειδικές ανάγκες και χρονίως πάσχοντες και η λήψη μέτρων για βελτίωση αυτών των προγραμμάτων.

(4) Η εποπτεία και παρακολούθηση του έργου και της λειτουργίας φορέων για άτομα με ειδικές ανάγκες και χρονίως πάσχοντες, καθώς και ο καθορισμός της οικονομικής ενίσχυσης αυτών.

(5) Η συνεργασία και παρακολούθηση του έργου και της λειτουργίας του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών και του Κέντρου Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών, καθώς και ο καθορισμός της οικονομικής ενίσχυσης αυτών.

(6) Η έκδοση των αναγκαίων πράξεων σύστασης, κατάργησης, μεταφοράς, συγχώνευσης, μετατροπής πάσης φύσεως φορέων για άτομα με ειδικές ανάγκες και χρονίως πάσχοντες και η χωροταξική κατανομή τους.

(7) Ο καθορισμός των όρων και προϋποθέσεων σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των πάσης φύσεως φορέων κοινωνικής προστασίας για άτομα με ειδικές ανάγκες και χρονίως πάσχοντες.

(8) Η ανάπτυξη μονάδων περίθαλψης σε ιδρύματα αρμοδιότητας του Τμήματος και καθορισμός νοσηλίου σε αυτές σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Ανάπτυξης Μονάδων Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

(9) Ο προγραμματισμός και η οργάνωση σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες, κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς, ερευνητικών προγραμμάτων, σεμιναρίων, συζητήσεων, διαλέξεων.

(10) Η συγκέντρωση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων, που υποβάλλονται από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς προνοιακού χαρακτήρα αρμοδιότητας του Τμήματος με στόχο την ενημέρωση του και τη βελτίωση τυχόν δυσλειτουργιών τους.

(11) Η σύναψη συμβάσεων με ερευνητικά κέντρα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή εκπαιδευτικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η μέριμνα για την παρακολούθηση των εκπονουμένων ερευνών.

(12) Η εφαρμογή, παρακολούθηση και εποπτεία καινοτομικών προγραμμάτων, που εφαρμόζονται πειραματικά και η εξαγωγή συμπερασμάτων.

(13) Η οργάνωση και παρακολούθηση όλων των προγραμμάτων οικονομικής φύσεως για τα οποία έχει αρμοδιότητα το Τμήμα.

(14) Η επιχορήγηση από τις πιστώσεις του Ειδικού Κρατικού Λαχείου σε φορείς αρμοδιότητας του Τμήματος.

(15) Η συνεργασία για θέματα ατόμων με ειδικές ανάγκες και χρονίως πασχόντων με φορείς του Πρώτου, Δεύτερου και Τρίτου Βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

(16) Η, μετά από συνεργασία με τα άλλα Τμήματα της Διεύθυνσης, ένταξη έργων στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ή σε άλλα προγράμματα (Ευρωπαϊκή Ενωση, κ.λπ.).

(17) Η υποβολή προτάσεων προς τη Διεύθυνση Αγωγής Υγείας και Πληροφόρησης του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για δημιουργία και εφαρμογή από αυτήν προγραμμάτων αγωγής υγείας.

(18) Η συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θέματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

γ. Τμήμα (Π3γ) Προσβασιμότητας και Πληροφόρησης Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ).

(1) Η μέριμνα για την καταγραφή των υφιστάμενων προβλημάτων προοβασιμότητας και λοιπών διευκολύνσεων για τα ΑμεΑ (υπαλλήλους και εξυπηρετούμενους πολίτες) στους χώρους που αναπτύσσουν τη δραστηριότητα τους οι υπηρεσίες του Υπουργείου ή οι εποπτευόμενοι από αυτήν φορείς, οι οποίοι δεν έχουν συστήσει μονάδα για ΑμεΑ.

(2) Η μελέτη και εισήγηση για τη λήψη των αναγκαίων διοικητικών και νομοθετικών μέτρων εκτέλεσης έργων εξασφάλισης της προσβασιμότητας και λοιπών διευκολύνσεων των πιο πάνω ατόμων, όπως της εύκολης προσέγγισης (χώροι στάθμευσης, πεζοδρόμια), εισόδου και κίνησης εντός των κτιρίων που λειτουργούν υπηρεσίες και φορείς αρμοδιότητας του Υπουργείου (θύρες, διάδρομοι, ανελκυστήρες) δημιουργίας των απαραίτητων προϋποθέσεων για την ανεμπόδιστη εξυπηρέτηση από τους αρμόδιους υπαλλήλους, με συμβατικές και σύγχρονες μεθόδους (κατάλληλες θυρίδες συναλλαγής, εξυπηρέτηση από ένα σημείο, πρόσβαση σε εφαρμογές ηλεκτρονικής διοίκησης για πληροφόρηση και εξυπηρέτηση), και για τη διευκόλυνση τους στη χρήση των ψυκτών νερού, των τηλεφώνων για το κοινό και διαμόρφωση χώρων υγιεινής.

(3) Η προώθηση, κατεύθυνση και συντονισμός των ενεργειών, καθώς και η παρακολούθηση και ο έλεγχος των εκτελούμενων έργων, για την εφαρμογή των πιο πάνω μέτρων και την άμεση συμμόρφωση προς τις υφιστάμενες υποχρεώσεις που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις.

(4) Η σύνταξη τεχνικών προδιαγραφών (όπως για τη διαμόρφωση κτιρίων και την προμήθεια εξοπλισμού), τεχνικών δελτίων έργου, αρχιτεκτονικών και λοιπών μελετών, επιχειρησιακών προγραμμάτων δράσης και προϋπολογισμού δαπάνης, για την εκτέλεση των αναγκαίων έργων προσβασιμότητας και λοιπών διευκολύνσεων των ατόμων ΑμεΑ, στους χώρους που αναπτύσσουν τη δραστηριότητα τους υπηρεσίες του Υπουργείου ή των εποπτευομένων από αυτό φορέων.

(5) Η παρακολούθηση των εξελίξεων της τεχνολογίας και της νομοθεσίας στα πιο πάνω θέματα και η μέριμνα για την εισαγωγή και εφαρμογή από τις υπηρεσίες του Υπουργείου και των εποπτευομένων φορέων, ανάλογων μεθόδων και πρακτικών.

(6) Η συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και με άλλους φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό:

- για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, στοιχείων, τεχνογνωσίας και την αμοιβαία συνδρομή στα παραπάνω θέματα,

- για την ανάπτυξη προσβάσιμων κέντρων πληροφόρησης των παραπάνω ατόμων, την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των υπαλλήλων του Υπουργείου και των πολιτών στην κατανόηση των αναγκών και των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία,

- για την κωδικοποίηση της σχετικής νομοθεσίας που αφορά στα άτομα αυτά.

(7) Η συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θέματα αρμοδιότητας του τμήματος.

(8) Η τήρηση ενιαίου Εθνικού Μητρώου δικαιούχων των κοινωνικών και προνοιακών επιδομάτων, σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Στο μητρώο αυτό καταχωρούνται οι δικαιούχοι του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης, του επιδόματος απόλυτης αναπηρίας, της σύνταξης ανασφάλιστων υπερηλίκων, της προνοιακής σύνταξης, του επιδόματος ανεργίας, του επιδόματος στήριξης ειδικών κατηγοριών ανέργων, των οικογενειακών επιδομάτων του ΟΑΕΔ και των επιδομάτων μητρότητας, των οικογενειακών επιδομάτων σε πολύτεκνες και τρίτεκνες οικογένειες και της εφάπαξ παροχής, της ισόβιας σύνταξης πολυτέκνων, των επιδομάτων ασθενείας, των επιδομάτων ατόμων με αναπηρίες, του επιδόματος ενοικίου, των οικογενειακών επιδομάτων από το Δημόσιο και των οικογενειακών επιδομάτων συνταξιούχων από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Οι Οργανισμοί και β’ βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης, τα ΕΛΤΑ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΔ, ο ΟΕΚ και όλα τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποχρεούνται να παρέχουν όλα τα επί μέρους στοιχεία που τηρούν για τους δικαιούχους τους σε ηλεκτρονική μορφή και αν δεν υπάρχει σε έντυπη μορφή.

Με απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η έκταση εφαρμογής του μητρώου ανάλογα με τους δικαιούχους και το είδος της παροχής, ο χρόνος και τα όργανα της καταγραφής, ο τρόπος και η διαδικασία που θα τηρηθεί, η ένταξη των στοιχείων σε διαδραστική ηλεκτρονική βάση δεδομένων, ώστε να διευκολύνονται οι έλεγχοι, οι όροι και οι φορείς της χρήσης του μητρώου, η διαδικασία πληρωμής των παροχών μέσω τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων, η ημερομηνία κατά την οποία η πληρωμή των παροχών και επιδομάτων θα πραγματοποιείται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή από τα ΕΛΤΑ, η έναρξη εφαρμογής, τα επί μέρους στοιχεία που θα καταχωρούνται στο μητρώο ανά δικαιούχο και είδος παροχής, η υποχρέωση φορέων και δικαιούχων για υποβολή των απαιτούμενων στοιχείων, η συνεργασία με τους ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με την ίδια απόφαση δύναται να εντάσσονται στο μητρώο και άλλες παροχές που χορηγούνται από το κράτος και οι δικαιούχοι αυτών.

Αρμοδιότητες Τμήματος (Π4) Προσωπικού Φορέων Πρόνοιας

(1) Η επεξεργασία στοιχείων για την αριθμητική σύνθεση και τις αριθμητικές μεταβολές του ανωτέρω προσωπικού και η πρόβλεψη της αριθμητικής εξέλιξής του.

(2) Ο προγραμματισμός των αναγκών σε ανθρώπινο δυναμικό όλων των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας του Ε.Κ.Κ.Α., Ε.Ι.Κ. και Κ.Ε.Α.Τ. και των νομικών προσώπων του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας και η κατανομή του σε κλάδους, βαθμούς και ειδικότητες σε συνεργασία με τις αρμόδιες Διευθύνσεις.

(3) Η έκδοση αποφάσεων προκήρυξης πλήρωσης θέσεων και η έγκριση για την πρόσληψη υπαλλήλων στους εποπτευόμενους φορείς ως και η έγκριση, η έκδοση απόφασης μετάταξης ή απόσπασης σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις και ο προσδιορισμός των αμοιβών του προσωπικού των κατασκηνώσεων.

(4) Ο χειρισμός και κάθε άλλου σχετικού με τις προαναφερόμενες αρμοδιότητες θέματος.

(5) Η παροχή οδηγιών σε μισθολογικά θέματα και θέματα εφαρμογής διατάξεων νόμων, προεδρικών διαταγμάτων και κοινών αποφάσεων.

(6) Ο διορισμός διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων και μελών Διοικητικών Συμβούλιων των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου Ε.Κ.Κ.Α., Ε.Ι.Κ., Κ.Ε.Α.Τ. που εποπτεύονται από τις διευθύνσεις και τα τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας.

(7) Η έκδοση αποφάσεων σύστασης επιτροπών και ομάδων εργασίας για θέματα αρμοδιότητας του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας και των διευθύνσεων και τμημάτων της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας.

(8) Η διαχείριση των αρχείων του προσωπικού των φορέων κοινωνικής φροντίδας που καταργήθηκαν με το ν. 3106/2003.»

9. Στη Διεύθυνση Προστασίας Ατόμων με Αναπηρίες προΐσταται υπάλληλος των κλάδων: ΠΕ Κοινωνιολόγων ή ΠΕ Κοινωνικής Διοίκησης, ή ΠΕ Διοικητικού, ή ΠΕ Οικονομικού.

Στα Τμήματα α’ και β’ της Διεύθυνσης προΐστανται υπάλληλοι των κλάδων: ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Κοινωνικής Διοίκησης, ή ΠΕ Διοικητικού, ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΤΕ Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας.

Στο Τμήμα γ’: ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Μηχανικών, ή ΠΕ Ψυχολόγων και αν δεν υφίσταται υπάλληλος των ανωτέρω κλάδων δύναται να προΐσταται υπάλληλος του κλάδου ΤΕ Μηχανικών, ή ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού.

10. Στη Διεύθυνση Προστασίας Οικογένειας προΐσταται υπάλληλος των κλάδων: ΠΕ Διοικητικού, ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Κοινωνικής Διοίκησης.

Στο Τμήμα α’: ΠΕ Διοικητικού, ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Κοινωνικής Διοίκησης.

Στο Τμήμα β’: ΠΕ Διοκητικού, ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Κοινωνικής Διοίκησης, ή ΠΕ Παιδαγωγικής, ή ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας.

Στο Τμήμα γ’: ΠΕ Διοικητικού, ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Κοινωνικής Διοίκησης , ή ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας.

11. Στη Διεύθυνση Κοινωνικής Αντίληψης και Αλληλεγγύης προΐσταται υπάλληλος των κλάδων: ΠΕ Διοικητικού, ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Κοινωνικής Διοίκησης.

Στο Τμήμα α’: ΠΕ Διοικητικού, ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Κοινωνικής Διοίκησης, ή ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας.

Στο Τμήμα β’: ΠΕ Διοικητικού ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Κοινωνικής Διοίκησης ή ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας.

Στο Τμήμα γ’: ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Διοικητικού, ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας, ή ΤΕ Επισκεπτών και Επισκεπτριών Υγείας.

Στο Τμήμα δ’: ΠΕ Διοικητικού, ή ΠΕ Διοικητικού- Οικονομικού, ή ΠΕ Κοινωνιολόγων, ή ΠΕ Κοινωνικών Ανθρωπολόγων, ή ΠΕ Οικονομικού, ή ΠΕ Νομικής, ή ΠΕ Κοινωνικής Εργασίας, ή ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας.

12. Στο Τμήμα Προσωπικού Φορέων Πρόνοιας της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας προΐσταται υπάλληλος των κλάδων: ΠΕ Διοικητικού, ή ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού, ή ΤΕ Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας.

13. Προστίθεται άρθρο 30Γ στο π.δ. 368/1989 (Α’163) ως εξής:

«Άρθρο 30Γ

Κεντρική Αρχή Διακρατικών Υιοθεσιών

1. Συνιστάται Αυτοτελές Τμήμα «Κεντρική Αρχή Διακρατικών Υιοθεσιών», που υπάγεται στον Γενικό Γραμματέα Πρόνοιας. Αποστολή του Τμήματος είναι η επίτευξη των στόχων της Σύμβασης για την προστασία των παιδιών και η συνεργασία σχετικά με τη διακρατική υιοθεσία που υπογράφηκε στη Χάγη στις 29.5.1993 και κυρώθηκε με το ν. 3765/2009 (Α’101).

2. Οι αρμοδιότητες του Αυτοτελούς Τμήματος καθορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8 και 9 του Άρθρου Πρώτου του ν. 3765/2009 (Α’ 101).

3. Το Αυτοτελές Τμήμα «Κεντρική Αρχή Διακρατικών Υιοθεσιών» στελεχώνεται από υπηρετούντες υπαλλήλους των κλάδων: α) Έναν (1) ΠΕ Διοικητικού, β) έναν (1) ΠΕ Μεταφραστών-Διερμηνέων, γ) έναν (1) ΠΕ Στατιστικής, δ) έναν (1) ΠΕ Ψυχολόγων, ε) έναν (1) ΠΕ Κοινωνικής Εργασίας, στ) έναν (1) ΔΕ Διοικητικού – Λογιστικού, η) δύο, (2) ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας και θ) έναν (1) ΤΕ Διοικητικού.

Συνιστάται μια θέση Προϊσταμένου του Τμήματος αυτού κατηγορίας ΠΕ, στην οποία ορίζεται υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ των παραπάνω κλάδων.

4. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας μπορεί να συγκροτούνται επιτροπές ή ομάδες εργασίας από ειδικούς εμπειρογνώμονες (όπως νομικούς και κοινωνικούς επιστήμονες) και στελέχη του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και από ιδιώτες με την παρ. 2 του άρθρου 8 του ν.1579/1985 (Α’ 217) για την υποβοήθηση του Αυτοτελούς Τμήματος «Κεντρική Αρχή Διακρατικών Υιοθεσιών» και με τη μελέτη ειδικών θεμάτων ή προβλημάτων που έχουν σχέση με τις αρμοδιότητες του.»

14. Οι οργανικές θέσεις και το πάσης φύσεως μόνιμο προσωπικό που έχει τοποθετηθεί και υπηρετεί στις διευθύνσεις και τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας και στην Κεντρική Αρχή Διακρατικών Υιοθεσιών, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μεταφέρονται αυτοδικαίως με την οργανική θέση τους, την κατηγορία, τον κλάδο, το βαθμό και την ειδικότητα που κατέχουν στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

15. Το μόνιμο προσωπικό που κατέχει προσωποπαγείς θέσεις του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και το προσωπικό ΙΔΑΧ που ομοίως κατέχει προσωποπαγείς θέσεις, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, διατηρεί τις θέσεις του, οι οποίες μεταφέρονται αυτοδικαίως στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με την ίδια εργασιακή σχέση, ίδια κατηγορία, κλάδο, βαθμό και ειδικότητα.

16. Η αυτοδίκαιη μεταφορά των οργανικών και πάσης φύσεως προσωποπαγών θέσεων και του προσωπικού που τις κατέχει, πραγματοποιείται με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

17. Όσοι υπάλληλοι κατέχουν θέσεις ευθύνης, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, διατηρούν τις θέσεις ευθύνης τους για το υπόλοιπο της θητείας τους και πάντως όχι πέραν της τετραετίας.

18. Υπάλληλοι, οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος, προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απόσπαση στις διευθύνσεις και τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας, συνεχίζουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απόσπαση στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης στις διευθύνσεις και τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας, για όσο χρονικό διάστημα ορίζουν οι αποφάσεις με τις οποίες αποσπάστηκαν. Οι υπάλληλοι αυτοί μπορούν με αίτησή τους, η οποία υποβάλλεται εντός ενός έτους στη Διεύθυνση Προσωπικού του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, να μεταφέρονται μαζί με την οργανική τους θέση στις διευθύνσεις και τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του εκάστοτε αρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης.

19. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού που μεταφέρεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για όλα τα θέματα της υπηρεσιακής και μισθολογικής του κατάστασης και εξέλιξης. Το προσωπικό που μεταφέρεται με τις παρούσες διατάξεις στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τη στελέχωση των διευθύνσεων και τμημάτων της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας, μετακινείται ή τοποθετείται σε άλλες διευθύνσεις ή τμήματα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, για τα επόμενα τρία χρόνια, μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του.

Όλα τα θέματα του προσωπικού που υπηρετεί στις Διευθύνσεις και τα Τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας και του προσωπικού που υπηρετεί στο Γενικό Γραμματέα Πρόνοιας και μεταφέρεται με τις παρούσες διατάξεις στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, διενεργούνται κατά προτεραιότητα μέχρι την 30.6.2012 από τα αρμόδια συλλογικά όργανα και τις λοιπές αρμόδιες διευθύνσεις και τμήματα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

20. Οι θέσεις μόνιμου προσωπικού, των Ιδρυμάτων Παιδικής Προστασίας κατά κατηγορία, κλάδο και αριθμό θέσεων μεταφέρονται αυτοδικαίως στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Το προσωπικό που κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κατέχει τις θέσεις αυτές και προσφέρει υπηρεσίες στις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του στις μονάδες αυτές. Η αυτοδίκαιη μεταφορά των οργανικών θέσεων, πραγματοποιείται με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι θέσεις που αντιστοιχούν στον κλάδο ΤΕ Παιδαγωγικό (Προσωρινό) των Κέντρων Παιδικής Μέριμνας (Κ.Π.Μ.) μεταφέρονται και προστίθενται στις οργανικές θέσεις του κλάδου ΠΕ Παιδαγωγικής Δημοτικής Κ.Π.Μ., μετά την με οποιοδήποτε τρόπο κένωσή τους (άρθρο 32 ν. 2161/1993, Α’ 119). Το προσωπικό αυτό διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1431/1984 «Ρύθμιση θεμάτων φορέων Κοινωνικής Πρόνοιας Παιδικής Προστασίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 46). Προσόντα διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό ορίζονται τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του π.δ. 194/1998 (Α’ 84) και β.δ. 492/1964 (Α’142). Οι θέσεις που αντιστοιχούν στον κλάδο ΤΕ Νηπιαγωγών (Προσωρινός) Κ.Π.Σ. μεταφέρονται και προστίθενται στις οργανικές θέσεις του κλάδου ΤΕ Βρεφονηπιοκομίας Κ.Π.Σ. και Κ.Β.Σ. μετά την με οποιονδήποτε τρόπο κένωσή τους. Το προσωπικό αυτό διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1431/1984 «Ρύθμιση θεμάτων φορέων Κοινωνικής Πρόνοιας Παιδικής Προστασίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 46). Προσόντα διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό ορίζονται τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του π. δ. 194/1998 (Α’ 84) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα. Οι θέσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού των Κ.Π.Σ. και Κ.Β.Σ. μειώνονται κάθε φορά, που τα Ν.Π.Δ.Δ. μεταβιβάζονται στους Ο.Τ.Α. (άρθρο 42 του ν. 2218/1994, Α’90 και άρθρο 9 παρ. 6 του ν. 2503/1997 Α 107).

21. Στο άρθρο 2 του ν. 3329/2005 (Α’81) περίπτωση α’ υποπερίπτωση 1 η φράση «Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας» διαγράφεται.

22. Οι Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας, το Ε.Κ.Κ.Α., το Ε.Ι.Κ. και το Κ.Ε.Α.Τ., υπάγονται στον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και ειδικότερα των αρμόδιων Διευθύνσεων της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας, σύμφωνα με το αντικείμενο της αρμοδιότητας τους. Όπου στην κείμενη νομοθεσία και στις κανονιστικές αποφάσεις αναφέρεται αρμοδιότητα Δ.Υ.ΠΕ. για τις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας η αρμοδιότητα αυτή μεταβιβάζεται στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

23. Όπου στην κείμενη νομοθεσία και σε κανονιστικές αποφάσεις αναφέρεται ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης η αρμοδιότητα μεταβιβάζεται στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για όλα τα θέματα εποπτείας και αρμοδιοτήτων που ασκούνται από τις διευθύνσεις και τα τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας.

24. Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ο ειδικός σύμβουλος και ο ειδικός συνεργάτης του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας, που έχουν προσληφθεί και υπηρετούν την 30.6.2012 μεταφέρονται αυτοδικαίως μαζί με το Γενικό Γραμματέα Πρόνοιας στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι και υπηρετούν με τοποθέτηση, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στο γραφείο του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας συνεχίζουν να εκτελούν τα καθήκοντά τους στο γραφείο του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας.

25. Υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας, το Ε.Κ.Κ.Α., το Ε.Ι.Κ. και το Κ.Ε.Α.Τ. τοποθετούνται μέχρι 30.6.2012 στις διευθύνσεις και στα τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας και από 1.7.2012 ασκούν τα καθήκοντά τους ως αποσπασμένοι στις διευθύνσεις και στα τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

26. Από 1.7.2012 η μισθοδοσία, τα επιδόματα, τα έξοδα κίνησης, οι υπερωρίες, οι αποζημιώσεις κ.λπ. των υπαλλήλων των διευθύνσεων και τμημάτων της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας, του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας, των Ειδικών Επιστημονικών συνεργατών και συμβούλων του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας και των θέσεων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας καταβάλλονται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Μέχρι τότε, η μισθοδοσία, τα επιδόματα, τα έξοδα κίνησης, οι υπερωρίες, οι αποζημιώσεις κ.λπ. των υπαλλήλων της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας, του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας, των Ειδικών Επιστημονικών συνεργατών και συμβούλων του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας και των θέσεων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας καταβάλλονται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

27. Από 1.7.2012 στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μεταφέρεται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και εγγράφεται υποχρεωτικά ο Φ220, καθώς και οι πιστώσεις που αφορούν πάσης φύσεως επιχορηγήσεις, δαπάνες μισθοδοσίας και λειτουργίας των διευθύνσεων και τμημάτων της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας και των φορέων της αρμοδιότητάς τους, του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας, του ειδικού συνεργάτη και ειδικού συμβούλου του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας και των θέσεων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Γενικού Γραμματέα Πρόνοιας. Η εκκαθάριση της μισθοδοσίας, καθώς και οι επιχορηγήσεις για την αντιμετώπιση λειτουργικών δαπανών εξακολουθούν να γίνονται σε βάρος των Κωδικών Αριθμών Εξόδων του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

28. Με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών ρυθμίζεται η μεταφορά και εγγραφή των πιστώσεων, η αναμόρφωση του προϋπολογισμού των Υπουργείων και κάθε σχετικό ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

29. Κτήρια και εξοπλισμός κυριότητας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ή των Δ.Υ.ΠΕ. που περιήλθε σε αυτές με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3106/2003 και της παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 3106/2003, που έχουν παραχωρηθεί για χρήση σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου εποπτευόμενα από τις Διευθύνσεις ή Τμήματα της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας, περιέρχονται αυτοδικαίως σε κυριότητα αυτών χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου και χωρίς αντάλλαγμα. Μέσα σε προθεσμία έξι μηνών το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Ν.Π.Δ.Δ. υποχρεούται σε διενέργεια απογραφής των ακινήτων, που αποκτώνται κατά κυριότητα σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί των ακινήτων, η οποία καταχωρίζεται ατελώς στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ή Κτηματολογίου.

30. Υπάλληλοι των διευθύνσεων ή τμημάτων της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας, που έχουν οριστεί υπόλογοι ή γραμματείς σε επιτροπές που δεν αφορούν τις αρμοδιότητες των διευθύνσεων ή των τμημάτων της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας αντικαθίστανται μέχρι 30.6.2012.

31. Με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης θα πραγματοποιηθεί η μετονομασία των Υπουργείων, η επαναφορά στις Γενικές Διευθύνσεις και Τμήματα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δομών που έχουν προνοιακό νοσοκομειακό ή νοσηλευτικό χαρακτήρα και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

32. Στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης ανατίθεται η αρμοδιότητα οργάνωσης και λειτουργίας του Εθνικού Χάρτη Πρόνοιας για την ηλεκτρονική ενημέρωση και εξυπηρέτηση των πολιτών και για τη διευκόλυνση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης των φορέων του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας του άρθρου 3 του ν. 2646/1998.

33. Ο εξοπλισμός του Ινστιτούτου Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης (Ι.Κ.Π.Α.) που καταργήθηκε με την παρ. 1 α, του άρθρου 3 του ν. 3895/2010 περιήλθε αυτοδικαίως, σύμφωνα με την παρ. 1 β του άρθρου 3 του ιδίου νόμου, στην κυριότητα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Κ.Κ.Α.) δύναται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του να διατεθεί, ως προς το μέρος αυτού, που δεν αξιοποιήθηκε για τις ανάγκες λειτουργίας του, σε Ν.Π.Δ.Δ. Υγείας, Κοινωνικής Φροντίδας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όπως και σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλους κρατικούς φορείς μετά από σχετική αίτηση αυτών τηρουμένων των σχετικών ισχυουσών διατάξεων για την παράδοση και παραλαβή παγίων του δημόσιου τομέα.

34. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 24 του παρόντος άρθρου ισχύουν από 1.7.2012.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ
Ρυθμίσεις για τον ΕΟΠΥΥ

Άρθρο 10
ΕΟΠΥΥ και έσοδα νοσοκομείων Ε.Σ.Υ. από τα κλειστά νοσήλια

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 (Α’31) η φράση «τελεί υπό την εποπτεία των Υπουργείων Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης» αντικαθίσταται με τη φράση «τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης».

2. Από 1.1.2013 τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν από τον ΕΟΠΥΥ το σύνολο των εσόδων από απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης που συμμετέχουν στον ΕΟΠΥΥ συμπεριλαμβανομένων και των αντίστοιχων επιχορηγήσεων που δίδονται από το Υπουργείο Οικονομικών για το σκοπό αυτόν. Με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών ρυθμίζεται η διαδικασία και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.

Άρθρο 11

α. Η μηνιαία φαρμακευτική δαπάνη των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/12 του κονδυλίου που είναι εγγεγραμμένο στον ετήσιο Κοινωνικό Προϋπολογισμό και αντιστοιχεί στην φαρμακευτική περίθαλψη. Το υπερβάλλον μηνιαίο ποσό αναζητείται εκ μέρους των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από τους Κατόχους Αδειας Κυκλοφορίας (ΚΑΚ) φαρμακευτικών προϊόντων. Το υπερβάλλον ποσό υπολογίζεται σε διμηνιαία βάση και καταβάλλεται από τους υπόχρεους ΚΑΚ εντός μηνός από την πιστοποίηση του σε λογαριασμό τραπέζης που θα υποδείξει η Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία πρέπει να εκδοθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και ιδίως ο ακριβής τρόπος υπολογισμού των ποσών που υποχρεούται να καταβάλει κάθε ΚΑΚ, με βάση: ι) την ποσοστιαία αναλογία συμμετοχής κάθε φαρμάκου στη δαπάνη (χωρίς ΦΠΑ), ιι) το μερίδιο αγοράς κάθε φαρμάκου στη θεραπευτική κατηγορία της θετικής Λίστας, iii) τη δυνατότητα τελικού συμψηφισμού τυχόν υπολοιπόμενων ποσών με βάση το συνολικό τζίρο κάθε εταιρείας, ίν) τη συγκριτική κατανάλωση κάθε φαρμάκου με το μερίδιο αγοράς που κατείχε στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα του προηγούμενου έτους, ν) κάθε λεπτομέρεια που αφορά στον τρόπο και χρόνο καταβολής των οφειλόμενων ποσών, καθώς και τη διαδικασία τυχόν συμψηφισμών σε επόμενους λογαριασμούς. Σε περίπτωση μη έγκαιρης απόδοσης των ποσών επιστροφής της παραγράφου αυτής, αυτά εισπράττονται με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ.

β. Για τον υπολογισμό των ως παραμέτρων αξιοποιούνται τα στοιχεία πωλήσεων φαρμάκων που τηρεί ο ΕΟΦ αφαιρουμένων των παράλληλων εξαγωγών και νοσοκομειακών πωλήσεων. Δύναται επίσης να συνεκτιμάται είτε διαζευκτικά είτε σωρευτικά και ο ρυθμός ανάπτυξης (προστιθέμενη αξία στο προϊόν) των επί μέρους ΚΑΚ.

γ. Οι διατάξεις της παραγράφου α’ και β’ του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3918/2011 όπως ισχύει κάθε φορά.

δ. Η ισχύς του παρόντος άρθρου έχει διάρκεια από 1.1.2012 έως 31.12.2015.

Άρθρο 12
Συμψηφισμός απαιτήσεων φορέων κοινωνικής ασφάλισης, νοσοκομείων και φαρμακευτικών εταιρειών

1. Απαιτήσεις ασφαλιστικών φορέων έναντι των φαρμακευτικών εταιρειών ή κατόχων αδείας κυκλοφορίας (ΚΑΚ) φαρμακευτικών σκευασμάτων της παρ. 3α του άρθρου 12 του ν. 3816/2010 (Α’ 6), όπως συμπληρώθηκε με τις παραγράφους 1 και 3δ του άρθρου 36 του ν. 4025/ 2011 (Α’ 228), εκχωρούνται υποχρεωτικά προς τα νοσοκομεία έναντι καταβολής νοσηλίων ασφαλισμένων τους. Τα νοσοκομεία συμψηφίζουν υποχρεωτικά το ποσό των κατά τα ανωτέρω εκχωρουμένων απαιτήσεων τους με οφειλές τους προς τις φαρμακευτικές εταιρείες. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται να καθορίζονται τα ποσά που εκχωρούνται και συμψηφίζονται κατά τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, καθώς και η σχετική διαδικασία.

2. Το εκάστοτε καταβληθέν ποσό της επιστροφής (rebate) της παρ.1 του άρθρου 35 του ν. 3918/2011 όπως ισχύει κάθε φορά, το ποσό που προκύπτει από το άρθρο 11 του παρόντος νόμου, καθώς και το τέλος εισόδου στη λίστα του άρθρου 36 του ν. 4025/2011, εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα ως παραγωγική δαπάνη του τελικώς καταβάλλοντος το ποσό αυτό.

3. Το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να συνάπτει ετησίως συμφωνίες – πλαίσιο με τις φαρμακευτικές εταιρίες για τη χορήγηση περαιτέρω εκπτώσεων στα νοσοκομειακά φάρμακα.

Άρθρο 13
Υπηρεσιακά Συμβούλια ΕΟΠΥΥ και λοιπά θέματα λειτουργίας του

1. Η υποπερίπτωση αβ’ της περίπτωσης α’ της παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 3918/2011 (Α’31) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«αβ. Δύο εκπροσώπους των υπαλλήλων, εκ των οποίων ένας εκπρόσωπος του διοικητικού προσωπικού και ένας εκπρόσωπος του υγειονομικού προσωπικού, με ισάριθμους αναπληρωτές, με βαθμό τουλάχιστον Γ’, οι οποίοι υποδεικνύονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων των φορέων και κλάδων της παραγράφου 2 του άρθρου 17.»

2. Η περίπτωση ε’ της παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 3918/2011 (Α’31) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«ε. Γραμματέας του προσωρινού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Οργανισμού ορίζεται υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Δ’, με αναπληρωτή του υπάλληλο του ίδιου βαθμού του Οργανισμού».

3. Το έκτο εδάφιο της υποπερίπτωσης ββ’ της περίπτωσης β’ της παρ. 3 του άρθρου 33 του ν.3918/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Γραμματέας του προσωρινού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ιατρών και οδοντιάτρων του Οργανισμού ορίζεται υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Δ’, με αναπληρωτή του υπάλληλο του ίδιου βαθμού του ίδιου Οργανισμού».

4. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 3918/2011 προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:

«Οι προθεσμίες των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 104 του ν. 3528/2007 αναστέλλονται μέχρι την κατά τα ανωτέρω συγκρότηση των προσωρινών υπηρεσιακών συμβουλίων, και πάντως όχι πέραν του τριμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος.»

5. Στο άρθρο 26 του ν. 3918/2011 προστίθεται παράγραφος 11 ως ακολούθως:

«11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί, μετά από αίτησή τους, να αποσπώνται, χωρίς γνώμη των υπηρεσιακών συμβουλίων, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, για κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του ΕΟΠΥΥ, υπάλληλοι των παραπάνω υπουργείων, καθώς και των εποπτευόμενων από τα υπουργεία αυτά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για το μεταβατικό διάστημα λειτουργίας του και όχι περισσότερο από δύο χρόνια. Η ανωτέρω απόσπαση λήγει με απόφαση του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ.

Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται, για κάθε συνέπεια, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική θέση από την οποία προέρχονται οι αποσπώμενοι, οι οποίοι δικαιούνται, κατά το χρόνο της απόσπασής τους, να λαμβάνουν από το φορέα υποδοχής τους, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, πλήρεις τις τακτικές αποδοχές και πάσης φύσεως επιδόματα και πρόσθετες απολαβές της οργανικής τους θέσης.»

6. Η περίπτωση Α’ της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 3918/2011 αντικαθίσταται:

« Α. Η Κεντρική Υπηρεσία διαρθρώνεται ως εξής:

1. Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης και Αγοράς Υπηρεσιών Υγείας.

2. Γενική Διεύθυνση Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Υπηρεσιών Υγείας.

3. ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.

Η Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης και Αγοράς Υπηρεσιών Υγείας συγκροτείται από τις ακόλουθες υπηρεσιακές μονάδες:

α. Διεύθυνση Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού

β. Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών

γ. Διεύθυνση Οργάνωσης και Εποπτείας Υπηρεσιών Υγείας ΕΟΠΥΥ

δ. Διεύθυνση Πληροφορικής

ε. Διεύθυνση Προμηθειών

στ. Διεύθυνση Στατιστικής και Μελετών

ζ. Αυτοτελές Τμήμα Εξυπηρέτησης Πολιτών

Η Γενική Διεύθυνση Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Υπηρεσιών Υγείας συγκροτείται από τις ακόλουθες υπηρεσιακές μονάδες:

α. Διεύθυνση Σχεδιασμού

β. Διεύθυνση Αξιολόγησης και διασφάλισης Ποιότητας

γ. Διεύθυνση Φαρμάκου

δ. Διεύθυνση Παροχών και Κατάρτισης συμβάσεων

ε. Διεθνών Ασφαλιστικών σχέσεων. Η Διεύθυνση Ασφαλιστικών Σχέσεων του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, με την υφιστάμενη διάρθρωσή της μεταφέρεται στον ΕΟΠΥΥ.

στ. Διεύθυνση Ελέγχου και Πιστοποίησης Αναπηρίας

ζ. Διεύθυνση Στοματικής Υγείας Υπηρεσίες υπαγόμενες στον Πρόεδρο:

α) Αυτοτελές Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων

β) Αυτοτελές Γραφείο Γραμματείας

γ) Αυτοτελές Τμήμα Διαχείρισης Κρίσεων

δ) Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων».

7. Η περίπτωση ε’ της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 3918/2011 τροποποιείται ως ακολούθως :

«Η Διεύθυνση Προμηθειών έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Την κατάρτιση ετήσιων προγραμμάτων προμηθειών για τον εφοδιασμό όλων των μονάδων του ΕΟΠΥΥ σε εξοπλισμό, έντυπα, υλικά, υπηρεσίες.

β. Τη μέριμνα για τη σύνταξη των προδιαγραφών σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες και η έρευνα αγοράς των υπό προμήθεια ειδών.

γ. Τη διενέργεια της διαδικασίας των διαγωνισμών για την προμήθεια των παραπάνω και η μέριμνα για την κατάρτιση και την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.

δ. Την παρακολούθηση των κατατεθημένων εγγυητικών επιστολών των προμηθευτών, η φύλαξη και η καταχώριση αυτών.

ε. Τη διενέργεια της νόμιμης διαδικασίας για την εκποίηση ή καταστροφή του άχρηστου υλικού σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες και τήρηση βιβλίου αποθήκης και παραστατικών διακίνησης.

στ. Την έγκαιρη και τακτική ενημέρωση του τμήματος προμηθειών για τα υπόλοιπα των ειδών αποθήκης, την ετήσια απογραφή του υλικού, καθώς και η αποτίμηση αυτού, καθώς και την παραλαβή, διακίνηση και φύλαξη επίπλων σκευών, μηχανών και ηλεκτρονικού εξοπλισμού του Οργανισμού, καθώς και η τήρηση του μητρώου αυτών (παγίων).

ζ. Τη μέριμνα για τη μίσθωση ή αγορά ακινήτων σε εκτέλεση του προγράμματος στέγασης, καθώς και για την εγκατάσταση των μονάδων του ΕΟΠΥΥ σε ιδιόκτητα ή μισθωμένα ακίνητα.

η. Τη μέριμνα για την εκμίσθωση ιδιόκτητων ακινήτων του Οργανισμού και η επιμέλεια είσπραξης των μισθωμάτων, καθώς και την παρακολούθηση της έγκαιρης εκτέλεσης των έργων, της τήρησης των προθεσμιών ως την οριστική παραλαβή τους και

θ. το σχεδιασμό μακροπρόθεσμης στρατηγικής κατανομής των περιουσιακών στοιχείων του Οργανισμού και η εισήγηση στο Δ.Σ. για υλοποίηση της στρατηγικής με την επιλογή συγκεκριμένων μετοχών, ομολόγων, ακινήτων.»

8. Στο άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 3819/2011 προστίθεται περίπτωση στ’ ως ακολούθως:

«Η Διεύθυνση Στατιστικής και Αναλογιστικών Μελετών έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Τη συγκέντρωση, επεξεργασία των στατιστικών στοιχείων που αφορούν στις δραστηριότητες των υπηρεσιακών μονάδων του ΕΟΠΥΥ και η σύνταξη εκθέσεων στατιστικών αποτελεσμάτων.

β. Την ειδική επεξεργασία των στατιστικών δεδομένων δημογραφικής κίνησης, αναπαραγωγικότητας, νοσηρότητας, θνησιμότητας και κάθε άλλου είδους στατιστικού δεδομένου του ασφαλιστικού πληθυσμού και η σύνταξη συναφών εκθέσεων.

γ. Τη διανομή όλων των ανωτέρω στοιχείων και πληροφοριών στις Διευθύνσεις της Κεντρικής Υπηρεσίας και τη Διοίκηση του ΕΟΠΥΥ.

δ. Τη συνεργασία με άλλα κέντρα τεκμηρίωσης και λοιπούς φορείς που ασχολούνται με τη συγκέντρωση και επεξεργασία στοιχείων για θέματα συναφή, με τα αντικείμενα του ΕΟΠΥΥ. Η κατάρτιση αναλογιστικών και οικονομικών μελετών που σχετίζονται με την οικονομική πορεία του Οργανισμού.

ε. Την κατάρτιση μελετών και προβλέψεων με τη χρησιμοποίηση των στατιστικών στοιχείων του Οργανισμού και άλλων πληροφοριών, καθώς και η διενέργεια ερευνών σχετικά με την επίτευξη των σκοπών και στόχων του ΕΟΠΠΥ.»

9. Στην παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 3918/2011 προστίθεται εδάφιο:

«Η Διεύθυνση Διεθνών Ασφαλιστικών σχέσεων έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Διαχείριση του μηχανισμού απόδοσης δαπανών υγειονομικής περίθαλψης μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των χωρών του ΕΟΧ ή της Ελβετίας, καθώς επίσης προς παρόχους υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης στα πλαίσια των Ενωσιακών νομικών οργάνων ή των διμερών συμβάσεων ή συμφωνιών για κάλυψη των εν λόγω παροχών σε τρίτες χώρες.

β. Εφαρμογή των Κοινοτικών Κανονισμών 883/2004 και 987/2009 σε θέματα ασφάλισης, παροχών ασθενείας σε είδος – χειρισμός των θεμάτων σε ό,τι αφορά τους Κανονισμούς (ΕΚ) 1408/71 και 574/72, που παραμένουν εφαρμοστέοι για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία) και την Ελβετία, καθώς και της Οδηγίας 2011/24/ΕΕ.

γ. Διαχείριση θεμάτων που ανακύπτουν στα πλαίσια διμερών ή και πολυμερών συμβάσεων ή συμφωνιών κοινωνικής ασφάλειας της χώρας για κάλυψη των λόγω παροχών ασθενείας σε τρίτες χώρες.

δ. Συντονισμός διοικητικών ενεργειών μεταξύ των φορέων ασφάλισης ασθένειας και συναρμοδίων Υπηρεσιών για την ενιαία εφαρμογή Κανονισμών και Οδηγίας, έκδοση γενικών εγκυκλίων οδηγιών, σύνταξη αντίστοιχων μελετών και εκθέσεων αναφοράς, ενημέρωση με όλα τα σύγχρονα μέσα.

10. Στην παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, οι λέξεις «στην Αθήνα» αντικαθίστανται με τη φράση «στο Μαρούσι».

11. Στο άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 3918/2011 (Α’31) προστίθεται εδάφιο:

«Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας εξομοιώνονται πλήρως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους με τον Διοικητή και τους Υποδιοικητές του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.»

12. Καθιερώνεται ολοήμερη λειτουργία των φαρμακευτικών τμημάτων όλων των νοσοκομείων του ΕΣΥ και των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ για την εξυπηρέτηση των εξωτερικών ασθενών που επιθυμούν να εκτελούν συνταγές φαρμάκων ειδικών παθήσεων. Οι δαπάνες για την αμοιβή του προσωπικού του ΕΟΠΥΥ την αμοιβή του επιπλέον προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών της απογευματινής λειτουργίας, καθώς και για προμήθειες υπηρεσιών, αγαθών και εξοπλισμού στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ θα καλυφθούν από μέρος των εσόδων του ΕΟΠΥΥ που προέρχεται από την επιστροφή (rebate) των κατόχων άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων του άρθρου 22 και του άρθρου 26 του παρόντος νόμου. Με απόφαση του Δ.Σ. του ΕΟΠΥΥ καθορίζονται οι αμοιβές του προσωπικού και οι προϋποθέσεις λειτουργίας των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ.

13. Στο εδάφιο β’ της παρ. 12 του άρθρου 28 του ν. 3918/2011, όπως ισχύει, διαγράφονται οι λέξεις από την «την ολοκλήρωση» έως «μίσθωσης έργου» και αντί αυτών τίθενται οι λέξεις «μέχρι δύο χρόνια από 1.1.2012».

14. Στο άρθρο 27 παρ. 5 του ν. 3232/2004 (Α’ 48), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3302/2004 (Α’ 267) και με την παρ. 9 του άρθρου 37 του ν. 3518/2006 (Α’ 272) και εν συνεχεία αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 8β του άρθρου 19 του ν. 3846/2010 (Α’ 66) διαγράφεται η λέξη «ΙΚΑ- ΕΤΑΜ» και αντί αυτής τίθεται η λέξη «ΕΟΠΥΥ» και προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:

«Υφιστάμενες κατά τη δημοσίευση του παρόντος και λήξασες εντός του 2012 συμβάσεις έργου ιατρών του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ που εξυπηρετούν τις ανάγκες του ΕΟΠΥΥ, παρατείνονται με την αυτή έννομη σχέση, για χρονικό διάστημα 12 μηνών.»

15. Το άρθρο 72 του ν. 3918/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«1. Η χορηγούμενη ποσότητα φαρμάκων ανά συνταγή δεν μπορεί να υπερβαίνει το όριο των τριάντα ημερών θεραπείας που προβλέπεται στο ν. 3457/2006 βάσει του δοσολογικού σχήματος που αναφέρεται στα εγκεκριμένα στοιχεία του φαρμάκου, το οποίο αναγράφεται υποχρεωτικά στη συνταγή ανεξάρτητα του αριθμού των εμβαλλαγίων. Εξαιρούνται τα χρόνια νοσήματα όπου εφαρμόζεται η επαναλαμβανόμενη συνταγή και η δίμηνη/τρίμηνη συνταγή στον ΕΟΠΥΥ.

2. Για συνταγές που καταχωρίζονται και εκτελούνται ηλεκτρονικά σύμφωνα με το ν. 3892/2010 καταργείται η υποχρέωση θεώρησης: α) για συνταγές κόστους άνω των εκατόν πενήντα (150) ευρώ, β) για συνταγές που αφορούν τη χορήγηση ιδιοσκευασμάτων ή σκευασμάτων που περιέχουν τις ουσίες που περιέχονται στους πίνακες Α’ – Δ’ του άρθρου 1 του ν. 3459/2006 και γ) για συνταγές με αγωγή διάρκειας έως τριών (3) μηνών που εκδίδονται από ιατρούς του ΕΟ-ΠΥΥ.

3. Με υπουργική απόφαση, σε περιπτώσεις που ο έλεγχος αφορά υψηλές δαπάνες που προκαλούνται στο πλαίσιο των συμβάσεων του οργανισμού με παρόχους υγείας, το ελεγκτικό έργο μπορεί να ανατίθεται και σε εξωτερικούς φορείς έπειτα από απόφαση του Δ.Σ. του ΕΟΠΥΥ.»

16. Στο άρθρο 80 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) προστίθεται παράγραφος 12 ως ακολούθως:

«12. Ιατροί που συνταγογραφούν για τον ΕΟΠΥΥ με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπάγονται στο εννοιολογικό πεδίο του άρθρου 13 περίπτωση α’του Ποινικού Κώδικα.»

17. Στον ΕΟΠΥΥ εντάσσονται την 1.4.2012 ο Οίκος Ναύτου, την 1.5.2012 ο κλάδος υγείας του ΤΑΥΤΕΚΩ και την 1.6.2012 ο κλάδος υγείας του ΕΤΑΑ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

Άρθρο 14

1. Το εδάφιο 2 της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) καταργείται.

2. Η παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3918/2011 (Α’31) τροποποιείται ως ακολούθως:

«1. Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 1,2,3,4,5,6,11 και 12 του ν. 3918/2011 αρχίζει από 1.1.2013. Η ισχύς των άρθρων 8, 9 και 10 αρχίζει με την έγκριση του Συνολικού Προγράμματος Προμηθειών Προϊόντων και Υπηρεσιών, έτους 2013.»

3. Η παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«1. Μέχρι την έγκριση του Συνολικού Προγράμματος Προμηθειών Προϊόντων και Υπηρεσιών, έτους 2013 η Ε.Π.Υ., που εξακολουθεί να λειτουργεί σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 3918/2011, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει, είναι η αρμόδια αρχή για την ολοκλήρωση των διαδικασιών σύναψης και εκτέλεσης των συμβάσεων προμηθειών, που εκκρεμούν από τα προηγηθέντα προγράμματα προμηθειών, έως 30.6.2013.»

4. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3886/2010 (Α’173) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

« Εξαιρούνται από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης οι συμβάσεις ιατροτεχνολογικών προϊόντων, φαρμάκων και υπηρεσιών για το Ε.Σ.Υ. που συνάπτονται με βάση διαγωνιστικές διαδικασίες του Προγράμματος Προμηθειών Υπηρεσιών Υγείας με βάση τους νόμους 3580/2007, 3846/2010, 3867/2010, 3868/2010 και 3918/2010 που αφορούν το Ε.Σ.Υ., για λόγους δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας.»

5. Οι κατεπείγουσες προμήθειες για την κάλυψη των άμεσων αναγκών των Φορέων Υγείας και Πρόνοιας σε ιατροτεχνολογικά προϊόντα και φάρμακα που δεν καλύπτονται, δεν προσφέρονται ή αποστερούνται λόγω εναρμονισμένων πρακτικών των προμηθευτών από την εγχώρια αγορά της Ελληνικής Δημοκρατίας δύναται να καλύπτονται από την αγορά κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβανομένων υπόψη των κατωτέρων τιμών του παρατηρητηρίου.

6. Η Επιτροπή Προμηθειών Υγείας είναι η αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση και την ολοκλήρωση των διαδικασιών σύναψης και εκτέλεσης των συμβάσεων των Π.Π.Υ.Υ 2010-2012 και για την έως την 30.6.2013 συνεποπτεία των τμημάτων προμηθειών των ΔΥ.ΠΕ. (για το ΠΠΥΥ που εκτελούν αυτές) και των τμημάτων προμηθειών και διαχείρισης υλικού των διασυνδεόμενων νοσοκομείων της Υα4/οικ.84624 (Β’ 1681) (για το ΠΠΥΥ που εκτελούν αυτά μέσω των Δ.Υ.ΠΕ.), καθώς και την παρακολούθηση των αναλώσεων και ροών των ιατροτεχνολογικών προϊόντων και νοσοκομειακών φαρμάκων. Όλες οι ανωτέρω διαδικασίες υλοποιούνται σε συνεργασία με τη Συντονιστική Επιτροπή Προμηθειών (ΣΕΠ) η οποία εγκρίνει το ΠΠΥΥ του έτους 2013 και εντεύθεν και δύναται να συγκροτεί ενιαίες αποθήκες υλικών ή φαρμάκων στην έδρα κάθε Δ.Υ.ΠΕ.. Η αρμοδιότητα έγκρισης προμηθειών των ανωτέρω πριν την έγκριση του ΠΠΥΥ 2010 της παρ. 10 του άρθρου 27 ν. 3867/2010 παύει να υφίσταται.

7. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν.3918/2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

« Στο στάδιο της κατακύρωσης των διαγωνισμών του προγράμματος προμηθειών υπηρεσιών υγείας (ΠΠΥΥ) του 2011 και εφεξής γίνεται σύγκριση των τιμών των οικονομικών προσφορών με αυτές του Παρατηρητηρίου Τιμών, όπως καταγράφηκαν κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας υποβολής προσφορών ανά διαγωνισμό, εφόσον η ανωτέρω καταληκτική ημερομηνία έπεται της έναρξης ισχύος του άρθρου 24 του ν. 3846/2010.

8. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3580/2007 ( Α’ 134) τροποποιείται ως ακολούθως: «Κατά τη διάρκεια της θητείας τους τα μέλη της Επιτροπής είναι πλήρους απασχόλησης και παύονται μόνο για σπουδαίο λόγο.»

9. Η ισχύς των προβλεπομένων στην παράγραφο 3 του άρθρου 44 του ν. 4025/2011 (Α’ 228) παρατείνεται έως τη δημοσίευση του παρόντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΦΑΡΜΑΚΕΙΩΝ

Άρθρο 15

Η παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Όλα τα φαρμακεία μπορούν να λειτουργούν κατά τις απογευματινές ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή, καθώς και το Σάββατο.

Φαρμακοποιοί, οι οποίοι, κατόπιν επιλογής τους, επιθυμούν να εργαστούν πέραν του καθοριζόμενου ωραρίου, υποχρεούνται να το δηλώσουν στους οικείους φαρμακευτικούς συλλόγους και στον αρμόδιο Περιφερειάρχη μέχρι την 20ή Μαΐου και την 20ή Νοεμβρίου κάθε έτους, προκειμένου να λειτουργούν κατά το πρώτο ή το δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους αντίστοιχα. Ο οικείος Περιφερειάρχης υποχρεούται να ανακοινώνει το σύνολο των δηλώσεων των φαρμακοποιών μέχρι τις 31 Μαΐου και 31 Οκτωβρίου αντίστοιχα, οι δε οικείοι φαρμακευτικοί σύλλογοι υποχρεούνται να αναφέρουν στους μηνιαίους πίνακες εφημεριών και τα φαρμακεία που λειτουργούν πέραν του νομίμου ωραρίου. Το διευρυμένο ωράριο θα συμπίπτει απόλυτα με αυτό των εφημεριών όπως το ορίζει ο οικείος φαρμακευτικός σύλλογος και θα πρέπει να τηρείται για όλο το χρονικό διάστημα που έχει δηλώσει ο φαρμακοποιός. Η μη τήρηση του διευρυμένου ωραρίου επιφέρει τις προβλεπόμενες από την ισχύουσα νομοθεσία για τις εφημερίες κυρώσεις.

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζεται κάθε τεχνική λεπτομέρεια εφαρμογής της παρούσας διάταξης.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΕΘΝΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

Άρθρο 16
Διατάξεις τιμολόγησης φαρμακευτικών προϊόντων Μεταφορά αρμοδιοτήτων

1. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του π. δ. 95/2000 (Α’ 76) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

« δ. Τμήμα (Υβδ) Τιμών Φαρμάκων

(1) Η έκδοση Δελτίων Τιμών Φαρμάκων με τα οποία καθορίζονται οι τιμές φαρμάκων ανθρώπινης χρήσης, μετά από την εισήγηση του Ε.Ο.Φ. και τη γνώμη της Επιτροπής Τιμών Φαρμάκων.

(2) Η εξέταση των ενστάσεων των Κ. Α. Κ. μετά τη δημοσίευση του Δελτίου Τιμών Φαρμάκων.

(3) Η έκδοση υπουργικών αποφάσεων και η εισήγηση για τη λήψη μέτρων για την προστασία της Δημόσιας Υγείας και των καταναλωτών.

(4) Η παραπομπή θεμάτων στην Επιτροπή Τιμών Φαρμάκων και η εισήγηση πάνω σε αυτά, καθώς και η τήρηση των πρακτικών της Γραμματείας της Επιτροπής Τιμών Φαρμάκων.

(5) Η επιμέλεια για το διορισμό των μελών της Επιτροπής Τιμών Φαρμάκων.»

2. Στο τέλος της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 1316/1983 (Α’3) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ειδικότερα, στον Ε.Ο.Φ. ανατίθεται η αρμοδιότητα υποβολής πρότασης για τον καθορισμό τιμών φαρμάκων ανθρώπινης χρήσης.»

3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 9 του π.δ. 142/1989 προστίθεται περίπτωση ε’ ως ακολούθως:

«ε) Τιμολόγησης φαρμάκων».

4. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του π.δ. 142/1989 προστίθεται περίπτωση ε’ και υποπεριπτώσεις εα’ έως εστ’ ως ακολούθως:

« ε) Στον Ε.Ο.Φ. ανατίθεται η αρμοδιότητα του καθορισμού τιμών φαρμάκων ανθρώπινης χρήσης. Ειδικότερα:

εα) Η ευθύνη για την έρευνα τιμών στις χώρες της Ευρώπης, η συγκέντρωση στοιχείων για τον προσδιορισμό των τιμών, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται κάθε φορά με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

εβ) Ο έλεγχος κοστολογίων που υποβάλλονται από τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις.

εγ) Η ευθύνη για τη συλλογή και επεξεργασία των στοιχείων των Φύλλων Έρευνας Τιμών Φαρμάκων, που υποχρεούνται να υποβάλλουν όλοι οι Κάτοχοι Άδειας Κυκλοφορίας (εφεξής Κ.Α.Κ.) προκειμένου να καθοριστεί τιμή για τα προϊόντα τους.

εδ) Η ευθύνη για τη συγκέντρωση στοιχείων για τα συστήματα απόδοσης τιμών φαρμάκων που ισχύουν σε άλλες χώρες, καθώς και η επεξεργασία και η διαμόρφωση προτάσεων προς τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προκειμένου να υιοθετηθεί το συμφερότερο σύστημα απόδοσης τιμών.

εε) Η ευθύνη για τη συγκέντρωση και επεξεργασία στοιχείων για το κόστος και τις τιμές των φαρμάκων, πρώτων υλών, υλικών συσκευασίας και συνοδών συσκευών, καθώς και η παρακολούθηση της διαμόρφωσης και εξέλιξης των διαφόρων οικονομικών μεγεθών που αφορούν τα φάρμακα.

εστ) Η ευθύνη για την επεξεργασία των στοιχείων, η τελική απόδοση τιμών σύμφωνα με τις αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για την τιμολόγηση φαρμάκων, όπως κάθε φορά ισχύουν και την υποβολή πρότασης Δελτίου Τιμών Φαρμάκων στο Τμήμα Τιμών Φαρμάκων του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

5. Το τμήμα στελεχώνεται άμεσα με μετάταξη κατά τα άρθρα 71 του ν. 3528/2007 και 35 του ν. 4024/2011 και 68 παρ. 1 του ν. 4002/2011 από έναν (1) υπάλληλο ΠΕ Πληροφορικής, δύο (2) υπαλλήλους ΤΕ Πληροφορικής, έναν (1) υπάλληλο ΠΕ Οικονομικού, δύο (2) υπαλλήλους ΠΕ Διοικητικού, δύο (2) υπαλλήλους ΠΕ Φαρμακοποιών και δύο (2) υπαλλήλους ΠΕ Οικονομικών με εξειδίκευση στην κοστολόγηση. Με τον ίδιο τρόπο μετάταξης είναι δυνατόν να στελεχωθούν οι υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις του Ε.Ο.Φ..

6. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και η ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της.

Άρθρο 17

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ν. 1316/1983 (Α’ 3) προστίθεται περίπτωση ζ’ ως ακολούθως:

« ζ) Τη χορήγηση αδειών χονδρικής πώλησης φαρμάκων».

2. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ύστερα από πρόταση του Ε.Ο.Φ., σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 1316/1983, καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης των αδειών χονδρικής πώλησης φαρμάκων από τον Ε.Ο.Φ., η έναρξη ισχύος των σχετικών διατάξεων και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 27 του ν. 1316/1983 (Α’ 3) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«1.α. Τα εργοστάσια και εργαστήρια παραγωγής των προϊόντων των περιπτώσεων β’ , γ’ , δ’ , ε’ , στ’ , ζ’ , η’ και θ’ του άρθρου 2 παρ. 2 του παρόντος νόμου, διαθέτουν έναν υπεύθυνο παραγωγής και έναν υπεύθυνο ποιοτικού ελέγχου, πτυχιούχους Χημικούς ή Φαρμακοποιούς ή Ιατρούς ή Βιολόγους ή Κτηνιάτρους ή Χημικό Μηχανικό, απόφοιτους Πανεπιστημιακών Σχολών της Ελλάδας ή ισότιμων προς αυτές σχολών του εξωτερικού, με πλήρη απασχόληση.

β. Τα εργοστάσια και εργαστήρια παραγωγής των προϊόντων των περιπτώσεων α’ , ιβ’ , ιε’ και ιζ’ του άρθρου 2 παρ. 2 του παρόντος νόμου διαθέτουν έναν υπεύθυνο παραγωγής και έναν πτυχιούχο Χημικό ή Φαρμακοποιό ή Ιατρό ή Βιολόγο ή Κτηνίατρο ή Χημικό Μηχανικό, απόφοιτο Πανεπιστημιακών Σχολών της Ελλάδος ή ισότιμων προς αυτές σχολών του εξωτερικού, με πλήρη απασχόληση.

γ. Τα εργοστάσια και εργαστήρια παραγωγής των προϊόντων των περιπτώσεων ι’ , ια’ , ιγ’ , ιδ’ και ιστ’ του άρθρου 2 παρ. 2 του παρόντος νόμου διαθέτουν ένα υπεύθυνο πρόσωπο, είτε με σύμβαση εργασίας πλήρους ή μερικής απασχόλησης είτε με σύμβαση έργου, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η δυνατότητα ορθής και επαρκούς άσκησης των καθηκόντων του. Το υπεύθυνο πρόσωπο πρέπει να είναι πτυχιούχος Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. ή να διαθέτει ισότιμο αναγνωρισμένο πτυχίο του εξωτερικού, με ειδικότητα ανάλογη προς τα παραγόμενα προϊόντα, ώστε να είναι σε θέση να εφαρμόζει τις προδιαγραφές των προϊόντων, σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει την αντίστοιχη κατηγορία προϊόντων.»

Άρθρο 18

Η παράγραφος 6 του άρθρου 39 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«6. Έργο της Επιτροπής είναι η διατύπωση γνώμης για θέματα που αφορούν τις τιμές πώλησης φαρμακευτικών προϊόντων αρμοδιότητας Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων των περιπτώσεων β’ έως και θ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 1316/1983 (Α’ 3).

Επιπλέον η Επιτροπή Τιμών Φαρμάκων έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Για τον έλεγχο των τιμών των φαρμάκων πριν την έκδοση Δελτίου Τιμών.

β. Για τον έλεγχο των αποτελεσμάτων των ενστάσεων πριν την έκδοση διορθωτικού Δελτίου Τιμών.

γ. Για την εισήγηση στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Ε.Ο.Φ. για συστήματα απόδοσης τιμών Φαρμάκων.»

Άρθρο 19

1. Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 17 του ν.δ. 96/1973 (Α’172), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, μετά τη φράση «Η τιμή κάθε φαρμακευτικού προϊόντος» προστίθεται η φράση «του οποίου βρίσκεται σε ισχύ το πρώτο Εθνικό ή Ευρωπαϊκό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας της δραστικής ουσίας».

2. Στην περίπτωση δ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 17 του ν.δ. 96/1973 (Α’ 172), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, η φράση «Η τιμή κάθε φαρμακευτικού σκευάσματος καθορίζεται υποχρεωτικά από το Τμήμα Τιμών Φαρμάκων της Διεύθυνσης Φαρμάκων και Φαρμακείων του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μέχρι δύο φορές το χρόνο» αντικαθίσταται ως ακολούθως:

« Ο Ε.Ο.Φ εισηγείται στο Τμήμα Τιμών της Διεύθυνσης Φαρμάκων και Φαρμακείων του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης την τιμή κάθε φαρμακευτικού προϊόντος, η οποία δημοσιεύεται σε Δελτία Τιμών από το Τμήμα Τιμών της Διεύθυνσης Φαρμάκων και Φαρμακείων μέχρι τέσσερις φορές το χρόνο.»

Άρθρο 20

Η διάταξη του άρθρου 38 του ν. 3918/2011 (Α’31), το άρθρο 26 του ν. 2072/1992 (Α’125) και η παράγραφος 5 του άρθρου 13 του ν. δ. 96/1973 (Α’ 172) καταργείται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

Άρθρο 21

1. Η περίπτωση γ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 17 του ν. δ. 96/1973 (Α’ 172), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«γ) Οι τιμές των πρωτοτύπων φαρμακευτικών προϊόντων, μετά την πιστοποίηση με κάθε πρόσφορο τρόπο της λήξης της ισχύος του πρώτου Εθνικού ή Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας της δραστικής ουσίας των αντίστοιχων προϊόντων, μειώνονται κατ’ ελάχιστον σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%). Η τιμή του πρώτου φαρμακευτικού προϊόντος όμοιας δραστικής ουσίας και φαρμακοτεχνικής μορφής που εισέρχεται στις αγορές με τη λήξη ισχύος της πρώτης Εθνικής ή Ευρωπαϊκής άδειας κυκλοφορίας (πατέντας) της ενεργού ουσίας, μειώνεται τουλάχιστον κατά εξήντα τοις εκατό (60%) κάτω από τη λιανική τιμή του αντίστοιχου πρωτότυπου φαρμακευτικού προϊόντος, ακριβώς πριν τη λήξη ισχύος του πρώτου Εθνικού ή Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας της δραστικής ουσίας. Η διαδικασία καθορισμού των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων κατά τις προηγούμενες διατάξεις εφαρμόζεται αυτεπάγγελτα από το Τμήμα Τιμών Φαρμάκων του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων. Οι Κ. Α.Κ. έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να δοθεί τιμή στο φαρμακευτικό προϊόν τους μικρότερη της καθοριζόμενης από τις κείμενες διατάξεις.»

2. Όταν πρόσθετα φαρμακευτικά προϊόντα ίδιας δραστικής ουσίας και φαρμακοτεχνικής μορφής εισέρχονται στην αγορά μετά από το πρώτο γενόσημο φάρμακο οι τιμές μειώνονται κατά ένα πρόσθετο 10% για τα νέα φάρμακα που δεν προστατεύονται από Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καθορίζονται όλες οι λεπτομέρειες που αφορούν σε έναν αριθμό φαρμακευτικών προϊόντων ανά δραστική ουσία, μορφή και περιεκτικότητα, σε καθορισμό κριτηρίων για τη σειρά προτεραιότητας των αιτημάτων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

3. Με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που έχουν ισχύ αγορανομικών διατάξεων, που πρέπει να εκδοθούν εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζονται ποσοστά κέρδους για τους εμπόρους φαρμακευτικών προϊόντων χονδρικής πώλησης τα οποία μπορεί να είναι κλιμακωτά ή συνδυασμός κλιμακωτών ποσοστών και πάγιων ποσών. Σε κάθε περίπτωση το ποσοστό μικτού κέρδους από την πώληση φαρμακευτικών προϊόντων το τίμημα των οποίων καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από τους Φ.Κ.Α. δεν μπορεί να υπερβαίνει το 4,9% και υπολογίζεται επί της καθαρής τιμής παραγωγού ή εισαγωγέα του φαρμακευτικού προϊόντος.

4. Καθίσταται υποχρεωτική η ηλεκτρονική καταχώρηση όλων των συνταγών φαρμάκων από τα φαρμακεία προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ανεξάρτητα του τρόπου συνταγογράφησης της συνταγής από τον ιατρό (ηλεκτρονική ή χειρόγραφη). Για κάθε χειρόγραφη συνταγή που καταχωρείται ηλεκτρονικά από τα φαρμακεία προς τους Φ. Κ. Α., οι ιατροί που συνταγογραφούν χειρόγραφα επιβαρύνονται με την καταβολή ποσού αποζημίωσης προς τα φαρμακεία που καταχωρούν τις συνταγές. Χειρόγραφες συνταγές σε καμία περίπτωση δεν αποζημιώνονται από τους Φ.Κ.Α. και τα φαρμακεία δεν μπορούν να απαιτήσουν πληρωμή για τις συνταγές αυτές.

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ορίζεται το ύψος του ποσού, ο τρόπος είσπραξης και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.

5. α) Σε όλα τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. καθιερώνεται η υποχρέωση από 1ης Απριλίου 2012 αναγραφής στη συνταγογράφηση της χημικής ουσίας του φαρμάκου (δραστική ουσία). Τα μηχανογραφικά συστήματα των νοσοκομείων οφείλουν να παρέχουν τη σχετική πληροφορία στους ιατρούς.

β) Από 1ης Απριλίου 2012 όλοι οι ιατροί θα συνταγογραφούν τους ασφαλισμένους των ΦΚΑ κάνοντας αποκλειστικά χρήση της χημικής ονομασίας (δραστική ουσία) των φαρμάκων των δέκα (10) μεγαλυτέρων σε κατανάλωση δραστικών ουσιών, για τις οποίες υπάρχουν φάρμακα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και γενόσημα, εξαιρουμένων αυτών για τις χρόνιες παθήσεις. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός 10 ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καθορίζονται οι συγκεκριμένες δραστικές ουσίες. Από 1ης Ιουνίου 2012 η συνταγογράφηση με βάση τη δραστική ουσία καθίσταται υποχρεωτική και καθολική.

γ) Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων καταρτίζει κατάλογο με τις χημικές ονομασίες των δραστικών ουσιών και τα αντίστοιχα εμπορικά ονόματα όλων των φαρμάκων, τον οποίον αναρτά στην ιστοσελίδα του μέχρι 31 Μαρτίου 2012.»

6. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται να ορίζεται μειωμένο ποσοστό συμμετοχής στην φαρμακευτική περίθαλψη για τους ασφαλισμένους όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 του ν.4025/2011 (Α’228) όταν χορηγείται το φθηνότερο φαρμακευτικό προϊόν όμοιας δραστικής περιεκτικότητας και φαρμακοτεχνικής μορφής με αυτό που έχει συνταγογραφηθεί από τον ιατρό με συναίνεση του ασφαλισμένου. Για την εφαρμογή της προηγούμενης διάταξης, παρέχεται η δυνατότητα στον φαρμακοποιό να μπορεί να χορηγεί το φθηνότερο φαρμακευτικό προϊόν όμοιας δραστικής περιεκτικότητας και φαρμακοτεχνικής μορφής με αυτό που έχει συνταγογραφηθεί από τον ιατρό. Στην περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος επιθυμεί να λάβει ακριβότερο φάρμακο όμοιας δραστικής ο ΦΚΑ αποζημιώνει την τιμή του φθηνότερου και αυτός πληρώνει τη διαφορά.

7. Η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3816/2010 (Α’ 6) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει αντικαθίσταται ως εξής :

«β. Για την κατάρτιση, την αναθεώρηση και τη συμπλήρωση του καταλόγου, εφαρμόζεται σύστημα κατάταξης φαρμακευτικών προϊόντων σύμφωνα με το σύστημα Ανατομικής Θεραπευτικής Χημικής Κατηγοριοποίησης (Anatomic Therapeutic Chemical classification – ATC) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και εισάγεται σύστημα τιμών αναφοράς (Τ.Α.) ανά θεραπευτική κατηγορία φαρμακευτικών προϊόντων. Ως Τιμή Αναφοράς ορίζεται η χαμηλότερη τιμή κόστους ημερήσιας θεραπείας (ΚΗΘ) μεταξύ των φαρμακευτικών προϊόντων κάθε θεραπευτικής κατηγορίας. Παράλληλα εξετάζονται η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και επιλέγονται ανά φαρμακευτικό προϊόν, οι αποζημιούμενες από την Κοινωνική Ασφάλιση ενδείξεις, περιεκτικότητες και συσκευασίες. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτάται στην ιστοσελίδα του ΕΟΦ εξειδικεύονται ο τρόπος κατάρτισης των θεραπευτικών κατηγοριών και προσδιορισμού των τιμών αναφοράς ανά θεραπευτική κατηγορία και οι διαδικασίες αναθεώρησης και συμπλήρωσης του καταλόγου, καθώς και οι αποζημιούμενες ενδείξεις, περιεκτικότητες και συσκευασίες ανά φαρμακευτικό προϊόν και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αποζημιώνουν τα φάρμακα που προστατεύονται από καθεστώς διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας της δραστικής ουσίας και έχουν πάρει άδεια κυκλοφορίας στην Ελλάδα μετά την 1.1.2012, εφόσον αποζημιώνονται από την Κοινωνική ασφάλιση στα 2/3 κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τουλάχιστον σε 12 κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης , οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης των οποίων αποζημιώνουν τα φάρμακα αυτά μετά από αξιολόγηση από έγκυρους οργανισμούς αξιολόγησης τεχνολογίας Υγείας, με την προϋπόθεση πλήρους τήρησης της Κοινοτικής Οδηγίας ΕΚ 89/105-/ΕΟ Οδηγία περί διαφάνειας. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορούν να εξαιρούνται τα φάρμακα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως απαραίτητα για την κάλυψη κινδύνου ζωής ή τα ορφανά φάρμακα, μόνο όταν καλύπτονται από διεθνή κλινικά πρωτόκολλα. Μέχρι την κατάρτιση του Καταλόγου Συνταγογραφούμενων Φαρμάκων σύμφωνα με τα κριτήρια της παρούσας παραγράφου, ισχύει ο θετικός κατάλογος όπως δημοσιεύτηκε με την Αρ. ΔΥΓ3/οικ. 104893 (Β’ 2141 /26.9.2011) και τυχόν τροποποιηθεί από την πρώτη εφαρμογή του άρθρου 37 του ν. 4025/2011 (Α’ 228) και συμπληρωθεί από τη διαδικασία που περιγράφεται στην Αριθμ. ΔΥΓ3α/Γ.Π.95872 (Β’ 2155).

Άρθρο 22

Η παράγραφος 1 του άρθρου 35 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«1.α) Για κάθε φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που συνταγογραφείται από ιατρό και το τίμημα του οποίου καλύπτεται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), τον Ενιαίο Οργανισμό Παροχών Υγειονομικής Περίθαλψης (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και τον Οίκο Ναύτου, θεσπίζεται «τιμή κοινωνικής ασφάλισης» (εφεξής Τ.Κ.Α.) η οποία συνίσταται στην τιμή παραγωγού ή εισαγωγέα, όπως αυτή ορίζεται στην κάθε φορά ισχύουσα υπουργική απόφαση που καθορίζει τον τρόπο τιμολόγησης των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων μειωμένη κατά 9%. Οι Φ.Κ.Α. καλύπτουν τη δαπάνη χορήγησης των συνταγογραφούμενων φαρμάκων μέχρι του ποσού της λιανικής τιμής μειωμένης κατά το ποσό της συμμετοχής του ασφαλισμένου και της προκύπτουσας διαφοράς μεταξύ της τιμής παραγωγού ή εισαγωγέα και της Τ.Κ.Α.. Η δαπάνη που αφορά το παρακρατούμενο 9% βαρύνει αποκλειστικά τους κατόχους της άδειας κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και θεωρείται «επιστροφή» (rebate) των Κ. Α. Κ. των φαρμακευτικών προϊόντων προς τους Φ.Κ.Α. και τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ..

β) Το ποσό που υποχρεούται να αποδώσει κάθε εταιρεία ή κάτοχος άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων προκύπτει από τα στοιχεία των συνολικών πωλήσεών της ανά φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, αφού αφαιρεθούν οι πωλήσεις προς τα νοσοκομεία και οι παράλληλες εξαγωγές σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.). Για τον υπολογισμό του ποσού λαμβάνεται υπόψη η σχέση δημόσιας προς ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη, ήτοι 80% – 20%.

γ) Επιπροσθέτως των διατάξεων των προηγούμενων περιπτώσεων α’ και β’ οι ΚΑΚ κάθε τρίμηνο, αρχής γενομένης από 1-1-2012 υποχρεούνται σε πρόσθετη κλιμακούμενη επιστροφή «rebate» ανάλογα με τον συνολικό όγκο πωλήσεων του κάθε φαρμακευτικού προϊόντος του προηγούμενου τριμήνου, όπως ορίζεται στον πίνακα που ακολουθεί:

Τριμηνιαίος

Πρόσθετο της

συνολικός
όγκος

περίπτωσης
α’

πωλήσεων ανά

της παρούσας

φαρμακευτικό

παραγράφου

προϊόν

ποσό
επιστροφής

 

(rebate)

Από
400.000€-800.000€

2%

Από 800.001
€- 1.500.000€

4%

Από
1.500.001 €- 2.500.000€

6%

Πάνω από
2.500.001 €

8%

Για τον υπολογισμό του τελικού ποσού λαμβάνονται υπόψη οι προϋποθέσεις της περίπτωσης β’σ της παρούσας παραγράφου. Για την απόδοση του πρόσθετου ποσού επιστροφής, αυτή πραγματοποιείται με βάση τις πωλήσεις του προηγούμενου τριμήνου βάσει των στοιχείων πωλήσεων του ΕΟΦ και καταβάλλεται αντίστοιχα για το πρώτο τρίμηνο, μέχρι 30 Απριλίου, για το δεύτερο τρίμηνο μέχρι 31 Ιουλίου, για το τρίτο τρίμηνο μέχρι 31 Οκτωβρίου του ίδιου έτους και για το τέταρτο τρίμηνο μέχρι 31 Ιανουαρίου κάθε επόμενου έτους.

δ) Ο τρόπος υπολογισμού των ποσών από τον Ε.Ο.Φ., όπως περιγράφεται στις περιπτώσεις β’ και γ’ του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν για τις περιπτώσεις όπου ο εκάστοτε Φ.Κ.Α. έχει ενταχθεί στο Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης (εφεξής Σ.Η.Σ.) μέχρι την πλήρη εφαρμογή του τελευταίου ή διαθέτει άλλο ηλεκτρονικό σύστημα σάρωσης των συνταγών (scanning). Στις περιπτώσεις αυτές, το ποσό που υποχρεούται να αποδώσει κάθε εταιρεία ή κάτοχος άδειας κυκλοφορίας υπολογίζεται μέσω του Σ.Η.Σ. ή του άλλου συστήματος ανά Φ.Κ.Α. ή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και αποδίδεται αντίστοιχα στον Φ.Κ.Α. ή τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ..

ε) ί) Σε περίπτωση μη έγκαιρης απόδοσης του ποσού επιστροφής της περίπτωσης α’ ή του πρόσθετου ποσού επιστροφής της περίπτωσης γ’ της παρούσας παραγράφου, αυτά εισπράττονται με τη διαδικασία του Κ.Ε.Δ.Ε., ιι) Τα φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία δεν αποδόθηκε το ποσό της επιστροφής διαγράφονται αυτοδίκαια από τον κατάλογο συνταγογραφούμένων φαρμάκων της παρ.1 του άρθρου 12 του ν. 3816/2010.

iii) Οι εταιρείες δικαιούνται βεβαίωσης καταβολής του ποσού επιστροφής για φορολογική χρήση.

στ) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ρυθμίζεται η διαδικασία, προθεσμίες, τρόπος απόδοσης του ποσού επιστροφής της περίπτωσης α’ και του πρόσθετου ποσού επιστροφής της περίπτωσης γ’ του παρόντος άρθρου από τους ΚΑΚ προς τους Φ.Κ.Α., ή τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και τον Οίκο Ναύτου, ο καταμερισμός του εισπραχθέντος ποσού στους δικαιούχους φορείς, σε συνδυασμό με την παροχή κινήτρων ανάπτυξης των ΚΑΚ, η επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης της παρούσας διάταξης και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

ζ) Η εφαρμογή της παρούσας διάταξης αρχίζει αναδρομικά από 1.1.2012.»

Άρθρο 23

1. Η περίπτωση γ’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3816/2010 (Α’6) αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνονται, μετά από εισήγηση του Ε.Ο.Φ., δύο κατάλογοι με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για θεραπεία σοβαρών ασθενειών της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου ως εξής: i) για αποκλειστική διάθεση από νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές και ιι) για διάθεση και από τα ιδιωτικά φαρμακεία. Με όμοια απόφαση οι εν λόγω κατάλογοι αναθεωρούνται και συμπληρώνονται τουλάχιστον κατ’ έτος. Για τον προσδιορισμό του κόστους λαμβάνεται υπόψη η χονδρική τιμή των ιδιοσκευασμάτων και η συσκευασία τους σε συνδυασμό με το κόστος ημερήσιας θεραπείας. Ο τρόπος διαμόρφωσης της τιμής διάθεσης των ιδιοσκευασμάτων του καταλόγου ι) από τα νοσοκομεία και τις ιδιωτικές κλινικές ορίζεται στη νοσοκομειακή τιμή +5% +Φ.Π.Α. ενώ των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων του καταλόγου ιι) από τα ιδιωτικά φαρμακεία ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που έχει ισχύ αγορανομικής διάταξης στην οποία θα ορίζεται ένα πάγιο ποσό ως κέρδος φαρμακοποιού ή συνδυασμός ποσοστού κέρδους και πάγιου ποσού ως κέρδος φαρμακοποιού.»

«2. Στο τέλος του άρθρου 40 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Με όμοιες αποφάσεις θα πρέπει να καθορίζεται αντί ποσοστού κέρδους φαρμακοποιού, πάγιο ποσό ανά φάρμακο ως κέρδος φαρμακοποιού ή συνδυασμός ποσοστού κέρδους και πάγιου ποσού ως κέρδος φαρμακοποιού, σε συγκεκριμένες κατηγορίες φαρμάκων υψηλού κόστους, οι οποίες καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από εισήγηση του ΕΟΦ εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού και για τα φάρμακα που αποζημιώνονται από την Κοινωνική Ασφάλιση και η χονδρική τιμή τους διαμορφώνεται πάνω από 200 €, τα ποσοστά κέρδους των φαρμακείων διαμορφώνονται ως εξής:

Φάρμακα της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3816/2010

ΑΞΙΑ
ΦΑΡΜΑΚΩΝ

ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΑΙ
ΤΕΛΙΚΗ ΤΙΜΗ

Με ειδική χονδρική*

Νοσοκομειακή

έως 500 €

+ 2% + 8 % + 30 €

Με ειδική χονδρική

Νοσοκομειακή

501 – 1000 €

+ 2% + 7% + 30 €

Με ειδική χονδρική

Νοσοκομειακή

πάνω από 1001 €

+ 2 % + 6 % + 30 €

* Ειδική χονδρική = νοσοκομειακή + 2%

Για τα λοιπά φάρμακα εκτός της παρ. 2, του άρθρου 12, του ν. 3816/2010, και με χονδρική τιμή πάνω από 200€, ως ο πίνακας:

ΑΞΙΑ
ΦΑΡΜΑΚΩΝ

ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΑΙ
ΤΕΛΙΚΗ ΤΙΜΗ

Με χονδρική
από

Χονδρική

200 – 500 €

+ 8% + 30 €

Με χονδρική
από

Χονδρική

501 – 1000 €

+ 7% + 30 €

Με χονδρική
πάνω

Χονδρική

από 1001 €

+ 6 % + 30€

Στην επόμενη ανακοστολόγηση που δεν μπορεί να είναι αργότερα από τις 15 Ιουνίου 2012 το κέρδος του φαρμακείου για τα φάρμακα που η χονδρική τιμή διαμορφώνεται στα 200 € και πάνω, θα αντιστοιχεί σε 30 € επί της χονδρικής τιμής και της ειδικής χονδρικής τιμής.»

«3. Στο άρθρο 9 του ν. 2889/2001 (Α’ 37) προστίθεται παράγραφος 10, ως εξής:

«10. Η χρέωση των φαρμάκων για τη θεραπεία σοβαρών ασθενειών του καταλόγου της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του ν. 3816/2010 (Α’ 6) και όσων φαρμάκων εξαιρούνται του κλειστού νοσηλείου από τα δημόσια νοσοκομεία και τις ιδιωτικές κλινικές προς τους φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης γίνεται στη νοσοκομειακή τιμή +5% +ΦΠΑ.»

Άρθρο 24

Στο άρθρο 34 του ν. 3918/2011 (Α’31) προστίθεται παράγραφος 6 ως ακολούθως:

«6. Καθιερώνεται πρόσθετο κλιμακωτό ποσοστό επιστροφών σε κάθε τιμολόγιο πωλήσεων των φαρμακείων προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ως εξής:

style='margin-left:2.0pt;border-collapse:collapse;mso-padding-alt:0cm 2.0pt 0cm 2.0pt'>

Για
τιμολόγια:

Ποσοστό
επιστροφής

μέχρι 35.000

0%

από 35.001
έως 50.000 €

0,50%

από 50.001
έως 60.000€

1,25%

από 60.001
έως 80.000€

2,25%

από 80.001
έως 100.000€

3,50%

από 100.001
και πάνω

5%

Το ποσό που προκύπτει κάθε φορά αναγράφεται στο τιμολόγιο και αφαιρείται από την αξία του ως έκπτωση.»

Άρθρο 25

Καθιερώνεται ολοήμερη λειτουργία των φαρμακευτικών τμημάτων όλων των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. για την εξυπηρέτηση των εξωτερικών ασθενών που επιθυμούν να εκτελέσουν συνταγές φαρμάκων ειδικών παθήσεων.

Τα ποσά που προκύπτουν κάθε φορά από το επιπλέον της νοσοκομειακής τιμής ποσοστό 5% εγγράφονται στο μοναδιαίο λογαριασμό της παραγράφου 7 του άρθρου 9 του ν. 2889/2001. Τα έσοδα που προκύπτουν από το συγκεκριμένο ποσό διατίθενται κατά προτεραιότητα για την απογευματινή λειτουργία του νοσοκομειακού φαρμακείου και ιδίως για αμοιβή του προσωπικού, για τις ανάγκες κάλυψης αμοιβών επιπλέον προσωπικού για την απογευματινή λειτουργία, καθώς για τις προμήθειες υπηρεσιών, αγαθών και εξοπλισμού για την απογευματινή λειτουργία του νοσοκομειακού φαρμακείου. Οι νοσοκομειακοί φαρμακοποιοί που θα δηλώσουν συμμετοχή στην απογευματινή λειτουργία δεν μπορούν να συμμετέχουν τις ίδιες μέρες στο πρόγραμμα εφημεριών.

Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται τα ποσοστά, όροι και προϋποθέσεις διάθεσης των ανωτέρω εσόδων.

Η εκτέλεση συνταγών φαρμάκων ειδικών παθήσεων των εξωτερικών ασθενών γίνεται με το σύστημα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και υποβάλλεται κάθε μήνα ως φαρμακευτική δαπάνη στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Τα ασφαλιστικά ταμεία οφείλουν να εξοφλούν τη δαπάνη των φαρμάκων αυτών στον ίδιο χρόνο με τα ιδιωτικά φαρμακεία.

Άρθρο 26

Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 3918/2011 τροποποιείται ως ακολούθως:

«Το ποσοστό της επιστροφής κλιμακώνεται σύμφωνα με την ακόλουθη προοδευτική διαβάθμιση, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ η προοδευτική διαβάθμιση του προηγούμενου πίνακα για τους Φ. Κ. Α. που δεν εντάσσονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.:

Ύψος

Προοδευτικό

 

 

αιτούμενου

ποσοστό

Τελικό ποσό

Συνολικό

ποσού ανά

επιστροφής

κλιμακίου

ποσό

Κλάδο

επί του
ύψους

ανά

 

Υγείας ΦΚΑ

του
αιτούμενου

κλιμάκιο

 

 

ποσού

 

 

0-3.000 €

0%

0

0

3.001
€-10.000 €

2%

140

140

10.001€-30.000

3%

600

740

30.001
€-40.000 €

5%

500

1.240

Από 40.001 €

 

 

 

και πάνω

6%

 

 

Η παρούσα διάταξη ισχύει από 1.1.2012.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ θ’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Άρθρο 27

1. Στην περίπτωση Δ’ υποπερίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3106/2003 (Α’30) η φράση «έδρα τον Δήμο Θεσσαλονίκης» αντικαθίσταται με τη φράση «έδρα τον Δήμο Πυλαίας-Χορτιάτη».

2. Στην περίπτωση Ε’ υποπερίπτωση ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3106/2003 (Α’ 30) η φράση «έδρα τον Δήμο Λάρισας» αντικαθίσταται με τη φράση «έδρα τον Δήμο Τυρνάβου».

3. Στην περίπτωση Δ’ υποπερίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ν. 3329/2005 (Α’ 81) η λέξη «Ατόμων» αντικαθίσταται με τη λέξη «Παιδιών».

4. Στην περίπτωση Δ’ υποπερίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ν. 3329/2005 (Α’ 81) η φράση « έδρα τον Δήμο Θεσσαλονίκης» αντικαθίσταται με τη φράση «έδρα τον Δήμο Πυλαίας-Χορτιάτη».

5. Στην περίπτωση Ε’ υποπερίπτωση στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ν. 3329/2005 (Α’ 81) η λέξη «Λάρισας» αντικαθίσταται με τη λέξη «Τυρνάβου».

6. Στην περίπτωση Ζ’ υποπερίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ν. 3329/2005 (Α’ 81) η λέξη «Λασιθίου» αντικαθίσταται με τη λέξη «Αγίου Νικολάου Λασιθίου Κρήτης».

7. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 15Α του ν. 3329/2005 (Α’ 81), όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4025/2011 (Α’ 228), προστίθεται περίπτωση ι’ ως ακολούθως:

«ι) Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης Παιδιών με Αναπηρία Θεσσαλονίκης με έδρα τον Δήμο Πυλαίας – Χορτιάτη».

8. Στον τίτλο του Κεφαλαίου Β’ και στον τίτλο του άρθρου 11, του άρθρου 12, του άρθρου 13 και του άρθρου 14 στο ν. 4025/2011 (Α’228) η φράση «Φυσικής και Ιατρικής Αποκατάστασης» αντικαθίσταται από τη φράση «Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης».

9. Στο άρθρο 9Α του ν. 2889/2001 (Α’ 37), όπως προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 4025/2011 (Α’ 228), όπου υπάρχει η φράση «Φυσικής και Ιατρικής Αποκατάστασης» αντικαθίσταται από την φράση «Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης».

10. Στην περίπτωση μ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 9Α του ν. 2889/2001 (Α’ 37), όπως προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 4025/2011 (Α’ 228) η λέξη «Πανεπιστημιακό» διαγράφεται.

11. Στην περίπτωση ω’ της παραγράφου 1 του άρθρου 9Α του ν. 2889/2001 (Α’ 37), όπως προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 4025/2011 (Α’ 228) το εντός της παρενθέσεως (ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ) αντικαθίσταται από «(ΚΑΑΚΥΑμεΑ)».

12. Στο άρθρο 9Β του ν. 2889/2001 (Α’ 37), όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4025/2011 (Α’ 228), όπου υπάρχει η φράση «Φυσικής και Ιατρικής Αποκατάστασης» αντικαθίσταται από τη φράση «Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης».

13. Στο άρθρο 9Γ του ν. 2889/2001 (Α’ 37), όπως προστέθηκε με το άρθρο 13 του ν. 4025/2011 (Α’ 228), όπου υπάρχει η φράση «Φυσικής και Ιατρικής Αποκατάστασης» αντικαθίσταται από τη φράση «Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης».

14. Στο άρθρο 9Δ του ν. 2889/2001 (Α’ 37), όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 4025/2011 (Α’228), όπου υπάρχει η φράση «Φυσικής και Ιατρικής Αποκατάστασης» αντικαθίσταται από τη φράση «Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης».

15. Στο άρθρο 15 του ν. 4025/2011 (Α’228) όπου υπάρχει η φράση «Φυσικής και Ιατρικής Αποκατάστασης» αντικαθίσταται από τη φράση «Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης».

16. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 16 του ν. 4025/2011 (Α’228) στο προτελευταίο εδάφιο η φράση «στις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας στις οποίες συγχωνεύθηκαν.» αντικαθίσταται με τη φράση «στα Νοσοκομεία στα οποία εντάχθηκαν.»

17. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 16 του ν. 4025/2011 (Α’228) στο τελευταίο εδάφιο η φράση «τους φορείς στους οποίους συγχωνεύθηκαν» αντικαθίσταται με την φράση « τα Νοσοκομεία στα οποία εντάχθηκαν».

18. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 3329/2005 η λέξη «Εσωτερικών» αντικαθίσταται από τη φράση «Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης».

19. Στην παράγραφο 13 του άρθρου 7 του ν. 3329/2005 (Α’81), όπως προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 15 του ν. 4025/2011 (Α’228), όπου υπάρχει η φράση «Φυσικής και Ιατρικής Αποκατάστασης» αντικαθίσταται από τη φράση «Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης».

20. Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του ν. 4025/2011 προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:

«Το προσωπικό που στις 2.11.2011 κατείχε θέσεις οργανικές ή προσωποπαγείς στις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας που καταργήθηκαν και εντάχθηκαν στα Νοσοκομεία ως οργανικές τους μονάδες, εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του στα Κέντρα Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης των νοσοκομείων αυτών, απαγορευμένης κάθε εσωτερικής μετακίνησής του για οποιονδήποτε λόγο. Κατ’ εξαίρεση μετά από έγκριση του διοικητή της οικείας Δ.Υ.ΠΕ. επιτρέπεται η μετακίνηση ή τοποθέτηση του προσωπικού αυτού.»

21. Από την παράγραφο 2 του άρθρου 44 του ν. 3918/ 2011 (Α’ 31) καταργούνται τα εξής εδάφια:

« Υφιστάμενες μισθώσεις ακινήτων του ιδρύματος με την επωνυμία «Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος – Σχολή Τυφλών Ο Ήλιος», σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, λύονται μέσα σε πέντε μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να παρατείνεται η μίσθωση έως πέντε ακόμη μήνες και για μία μόνο φορά, με την προϋπόθεση ότι συντρέχει σοβαρός λόγος που μνημονεύεται στην απόφαση αυτή. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τη λύση των μισθώσεων.»

Η κατάργηση ισχύει από τις 2.3.2011.

22. Διακόπτεται από 1.1.2012 η παροχή όλων των οικογενειακών επιδομάτων σε πολύτεκνες οικογένειες με τέσσερα τέκνα και στις τρίτεκνες οικογένειες, οι οποίες έχουν συνολικό καθαρό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα άνω των σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ.

23. Προστίθεται παράγραφος 7 στο άρθρο 1 του ν.2345/1995 ως ακολούθως:

«7. Για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παραγράφου 1 που λειτουργούν κατά την ψήφιση του παρόντος νόμου, μέχρι την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων της παραγράφου 2, οι τροποποιήσεις των αδειών λειτουργίας τους ή οι επεκτάσεις των κτιριακών τους υποδομών γίνονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ίσχυαν όταν εκδόθηκε η αρχική άδεια λειτουργίας τους ή σε κάθε άλλη περίπτωση ύστερα από έγκριση σκοπιμότητας του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.»

24. Με απόφαση του Δήμου Θεσσαλονίκης εκδίδεται μία ενιαία άδεια ίδρυσης και λειτουργίας των συστεγαζόμενων δράσεων για τη φιλοξενία, εκπαίδευση, σίτιση και ολοήμερη απασχόληση ανήλικων παιδιών πριν και μετά τη λήξη του εκπαιδευτικού προγράμματος, του βρεφονηπιακού σταθμού, του 44ου και του 45ου Νηπιαγωγείου, του 33ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης, που στεγάζονται στις ευρισκόμενες στην οδό Εγνατίας 129, στον Δήμο Θεσσαλονίκης, και στην οδό Στέλιου Καζαντζίδη 62, στον Δήμο Πυλαίας, εγκαταστάσεις του Ιδρύματος «Άσυλο του Παιδιού», το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και διέπεται από το β.δ. 189/1973 περί συστά-σεώς του και εγκρίσεως του Οργανισμού του (Α’ 60). Ο Δήμος Θεσσαλονίκης ελέγχει και εποπτεύει τη λειτουργία των ως άνω κατά την κείμενη νομοθεσία.

Άρθρο 28
Μισθοδοσία Ε.Ι.Κ.

Από 1.6.2012 η μισθοδοσία του Ν.Π.Δ.Δ. «Εθνικό Ίδρυμα Κωφών» (Ε.Ι.Κ.) βαρύνει τις πιστώσεις του Ε.Φ. 15/220 0001 «Αποδοχές και συντάξεις» του Προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Το αναλογούν ποσό μεταφέρεται από τις πιστώσεις του Ε.Φ. 15/220 2846 «Επιχορήγηση στο Ίδρυμα Κωφών για Μισθοδοσία Προσωπικού του Ε.Ι.Κ.», προκειμένου να καλύψει τις δαπάνες μισθοδοσίας. Από 1.6.2012 δεν θα επιχορηγείται το ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ. προκειμένου να καλύψει δαπάνες μισθοδοσίας.

Άρθρο 29
Ορισμός αστέγου

1. Αναγνωρίζονται οι άστεγοι ως ευπαθής κοινωνική ομάδα, στην οποία παρέχεται κοινωνική προστασία. Ως άστεγοι ορίζονται όλα τα άτομα που διαμένουν νόμιμα στη χώρα, τα οποία στερούνται πρόσβασης ή έχουν επισφαλή πρόσβαση σε επαρκή ιδιόκτητη, ενοικιαζόμενη ή παραχωρημένη κατοικία που πληροί τις αναγκαίες τεχνικές προδιαγραφές και διαθέτει τις βασικές υπηρεσίες ύδρευσης και ηλεκτροδότησης.

2. Στους αστέγους περιλαμβάνονται ιδίως αυτοί που διαβιούν στο δρόμο, σε ξενώνες, αυτοί που φιλοξενούνται από ανάγκη προσωρινά σε ιδρύματα ή άλλες κλειστές δομές, καθώς και αυτοί που διαβιούν σε ακατάλληλα καταλύματα.

3. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του εκάστοτε συναρμόδιου Υπουργού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα εφαρμογής της παρούσας, ιδίως το περιεχόμενο, η έκταση και ο χρόνος παροχής κοινωνικής προστασίας, καθώς και η διαδικασία και οι φορείς υλοποίησης της καταγραφής των αστέγων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Άρθρο 30
Κατάργηση Ψυχιατρικών Νοσοκομείων

1. Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής» καταργείται ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.

2. Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων» καταργείται ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εντάσσεται στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων ως Ψυχιατρικός Τομέας.

3. Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Τρίπολης» καταργείται ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εντάσσεται στο Γενικό Νοσοκομείο Τρίπολης ως Ψυχιατρικός Τομέας.

4. Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Κέρκυρας» καταργείται ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εντάσσεται στο Γενικό Νοσοκομείο Κέρκυρας ως Ψυχιατρικός Τομέας.

5. Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Ιεράς Μονής Πέτρας Ολύμπου» καταργείται ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εντάσσεται στο Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης ως Ψυχιατρικός Τομέας.

6. Προστίθεται παράγραφος 9 στο άρθρο 13 του ν. 2716/1999 (Α’ 96) ως ακολούθως:

«9. Τα άτομα, τα οποία τοποθετούνται σε μονάδες και προγράμματα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης του άρθρου 9 του παρόντος νόμου, που παρέχονται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα του άρθρου 11 του παρόντος νόμου και μόνο για τις δομές των οποίων η λειτουργία τους έχει ανατεθεί από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, συμμετέχουν στη δαπάνη περίθαλψής τους για όσο χρόνο διαμένουν στις δομές αυτές, με ποσοστό επί της σύνταξης την οποία λαμβάνουν. Τα Ν.Π.Ι.Δ. ελέγχονται ετησίως από ορκωτό ελεγκτή για το ποσό που συγκεντρώθηκε και τον τρόπο διαθέσεώς του, την έκθεση του οποίου υποχρεούται να υποβάλλει η διοίκηση του Ν.Π.Ι.Δ. μέχρι 31 Ιανουαρίου του επόμενου έτους στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Ν.Π.Ι.Δ. με την υποχρέωση αυτή η κρατική επιχορήγηση διακόπτεται. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το ποσοστό συμμετοχής κλιμακωτά ανάλογα με τη σύνταξη του κάθε περιθαλπόμενου, η διαδικασία και ο τρόπος καταβολής του, το όργανο ελέγχου και διαχείρισης των χρημάτων αυτών, πού δαπανούνται τα χρήματα αυτά και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Αντίθετοι όροι στις συναφθείσες συμβάσεις των εν λόγω φορέων που παρέχουν υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης με τους ασφαλιστικούς φορείς δεν ισχύουν.»

Άρθρο 31
Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού

1. Τα δικαιώματα των εργαζομένων στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που καταργούνται δεν θίγονται. Οι οργανικές θέσεις του ιατρικού και λοιπού προσωπικού που υπηρετεί στα καταργούμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου μεταφέρονται στο νοσοκομείο που εντάσσεται ως Ψυχιατρικός Τομέας για τη στελέχωση του Ψυχιατρικού Τμήματος.

2. Οι ιατροί που υπηρετούν στα καταργούμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά το χρόνο ένταξης μεταφέρονται αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, βαθμό και ειδικότητα που κατέχουν, στο αντίστοιχο νοσοκομείο.

3. Το πάσης φύσεως λοιπό προσωπικό, που κατέχει οργανικές θέσεις κατά το χρόνο ένταξης, μεταφέρεται αυτοδικαίως με τις οργανικές θέσεις τους, στο οικείο νοσοκομείο που εντάσσονται με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, κλάδο, βαθμό και ειδικότητα που κατέχουν. Για την υπηρεσιακή κατάσταση (άδειες, αποσπάσεις, μετακινήσεις, πειθαρχικές διαδικασίες, λύση υπηρεσιακής σχέσης κ.λπ.) του ανωτέρω προσωπικού, εφαρμόζονται μετά την κατά τα άνω μεταφορά του στα νοσοκομεία υποδοχής, οι διατάξεις που διέπουν το αντίστοιχο προσωπικό των φορέων αυτών. Το ίδιο προσωπικό, μετά τη μεταφορά του, μισθοδοτείται από τα νοσοκομεία υποδοχής και λαμβάνει τις αποδοχές της αντίστοιχης κατηγορίας (μισθολόγιο, επιδόματα, αποζημιώσεις κ. λπ.) του προσωπικού αυτών. Το παραπάνω προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς που είχε πριν από τη μεταφορά του στους φορείς υποδοχής.

4. Το προσωπικό που κατέχει προσωποπαγείς θέσεις διατηρεί τις θέσεις του, οι οποίες μεταφέρονται αυτοδικαίως ως προσωποπαγείς θέσεις στο αντίστοιχο νοσοκομείο.

5. Για την αυτοδίκαιη μεταφορά οργανικών ή προσωποπαγών θέσεων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Διοικητή της οικείας Διοίκησης Υγειονομικής Περιφέρειας. Το προσωπικό που κατέχει θέσεις οργανικές ή προσωποπαγείς στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που καταργήθηκαν και εντάχθηκαν ως Ψυχιατρικός Τομέας στο οικείο νοσοκομείο, εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας απαγορευμένης κάθε εσωτερικής μετακίνησής του για οποιονδήποτε λόγο.

6. Οι ιατροί που υπηρετούν στο «Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής» μεταφέρονται αυτοδικαίως μαζί με την οργανική τους θέση με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, βαθμό και ειδικότητα στο Κέντρο Υγείας Ραφήνας – Πικερμίου. Οι οργανικές θέσεις ιατρών του « Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής» που βρίσκονται στη διαδικασία επαναπροκήρυξης, κρίσης ή διορισμού μεταφέρονται αυτοδικαίως στο Κέντρο Υγείας Ραφήνας – Πικερμίου. Οι οργανικές θέσεις και το λοιπό νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό που τις κατέχει, καθώς και το προσωπικό που κατέχει προσωποπαγείς θέσεις του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής» μεταφέρονται στο κέντρο υγείας Ραφήνας – Πικερμίου με την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο, βαθμό και ειδικότητα. Μετά τη στελέχωση του κέντρου υγείας Ραφήνας – Πικερμίου, οι εναπομείνασες οργανικές θέσεις και το προσωπικό, καθώς και το προσωπικό που κατέχει προσωποπαγείς θέσεις μεταφέρονται με την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο, βαθμό και ειδικότητα που κατέχουν σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ ή σε Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας εντός της Περιφέρειας Αττικής. Η μεταφορά οργανικών θέσεων και προσωπικού, καθώς και προσωποπαγών θέσεων γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μετά από εισήγηση του Διοικητή της 1ης Δ.Υ.ΠΕ., ο οποίος λαμβάνει υπόψη την αίτηση προτίμησης του υπαλλήλου αν έχει υποβληθεί, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ψήφιση του παρόντος νόμου στην 1η Δ.Υ.ΠΕ. και τις ανάγκες που υπάρχουν από έλλειψη προσωπικού στις κατηγορίες, κλάδους και ειδικότητες στα νοσοκομεία ή στις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας. Η εισήγηση υποβάλλεται στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

7. Η μισθοδοσία του προσωπικού που μεταφέρεται είτε αυτοδικαίως είτε με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης βαρύνει μετά τη μεταφορά του το φορέα υποδοχής με ανάλογη εγγραφή της πίστωσης.

Άρθρο 32
Ρυθμίσεις θεμάτων περιουσίας

1. Η κυριότητα και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας των καταργούμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου περιέρχεται αυτοδικαίως χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου και χωρίς αντάλλαγμα στο νοσοκομείο στο οποίο εντάσσονται, για το «Δημόσιο Παιδιατρικό Νευροψυχιατρικό Νοσοκομείο Ραφήνας» στο Νοσοκομείο Σισμανόγλειο, τα οποία και διαθέτουν τα περιουσιακά στοιχεία των καταργούμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου για τα οποία υπάρχει δέσμευση από τις περί κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών διατάξεις, ειδικά και αποκλειστικά για το σκοπό για τον οποίο αφιερώθηκαν και με τους όρους που τέθηκαν με τις πράξεις εν ζωή ή αιτία θανάτου. Απαιτήσεις, υποχρεώσεις, πάσης φύσεως εκκρεμότητες που υφίστανται και ταμειακά υπόλοιπα κατά την κατάργηση των πιο πάνω νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μεταφέρονται στα νοσοκομεία στα οποία εντάχθηκαν. Εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τα νοσοκομεία στα οποία εντάχθηκαν τα καταργούμενα νομικά πρόσωπα.

2. Μέχρι τις 31.5.2012 το Διοικητικό Συμβούλιο των οικείων νοσοκομείων υποχρεούται σε διενέργεια απογραφής και σύνταξη σχετικής έκθεσης όλων των κινητών και ακινήτων που περιέρχονται στην κυριότητά του ή στα οποία αποκτά εμπράγματα δικαιώματα. Απόσπασμα της έκθεσης απογραφής που περιγράφει τα ακίνητα και τα εμπράγματα δικαιώματα επί αυτών που αποκτώνται καταχωρίζεται ατελώς στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ή του κτηματολογίου. Η έκθεση απογραφής της κινητής περιουσίας καταγράφεται στα οικεία βιβλία των φορέων υποδοχής.

Άρθρο 33
Μεταβατικές διατάξεις

1. Συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί με συμβαλλόμενους τα καταργούμενα και εντασσόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τρίτους και ιδίως εκμισθωτές, προμηθευτές, εξακολουθούν να ισχύουν έως τη λήξη τους και παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι των φορέων υποδοχής που υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε αυτές.

2. Με τροποποίηση του Οργανισμού των οικείων νοσοκομείων θα ρυθμιστούν θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των ψυχιατρικών τμημάτων, διάρθρωση προσωπικού, διαβάθμιση και κατανομή των θέσεων, οι κλάδοι προσωπικού, η δύναμη των κλινών, οι αρμοδιότητες, και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Μέχρι την τροποποίηση του υφιστάμενου Οργανισμού των νοσοκομείων, στα οποία εντάχθηκαν τα καταργούμενα Ν.Π.Δ.Δ., αυτά λειτουργούν ως τμήμα του οικείου νοσοκομείου και παρέχουν υπηρεσίες περίθαλψης σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, διατηρώντας τον Οργανισμό που έχουν και λειτουργούν σύμφωνα με αυτόν εκτός των διατάξεων που έρχονται σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις του παρόντος.

3. Ο αναπληρωτής διοικητής διατηρεί και ασκεί τις αρμοδιότητές του στο ψυχιατρικό τμήμα του νοσοκομείου.

4. Το από 13.8.1958 βασιλικό διάταγμα (Α 120), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, η ΥΑ Α3β/οικ.17964/1987 (Β’ 75), το από 24.5.1956 βασιλικό διάταγμα (Α 128) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, η ΥΑΑ3β/οικ.14146/ 1986 (Β’700), το από 5.4.1951 βασιλικό διάταγμα (Α’ 108) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, η ΥΑ Αεβ/οικ.19192/1986 (Β’ 816), το με αριθμό 703/1969 β.δ. (Α’ 220) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει και η ΥΑ Α3β/οικ.14176/1986 (Α’ 648) καταργούνται.

Άρθρο 34
Ρύθμιση θεμάτων ΕΟΜ και λοιπές διατάξεις

1. Στην παράγραφο 7 του άρθρου 9 του ν. 3984/2011 (Α’ 150) προστίθεται εδάφιο γ’ ως ακολούθως:

«Η επέμβαση για τη λήψη μοσχεύματος προηγείται άλλων επεμβάσεων που δεν έχουν επείγοντα χαρακτήρα.»

2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 13 του ν. 3984/2011 (Α’ 150) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

« Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων, ορίζονται οι προ-υποθέσεις που πρέπει να πληροί ο Οργανισμός Αφαίρεσης όσον αφορά τις εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό, την οργάνωση, το αναγκαίο ιατρικό, νοσηλευτικό και άλλο προσωπικό, τα όργανα, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Επίσης, ορίζεται η διαδικασία για τη χορήγηση, την ανανέωση ή την ανάκληση της άδειας στους Οργανισμούς Αφαίρεσης. Με την ίδια υπουργική απόφαση ορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες διασύνδεσης των ιδιωτικών κλινικών με τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων και τις Μονάδες Μεταμόσχευσης.»

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 15 του ν. 3984/2011 (Α’ 150) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που εκδίδεται μετά από πρόταση του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων, ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η Μονάδα Μεταμόσχευσης όσον αφορά τις εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό, την οργάνωση, το αναγκαίο ιατρικό, νοσηλευτικό και άλλο προσωπικό, τα όργανα, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Επίσης, ορίζεται η διαδικασία για τη χορήγηση , την ανανέωση ή την ανάκληση της άδειας, καθώς και κάθε άλλο θέμα.»

4. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του ν. 3984/2011 (Α’ 150) αντικαθίσταται ως εξής:

«Συνιστώνται οκτώ (8) θέσεις ειδικών επιστημόνων που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διάρκειας πέντε ετών που μπορεί να ανανεώνεται δύο φορές. Τα ειδικότερα καθήκοντα του προσωπικού αυτού καθορίζονται στον Κανονισμό Λειτουργίας του άρθρου 28.»

5. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 57 του ν. 3984/ 2011 (Α’ 150) αντικαθίστανται ως ακολούθως:

«1. Η εφαρμογή των ιστών και κυττάρων με την έννοια του άρθρου 3 περίπτωση 12 του π.δ. 26/2008 πραγματοποιείται σε Μονάδες Εφαρμογής Ιστών και Κυττάρων. Εξαιρούνται τα αναπαραγωγικά κύτταρα για τα οποία ισχύουν τα προβλεπόμενα στο ν. 3305/2005.»

6. Οι Μονάδες Εφαρμογής Ιστών και Κυττάρων λειτουργούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. κοινωφελούς και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που έχουν λάβει τη σχετική άδεια. Ειδικά οι επεμβάσεις κερατοπλαστικής πραγματοποιούνται και σε μονάδες υγείας Ν.Π.Ι.Δ., που έχουν λάβει τη σχετική άδεια κατά τις διατάξεις του παρόντος.

7. Σε περίπτωση κατά την οποία τιμολογημένες απαιτήσεις ιδιωτών πιστωτών κατά του Δημοσίου έχουν εκχωρηθεί από τον πιστωτή σε αναγνωρισμένη τράπεζα της ημεδαπής ή του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου με σκοπό τη χρηματοδότησή τους, αυτές μπορούν να συμψηφιστούν με απαιτήσεις του Δημοσίου υπό δύο προϋποθέσεις: α) αίτηση του πιστωτή προς την Τράπεζα, β) βεβαίωση της Τράπεζας ότι συναινεί στον συμψηφισμό και αποστολή του εκχωρηθέντος τιμολογίου προς το Δημόσιο.

8. Στο άρθρο 49 του ν. 2082/1992 (Α’ 158) στην παράγραφο 2 άρθρο 6, παράγραφος 1 το τρίτο και τέταρτο εδάφιο αντικαθίστανται ως ακολούθως:

«Έξι τακτικά μέλη και τρία αναπληρωματικά μέλη διορίζονται από το Κεντρικό Διοικητικό Συμβούλιο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.»

9. Η παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3868/2010 (Α’ 129) αντικαθίστανται ως εξής:

«Το Άρθρο Δεύτερο του άρθρου 2 του ν. 3627/2007 (Α’ 292) αριθμείται ως 1 και προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:

«2. Πέραν των άνω υποχρεώσεων, ο Δωρητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύψει από κεφάλαια, τα οποία έχει συγκεντρώσει, καθώς και από κάθε άλλο ποσό που θα περιέλθει σε αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο για το σκοπό αυτόν, όπως από κάθε είδους δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες, συνδρομές και ενισχύσεις που θα διατεθούν για τη δημιουργία της Ογκολογικής Μονάδας, τη δαπάνη για την απόκτηση μέρους του αναγκαίου για τη λειτουργία της Μονάδας ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού και δη να διαθέσει το συνολικό ποσό των δύο εκατομμυρίων επτακοσίων ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν ογδόντα (2.784.180) ευρώ προκειμένου να αποκτηθούν επ’ ονόματι του νοσοκομείου και προς χρήση της Ογκολογικής Μονάδας τα ακόλουθα μηχανήματα:

10. Η παράγραφος 6 του άρθρου 39 του ν.2725/1999, όπως προστέθηκε με το άρθρο 76 του ν. 3057/2001 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«6. Η Ειδική Γραμματεία Διατροφής και Άθλησης (Ε-ΓΔΑ) του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, τα Ν.Π.Ι.Δ. και Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από αυτήν, μπορούν να προσλαμβάνουν και να απασχολούν πτυχιούχους φυσικής αγωγής αποκλειστικά για τις ανάγκες υλοποίησης των προγραμμάτων Άθλησης για Όλους ή και Αναπτυξιακού Αθλητισμού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας όχι μεγαλύτερης των οκτώ μηνών. Επιτρέπεται να συνάπτονται συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, καθ’ υπέρβασην των προβλεπομένων περιορισμών της παρ. 3 του άρθρου 37 του ν.3986/2011, όπως κάθε φορά ισχύει, μέχρι ύψους δαπάνης του ποσού που εγγράφουν οι προσλαμβάνοντες φορείς ως πρόβλεψη στον προϋπολογισμό αυτών του τρέχοντος έτους από είσπραξη διδάκτρων ή συνδρομών συμμετοχής στα προγράμματα Άθλησης για Όλους ή από είσπραξη δωρεών ή χορηγιών για τα προγράμματα Άθλησης για Όλους και το οποίο ποσό της δαπάνης δεν υπερβαίνει το ποσό που εισέπραξαν κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.»

11. Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.) που εποπτεύεται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εξαιρείται από τις διατάξεις του ν. 2362/1995 (Α’ 247), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3871/2010 (Α’ 41).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’
ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 35
Σύσταση – Σκοπός

1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.), αποκαλούμενο στο εξής «ΕΤΕΑ», το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και έχει έδρα την Αθήνα. Έναρξη λειτουργίας του ορίζεται η 1η Ιουλίου 2012.

2. Σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους.

Άρθρο 36
Ένταξη

1. Στο ΕΤΕΑ εντάσσονται από την έναρξη λειτουργίας του: α) το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), β) οι τομείς του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (ΤΕΑΙΤ), γ) το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ) και οι τομείς αυτού «ΤΕΑΠΟΚΑ» και «ΤΑΔΚΥ», δ) το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) ως προς την επικουρική ασφάλιση, ε) οι τομείς του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕ-ΚΩ) και στ)ο Κλάδος Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ ως προς τους κατ’ επικουρική ασφάλιση ασφαλισμένους του. Το ΕΤΕΑ λειτουργεί με ενιαία διοικητική και οικονομική οργάνωση.

2. Μέχρι την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Ε-ΤΕΑ τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο ταμεία, τομείς και κλάδοι δύνανται με αποφάσεις των αντιπροσωπευτικότερων οργανώσεων των ασφαλισμένων κάθε ταμείου ή τομέα ή κλάδου να εξαιρούνται από την ανωτέρω ένταξη.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δύνανται να εντάσσονται στο ΕΤΕΑ μέχρι 31.12.2012, μετά από σύμφωνη γνώμη των αντιπροσωπευτικότερων οργανώσεων των κλάδων ασφαλισμένων και μετά από εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης και άλλα επικουρικά ταμεία, καθώς και όσα από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου εξαιρέθηκαν.

4. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού ταμεία, τομείς ή κλάδοι επικουρικής ασφάλισης που δεν εντάσσονται μέχρι τις 31.12.2012 στο ΕΤΕΑ μετατρέπονται αυτοδίκαια σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) υποχρεωτικής ασφάλισης κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του ν. 3029/2002 (Α’ 160).

Άρθρο 37
Ασφαλιστέα πρόσωπα

1. Στην ασφάλιση του ΕΤΕΑ υπάγονται υποχρεωτικά:

α) οι νεοπροσλαμβανόμενοι στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας μετά την έναρξη λειτουργίας του ΕΤΕΑ, των οποίων τα ταμεία – τομείς ή κλάδοι επικουρικής ασφάλισης είναι ενταγμένοι στο ΕΤΕΑ,

β) οι ήδη ασφαλισμένοι των ταμείων – τομέων και κλάδων επικουρικής ασφάλισης που εντάσσονται στο ΕΤΕΑ.

2. Οι νεοπροσλαμβανόμενοι στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, των οποίων τα ταμεία-τομείς ή κλάδοι επικουρικής ασφάλισης δεν εντάσσονται στο ΕΤΕΑ, υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση αυτών των ταμείων -τομέων ή κλάδων επικουρικής ασφάλισης.

Άρθρο 38
Πόροι

Πόροι είναι:

1. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και εργοδοτών. Το ποσό εισφοράς υπολογίζεται σε ποσοστό 3% για τον ασφαλισμένο και σε ποσοστό 3% για τον εργοδότη επί των πάσης φύσεως αποδοχών του εργαζόμενου. Τα ποσοστά αυτά προσαυξάνονται για τους υπαγόμενους στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα κατά 1,25% για τον ασφαλισμένο και κατά 0,75% για τον εργοδότη και για τους υπαγόμενους στα υπερβαρέα επαγγέλματα κατά 1% για τον ασφαλισμένο και 2% για τον εργοδότη.

Προβλεπόμενα ποσοστά εισφορών υπέρ των ταμείων – τομέων και κλάδων που εντάσσονται στο ΕΤΕΑ και τα οποία υπερβαίνουν τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια ποσοστά, καθώς και οι ασφαλιστέες αποδοχές επί των οποίων υπολογίζονται εξακολουθούν να ισχύουν.

2. Τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εισφορές υπέρ των ταμείων – τομέων και κλάδων που εντάσσονται στο ΕΤΕΑ, οι πρόσοδοι περιουσίας, καθώς και η απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών αυτών και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που προβλέπεται στην οικεία νομοθεσία ή άλλες γενικές διατάξεις νόμων.

Άρθρο 39
Οικονομικό σύστημα λειτουργίας

1. Το ΕΤΕΑ λειτουργεί για όσους ασφαλίζονται για πρώτη φορά από 1.1.2001 με βάση το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση. Το ίδιο σύστημα εφαρμόζεται και για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.2000 για το χρόνο ασφάλισης από 1.1.2015 και εφεξής.

2. Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται για κάθε ασφαλισμένο των κατηγοριών αυτών τηρούνται σε ατομικές μερίδες.

Άρθρο 40
Χρόνος ασφάλισης

Χρόνος ασφάλισης είναι:

α) Ο χρόνος για τον οποίο καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές από την έναρξη λειτουργίας του ΕΤΕΑ και εφεξής.

β) Ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε στους εντασσόμενους φορείς – τομείς και κλάδους, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που αναγνωρίστηκε και εξαγοράστηκε ή συνεχίζεται η εξαγορά του, καθώς και ο χρόνος που έχει προσμετρηθεί από οποιαδήποτε αιτία, λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του ΕΤΕΑ.

γ) Ο χρόνοι ασφάλισης οι οποίοι αναγνωρίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 47 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), του άρθρου 20 του ν. 3232/2004 (Α’ 48), και του άρθρου 41 παρ. 7 του ν. 3996/2011 (Α 170), όπως ισχύουν κάθε φορά.

Άρθρο 41
Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης

Οι ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑ δικαιούνται σύνταξης, εφόσον θεμελιώνουν αντίστοιχο δικαίωμα συνταξιοδότησης στον φορέα κύριας ασφάλισης τους για την αυτή αιτία και έχουν συμπληρώσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου που προβλέπει η νομοθεσία του αντίστοιχου φορέα κύριας ασφάλισης τους, καθώς και η γενικότερη νομοθεσία, όπως εκάστοτε ισχύουν.

Ο ελάχιστος απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος είναι τα δεκαπέντε (15) έτη.

Άρθρο 42
Καθορισμός ποσού σύνταξης

1. Το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης διαμορφώνεται με βάση: α) τα δημογραφικά δεδομένα τα οποία στηρίζονται σε εγκεκριμένους αναλογιστικούς πίνακες θνησιμότητας, β) το πλασματικό ποσοστό επιστροφής που θα εφαρμόζεται στις συνολικά καταβληθείσες εισφορές και το οποίο θα προκύπτει από την ποσοστιαία μεταβολή των συντάξιμων αποδοχών των ασφαλισμένων, γ) την επιλογή ή όχι της μεταβίβασης της σύνταξης στα δικαιοδόχα μέλη κατά τη στιγμή της συνταξιοδότησης του ασφαλισμένου από τον επικουρικό του φορέα και δ) τον συντελεστή βιωσιμότητας, ο οποίος θα πρέπει να αναπροσαρμόζει σε ετήσια βάση τις νέες και τις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, μέσω ενός μηχανισμού μειωμένης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, ανάλογα με τις καταβαλλόμενες εισφορές, έτσι ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία ελλειμμάτων στο ταμείο, αποκλείοντας κάθε μεταφορά πόρων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Εάν και μετά την εφαρμογή του συντελεστή βιωσιμότητας προκύψει οποιοδήποτε έλλειμμα, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ύστερα από τεκμηριωμένη πρόταση της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, το ποσό της σύνταξης θα αναπροσαρμόζεται πριν από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, με την προϋπόθεση της μη ύπαρξης ελλείμματος σε αυτό και το επόμενο έτος, αποκλείοντας κάθε μεταφορά πόρων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Αυτό θα πρέπει να επανεξετάζεται σε τριμηνιαία βάση και αν απαιτούνται περισσότερες προσαρμογές θα λαμβάνονται κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους.

2. Μέχρι 31.3.2012 εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, με την οποία καθορίζονται οι τεχνικές παράμετροι, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

3. Για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.2000, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται μετά την 1.1.2015, το ποσό της σύνταξης αποτελείται από το άθροισμα δύο τμημάτων:

α) το τμήμα σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης τους έως 31.12.2014 και υπολογίζεται σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις και τη γενικότερη νομοθεσία όπως ισχύουν,

β) το τμήμα σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης τους από 1.1.2015 και εφεξής και υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

4. Τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή και στα ταμεία, τομείς ή κλάδους επικουρικής ασφάλισης που από 1.1.2013 μετατρέπονται αυτοδίκαια σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) υποχρεωτικής ασφάλισης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 7 και 8 του ν. 3029/2002 (Α’ 160).

Άρθρο 43
Διοικητικό Συμβούλιο

1. Το Ταμείο διοικείται από τον Πρόεδρο και το Διοικητικό Συμβούλιο.

2. Ο Πρόεδρος επιλέγεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής μετά από πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και διορίζεται με απόφαση του ανωτέρω Υπουργού για τριετή θητεία. Είναι πλήρους απασχόλησης και πρέπει να έχει πτυχίο Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμο πτυχίο της αλλοδαπής, καθώς και να έχει διοικητική εμπειρία και κατάρτιση σε διοικητικά ή οικονομικά θέματα ή σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης ή κοινωνικής πολιτικής.

3. Το Δ.Σ. αποτελείται από:

α) Τον Πρόεδρο.

β) Δύο (2) εκπροσώπους των ασφαλισμένων που προτείνονται από τη Γ.Σ.Ε.Ε. και την ΑΔΕΔΥ, εκ των οποίων ο ένας (1) προέρχεται από τους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα και ο δεύτερος από τους ασφαλισμένους του Δημοσίου.

γ) Δύο (2) εκπροσώπους των εργοδοτών, οι οποίοι προτείνονται από το Σ.Ε.Β., τη Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. και την Ε.Σ.Ε.Ε..

δ) ‘ Εναν (1) εκπρόσωπο των συνταξιούχων που προτείνεται από την αντιπροσωπευτικότερη Ομοσπονδία Συνταξιούχων.

ε) ‘ Εναν (1) εκπρόσωπο των υπαλλήλων του Ταμείου, ο οποίος κατά την πρώτη συγκρότηση του Δ.Σ. του Ταμείου και μέχρι την εκλογή του εκπροσώπου των υπαλλήλων του Ταμείου, προτείνεται από την ΠΟΠΟΚΠ.

στ) Εναν (1) ειδικό επιστήμονα με εμπειρία και κατάρτιση σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης ή κοινωνικής πολιτικής ή σε θέματα οικονομικά ή διοίκησης και οργάνωσης.

ζ) Έναν (1) υπάλληλο που προέρχεται από τη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Προϊστάμενο Διεύθυνσης ή Τμήματος ή υπάλληλο ΠΕ ή ΤΕ κατηγορίας με πενταετή υπηρεσία στη Γ.Γ.Κ.Α..

4. Τα μέλη των περιπτώσεων β’, γ’, δ’ και ε’ της παραγράφου 3 του παρόντος διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατόπιν προτάσεων που υποβάλλονται από τις οικείες οργανώσεις μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την έγγραφη ειδοποίηση της υπηρεσίας.

5. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. συμμετέχει χωρίς δικαίωμα ψήφου ως κυβερνητικός επίτροπος υπάλληλος που προέρχεται από τη Γ.Γ.Κ.Α., προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης ή Τμήματος, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητας της συνεδρίασης σε όλες τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου. Η απουσία του κυβερνητικού επιτρόπου ή του αναπληρωτή του, εφόσον αυτοί έχουν προσκληθεί νομίμως και δεν προσήλθαν δεν επηρεάζει το κύρος των συνεδριάσεων του Συμβουλίου.

6. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου με ισάριθμους αναπληρωτές, καθώς και ο κυβερνητικός επίτροπος με τον αναπληρωτή του διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

7. Ως εισηγητής χωρίς δικαίωμα ψήφου παρίσταται ο αρμόδιος Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης και ο αρμόδιος Προϊστάμενος Διεύθυνσης ανάλογα με τη φύση του θέματος που συζητείται.

8. Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει κατά την πρώτη συνεδρίαση με μυστική ψηφοφορία των παρόντων μελών τον Αντιπρόεδρο, ο οποίος αναπληρώνει τον Πρόεδρο όταν απουσιάζει ή κωλύεται. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα του εφόσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Σε περίπτωση εκπτώσεως ή θανάτου ή της καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποχωρήσεως από το Διοικητικό Συμβούλιο, διενεργείται νέα εκλογή για το υπόλοιπο της θητείας του εκπεσόντος ή αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου.

9. Μέλος του Δ.Σ. το οποίο απουσιάζει επί τρεις συνεχείς συνεδριάσεις χωρίς σοβαρό λόγο, κατά την κρίση του Δ.Σ., αντικαθίσταται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από πρόταση του Δ.Σ..

10. Χρέη γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του Ταμείου, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του με πράξη του Προέδρου του Δ.Σ..

11. Οι αποφάσεις του Δ.Σ. δεν εκτελούνται πριν από την επικύρωση των πρακτικών. Σε κάθε συνεδρίαση επικυρώνονται τα πρακτικά της προηγούμενης συνεδρίασης πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες το Δ.Σ. αποφασίζει την άμεση επικύρωση τους.

12. Η θητεία του Προέδρου, του κυβερνητικού επιτρόπου και των μελών του Δ.Σ. είναι τριετής και παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού νέων μελών, όχι όμως περισσότερο από τρεις μήνες από τη λήξη της.

13. Οι αποδοχές του Προέδρου καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και με όμοια απόφαση καθορίζεται η μηνιαία αποζημίωση των λοιπών προσώπων που συμμετέχουν στο Δ.Σ..

14. Μέχρι τη συγκρότηση του Δ.Σ. του Ε.Τ.Ε.Α. συγκροτείται προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από έναν εκ των Προέδρων των εντασσομένων Ταμείων ή των Ταμείων των οποίων Τομείς ή Κλάδοι επικουρικής ασφάλισης εντάσσονται στο ΕΤΕΑ, ως Πρόεδρο, καθώς και τους Προέδρους των λοιπών εντασσομένων Ταμείων – Τομέων και Κλάδων επικουρικής ασφάλισης ως Αντιπροέδρους, με μείωση αντίστοιχη των μελών, η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

Τα υπόλοιπα μέλη προέρχονται από την τάξη των ασφαλισμένων, των εργοδοτών και των συνταξιούχων. Ο ακριβής αριθμός τους, οι οργανώσεις από τις οποίες προτείνονται, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με την ανωτέρω απόφαση. Στη σύνθεση του εν λόγω Συμβουλίου συμμετέχουν υπάλληλοι που προέρχονται από τη Γ.Γ.Κ.Α. ως Κυβερνητικός Επίτροπος και μέλος αντίστοιχα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Στον Πρόεδρο του προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΤΕΑ καταβάλλονται αποδοχές ίσες με τις αποδοχές της θέσης από την οποία προέρχεται και από την οποία δεν λαμβάνει πλέον αποδοχές. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται η μηνιαία αποζημίωση των λοιπών προσώπων που συμμετέχουν στο προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου.

15. Αρμοδιότητες του προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου είναι η μέριμνα για την κατανομή και τοποθέτηση του μεταφερόμενου προσωπικού, η προεργασία και η λήψη κάθε απόφασης σχετικά με την οργανωτική διάρθρωση και λειτουργία του Ταμείου, η στέγαση των υπηρεσιών του και η ανάληψη κάθε άλλης δράσης σχετικής με τη λειτουργία του.

16. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΤΕΑ, καθώς και οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.

Άρθρο 44
Διοικητική Οργάνωση

Οι υπηρεσίες του ΕΤΕΑ συγκροτούνται σε επίπεδο Γενικής Διεύθυνσης και διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές Υπηρεσίες.

Α. Κεντρική Υπηρεσία.

1. Διεύθυνση Διοικητικού.

2. Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών.

3. Διεύθυνση Επιθεώρησης.

4. Διεύθυνση Πληροφορικής και Επικοινωνιών.

5. Αυτοτελές Γραφείο Νομικών Υποθέσεων.

Β. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΕΤΕΑ αποτελούν εφεξής οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του εντασσόμενου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (ΤΕΑΙΤ) με την ίδια διάρθρωση και αρμοδιότητες. Μετά από απόφαση του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ δύναται οι εν λόγω Περιφερειακές Υπηρεσίες να εξυπηρετούν όλους τους ασφαλισμένους του Ταμείου.

Διάρθρωση των Διευθύνσεων

1. H Διεύθυνση Διοικητικού διαρθρώνεται στα παρακάτω Τμήματα:

α) Τμήμα Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού.

β) Τμήμα Οργάνωσης – Εκπαίδευσης.

γ) Τμήμα Εξυπηρέτησης Πολιτών.

δ) Αυτοτελές Γραφείο Γραμματείας.

2. Η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών διαρθρώνεται στα παρακάτω Τμήματα:

α) Τμήμα Οικονομικής Διαχείρισης.

β) Τμήμα Εκκαθάρισης Δαπανών.

γ) Τμήμα Εσόδων.

δ) Τμήμα Προμηθειών.

ε) Τμήμα Διαχείρισης Κινητής και Ακίνητης Περιουσίας.

3. Η Διεύθυνση Επιθεώρησης διαρθρώνεται στα παρακάτω Τμήματα:

α) Τμήμα Ελέγχου Ασφάλισης και Εσόδων.

β) Τμήμα Ελέγχου Παροχών και Δαπανών.

γ) Τεχνικό Γραφείο.

4. Η Διεύθυνση Πληροφορικής και Επικοινωνιών διαρθρώνεται στα παρακάτω Τμήματα:

α) Τμήμα Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

β) Τμήμα Εφαρμογών.

γ) Τμήμα Υποστήριξης Λειτουργίας Συστημάτων. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας του ΕΤΕΑ, οι υπηρεσίες των εντασσόμενων Ταμείων και κλάδων λειτουργούν με την υφιστάμενη οργανωτική τους δομή, ασκώντας τις αρμοδιότητες που ασκούσαν.

Από την έναρξη λειτουργίας του ΕΤΕΑ, αρμοδιότητες των οργανικών μονάδων των εντασσόμενων ταμείων και κλάδων σχετικές με παροχή επικουρικής σύνταξης διατηρούνται σε ισχύ και ασκούνται από τις υπηρεσίες του Ταμείου, όπως αυτές θα καθοριστούν με την κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο αυτό.

Οι ενιαίες υπηρεσίες των εντασσόμενων Ταμείων καταργούνται.

Εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, η περαιτέρω διάρθρωση της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΕΤΕΑ, καθώς και η οργανωτική διάρθρωση όλων των υπηρεσιών του Ταμείου, οι οποίες ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με τη λειτουργία των κλάδων επικουρικής ασφάλισης, οι αρμοδιότητες όλων των οργανικών του μονάδων, οι κλάδοι από τους οποίους προέρχονται οι προϊστάμενοι αυτών, καθώς και κάθε άλλη σχετική με τη λειτουργία του λεπτομέρεια, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ.

Για τη λειτουργία των οργανικών μονάδων του ΤΑΥΤΕΚΩ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με τη λειτουργία των κλάδων πρόνοιας και υγείας αυτού και το αργότερο εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος εκδίδεται, μετά από γνώμη του Δ. Σ. του ΤΑΥΤΕΚΩ, κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με την οποία καθορίζεται η οργανωτική τους διάρθρωση, οι αρμοδιότητες των οργανικών μονάδων, καθώς και κάθε άλλο θέμα που αφορά τη στελέχωσή τους με προσωπικό και προϊσταμένους.

Άρθρο 45
Οικονομική οργάνωση

1. Το λογιστικό και οικονομικό έτος ταυτίζεται με το ημερολογιακό. Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του Φορέα, το οικονομικό έτος αρχίζει από την ημερομηνία έναρξής του και λήγει την 31 η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

2. Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού, καθώς και η ακίνητη και κινητή περιουσία των εντασσόμενων ταμείων και κλάδων απογράφεται από τις διοικήσεις αυτών κατά την ημερομηνία κατάργησής τους, περιέρχεται αυτοδικαίως στο ΕΤΕΑ, το οποίο υπεισέρχεται στα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις των αντίστοιχων εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων.

3. Η σύσταση του ΕΤΕΑ πραγματοποιείται με μεταφορά, ως στοιχείων ισολογισμού έναρξής του, των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των εντασσόμενων ταμείων και κλάδων, όπως αυτά εμφανίζονται στους ισολογισμούς τους, που συντάσσονται για το σκοπό αυτόν.

4. Τα έσοδα και έξοδα προσδιορίζονται στον προϋπολογισμό που συντάσσεται ετησίως και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από έγκρισή του από το Δ.Σ. του ΕΤΕΑ.

5. Το Δ.Σ. του ΕΤΕΑ, ως κύριος διατάκτης, διαθέτει τις πιστώσεις του Προϋπολογισμού και δύναται να μεταβιβάζει μέρος τους, με επιτροπικά εντάλματα στα όργανα έγκρισης δαπανών (δευτερεύοντες διατάκτες) των Περιφερειακών Υπηρεσιών. Η μεταβίβαση ενεργείται με επιτροπικά εντάλματα με μέριμνα της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Κεντρικής Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ.

6. Η απογραφή των περιουσιακών στοιχείων των εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων ενεργείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Τα δεδομένα των βιβλίων των εντασσόμενων ταμείων και κλάδων μεταφέρονται στα βιβλία του ΕΤΕΑ το αργότερο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας σύνταξης του ισολογισμού. Η αποτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων ενεργείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

7. Η κινητή και ακίνητη περιουσία του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, και του ΕΤΑΤ που είναι ενιαία, κατανέμεται, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από οικονομική μελέτη, μεταξύ του ΕΤΕΑ και του αντίστοιχου Κλάδου ασφάλισης προσωπικού ΔΕΗ και του ΕΤΑΤ.

Άρθρο 46
Θέματα προσωπικού

1. Το προσωπικό και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που υπηρετούν στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) που εντάσσονται στο ΕΤΕΑ μεταφέρονται σε αυτό κατά το χρόνο ένταξης με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχουν.

2. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, σε περίπτωση που ενταχθούν στο ΕΤΕΑ κλάδοι ή τομείς των ΦΚΑ, ορίζεται μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του αντίστοιχου φορέα το προσωπικό και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που μεταφέρονται, κατά την ημερομηνία ένταξης, στο ΕΤΕΑ. Το προσωπικό αυτό μεταφέρεται στο ΕΤΕΑ με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ορίζεται, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του αντίστοιχου φορέα, το προσωπικό που υπηρετεί με απόσπαση ή διάθεση στους κλάδους ή τομείς των ΦΚΑ που εντάσσονται στο ΕΤΕΑ και το οποίο εξακολουθεί να υπηρετεί με απόσπαση ή διάθεση στο ΕΤΕΑ. Η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση των υπαλλήλων αυτών διέπεται από τον ισχύοντα κανονισμό λειτουργίας προσωπικού και το ισχύον εκάστοτε μισθολόγιο των υπηρεσιών από τις οποίες προέρχονται. Η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας, καθώς και οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη για τους αποσπασμένους βαρύνουν το ΕΤΕΑ, για όσο χρόνο το ανωτέρω προσωπικό παρέχει τις υπηρεσίες του σε αυτό, για δε τους με διάθεση υπαλλήλους συνεχίζουν να βαρύνουν τους φορείς από τους οποίους οι εν λόγω υπάλληλοι προέρχονται.

4. Μέχρι 31.12.2014 δεν γίνεται καμία πρόσληψη προσωπικού στο ΕΤΕΑ και ο αριθμός του προσωπικού που μεταφέρεται βάσει των παραγράφων 1, 2 και 3 μειώνεται σταδιακά κατά την ίδια περίοδο κατά 30%.

5. Με απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ διενεργείται η τοποθέτηση του πάσης φύσεως προσωπικού που μεταφέρεται στο ΕΤΕΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

6. Οι προϊστάμενοι οργανικών μονάδων των εντασσόμενων Φορέων και Κλάδων Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι έχουν επιλεγεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και μεταφέρονται στο ΕΤΕΑ, τοποθετούνται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου σε θέσεις προϊσταμένων αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων του ΕΤΕΑ με κριτήριο τον περισσότερο χρόνο άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου αντίστοιχου επιπέδου, σε συνάρτηση με τα ουσιαστικά τους προσόντα και εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την επανεπιλογή τους ή την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου.

Άρθρο 47
Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από τη σύσταση του ΕΤΕΑ με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη του Δ. Σ. του ΕΤΕΑ, αναλογιστική μελέτη και γνωμοδότηση του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης (Σ.Κ.Α.) καταρτίζεται ο Κανονισμός Ασφάλισης και Παροχών του ταμείου, με τον οποίο καθορίζονται τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι πόροι, ο χρόνος ασφάλισης, η αναγνώριση συντάξιμου χρόνου και ο τρόπος εξαγοράς του, τα δικαιούμενα σύνταξης πρόσωπα, οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, η έναρξη και λήξη των παροχών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία ρύθμιση που αφορά τη λειτουργία του ταμείου σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και το ν. 4046/2012 (Α’ 28) . Μέχρι την έκδοση του Κανονισμού αυτού εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι καταστατικές διατάξεις των εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων, η γενικότερη νομοθεσία και ο ν. 4046/2012, όπως ισχύουν.

2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από τη σύσταση του ΕΤΕΑ με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2503/1997 (Α’ 107) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 4024/2011 (Α’ 226) καταρτίζεται ο Οργανισμός του ΕΤΕΑ.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης εκδίδεται, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ, εντός τριών (3) μηνών από την ένταξη των ταμείων – τομέων και κλάδων, νέος Κανονισμός Οικονομικής Οργάνωσης και Λογιστικής Λειτουργίας, με τον οποίο ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την οικονομική οργάνωση και λογιστική λειτουργία του ταμείου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του. Μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του ΕΤΕΑ, εξακολουθούν να εφαρμόζονται αναλογικά οι αντίστοιχες διατάξεις του Κανονισμού Οικονομικής Οργάνωσης και Λογιστικής Λειτουργίας του ΕΤΕΑΜ, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μέχρι 30 Ιουνίου 2012 καθορίζεται η σύνθεση και η συγκρότηση προσωρινού υπηρεσιακού συμβουλίου στο ΕΤΕΑ, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Με όμοια απόφαση καθορίζεται η σύνθεση και η συγκρότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του ΕΤΕΑ, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 48
Μεταβατικές – τελικές διατάξεις

1. Μέχρι την έγκριση του προϋπολογισμού του πρώτου οικονομικού έτους οι δαπάνες του ΕΤΕΑ θα εκτελούνται από τους εγκεκριμένους προϋπολογισμούς των εντασσομένων ταμείων – τομέων και κλάδων επικουρικής ασφάλισης.

2. Στο ΕΤΕΑ μεταφέρονται όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων ανεξάρτητα από τη χρονική περίοδο ασφάλισής τους. Οι ασφαλισμένοι των εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑ και διέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας του, καθώς και τις διατάξεις της γενικότερης νομοθεσίας, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν. Οι συνταξιούχοι των εντασσόμενων ταμείων -τομέων και κλάδων καθίστανται συνταξιούχοι του ΕΤΕΑ, το οποίο βαρύνεται εφεξής με την καταβολή της σύνταξής τους και διέπονται από τις διατάξεις αυτού και της γενικότερης ασφαλιστικής νομοθεσίας, όπως αυτές ισχύουν.

3. Μέχρι την έκδοση του Κανονισμού Ασφάλισης και Παροχών του ΕΤΕΑ, η είσπραξη και απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ των ανωτέρω ταμείων – τομέων και κλάδων επικουρικής ασφάλισης και η χορήγηση των παροχών στους ασφαλισμένους εξακολουθούν να πραγματοποιούνται από τις υπηρεσίες που καθορίζονται αντιστοίχως από τη νομοθεσία αυτών.

4. Εκκρεμείς αιτήσεις κατά το χρόνο ένταξης στο ΕΤΕΑ για την αναγνώριση χρόνων ασφάλισης ή για την παροχή επικουρικής σύνταξης εξετάζονται από το Ταμείο αυτό.

5. Εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων συνεχίζονται από το ΕΤΕΑ, χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΤΕΑ.

6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ, ρυθμίζεται κάθε θέμα που θα προκύψει κατά την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΣΕ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΜΙΛΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΣΕ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2009/38/ΕΚ/6.5.2009

ΜΕΡΟΣ Α’: ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2009/38/ΕΚ

ΤΜΗΜΑ Α’: ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ – ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 49
Αντικείμενο

(Άρθρο 1 παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 5 της Οδηγίας)

1. Για τη βελτίωση του δικαιώματος των εργαζομένων για ενημέρωση και διαβούλευση σε κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων και σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Μαΐου 2009 (EE L 122/28/16.5.2009) «για τη θέσπιση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους», σε κάθε επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας συνιστάται ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων (ΕΣΕ) ή θεσπίζεται διαδικασία για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος νόμου. Οι ρυθμίσεις για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς θεσμοθετούνται και εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους και να διευκολύνεται η αποτελεσματική λήψη αποφάσεων της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων.

Όταν όμιλος επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατά την έννοια του άρθρου 51 παράγραφος 1 περίπτωση γ’, περιλαμβάνει μία ή περισσότερες επιχειρήσεις ή ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατά την έννοια του άρθρου 51 παράγραφος 1 περιπτώσεις α’ ή γ’ , η σύσταση του ΕΣΕ γίνεται στο επίπεδο του ομίλου, εκτός αν οι συμφωνίες, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 56, ορίζουν διαφορετικά.

2. Η ενημέρωση των εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτούς πραγματοποιούνται στο κατάλληλο διευθυντικό επίπεδο και επίπεδο εκπροσώπησης σε συνάρτηση με το εκάστοτε θέμα. Προς το σκοπό αυτόν, η αρμοδιότητα του ΕΣΕ και το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς, που διέπονται από τον παρόντα νόμο, περιορίζονται σε διακρατικά ζητήματα.

3. Διακρατικά θεωρούνται τα ζητήματα που αφορούν το σύνολο της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας ή τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις της επιχείρησης ή του ομίλου, που βρίσκονται σε δύο διαφορετικά κράτη – μέλη.

Άρθρο 50
Πεδίο Εφαρμογής

(Άρθρο 1 παράγραφοι 6 και 7 της Οδηγίας)

1. Εφόσον οι συμφωνίες, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 56, δεν προβλέπουν ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων και η έκταση των διαδικασιών για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς, οι οποίες θεσπίζονται για την υλοποίηση του στόχου της παραγράφου 1 του άρθρου 49 αφορούν, για τις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας, όλες τις εγκαταστάσεις που βρίσκονται στα κράτη – μέλη, και για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, όλες τις επιχειρήσεις μέλη του ομίλου που βρίσκονται στα κράτη -μέλη.

2. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στα πληρώματα των εμπορικών πλοίων.

Άρθρο 51
Ορισμοί

(Άρθρο 2 της Οδηγίας)

1. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοούνται ως:

α) «επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας», κάθε επιχείρηση που απασχολεί κατ’ ελάχιστον 1.000 εργαζόμενους στα κράτη – μέλη και κατ’ ελάχιστον 150 εργαζόμενους σε κάθε ένα από δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη – μέλη,

β) «όμιλος επιχειρήσεων», κάθε όμιλος που περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες επιχειρήσεις,

γ) «κοινοτικής κλίμακας όμιλος επιχειρήσεων», κάθε όμιλος επιχειρήσεων που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(αα) απασχολεί κατ’ ελάχιστον 1.000 εργαζόμενους στα κράτη – μέλη,

(ββ) έχει τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις μέλη του ομίλου σε διαφορετικά κράτη – μέλη και

(γγ) τουλάχιστον μία επιχείρηση, μέλος του ομίλου, απασχολεί κατ’ ελάχιστον 150 εργαζόμενους σε κράτος -μέλος και τουλάχιστον μία άλλη επιχείρηση, μέλος του ομίλου, απασχολεί κατ’ ελάχιστον 150 εργαζόμενους σε άλλο κράτος – μέλος,

δ) «εκπρόσωποι των εργαζομένων», κατά σειρά προτεραιότητας:ί) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, ii) τα συμβούλια των εργαζομένων που έχουν αναδειχθεί και λειτουργούν σε αυτές σύμφωνα με το ν. 1767/1988 «Συμβούλια Εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις – Κύρωση της 135 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας» (Α’ 63), και iii) οι εκπρόσωποι που εκλέγονται από τους εργαζόμενους με άμεση εκλογή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1264/1982 «Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων» (Α’ 79) και του άρθρου 4 του ν. 1767/1988,

ε) «κεντρική διοίκηση», η κεντρική διοίκηση της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, της ελέγχουσας επιχείρησης,

στ) «ενημέρωση», η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων, προκειμένου αυτοί να κατατοπιστούν για το εκάστοτε θέμα και να το εξετάσουν. Η ενημέρωση πραγματοποιείται τον κατάλληλο χρόνο, με τον κατάλληλο τρόπο και το κατάλληλο περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να εξετάσουν σε βάθος τις πιθανές συνέπειες και, ενδεχομένως, να προετοιμάσουν τις διαβουλεύσεις με το αρμόδιο όργανο της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας,

ζ) «διαβούλευση», η καθιέρωση διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και της κεντρικής διοίκησης ή οποιουδήποτε άλλου καταλληλότερου οργάνου διευθυντικού επιπέδου, σε χρόνο, με τρόπο και με περιεχόμενο που δίνουν τη δυνατότητα στους εκπροσώπους των εργαζομένων, με βάση τα στοιχεία που τους παρασχέθηκαν, να διατυπώνουν γνώμη για τα προτεινόμενα μέτρα, με τα οποία σχετίζεται η διαβούλευση, με κάθε επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της διοίκησης, και σε εύλογη προθεσμία, η οποία μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από την επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας ή τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας,

η) «ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων» (ΕΣΕ), το συμβούλιο που συνιστάται σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 1 ή σύμφωνα με τις διατάξεις του τμήματος Γ’ , με σκοπό την υλοποίηση της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς,

θ) «ειδική διαπραγματευτική ομάδα» (ΕΔΟ), η ομάδα που συνιστάται σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2, προκειμένου να διαπραγματευθεί με την κεντρική διοίκηση τη σύσταση ΕΣΕ ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 1.

2. Ο κατώτατος αριθμός εργαζομένων καθορίζεται με βάση το μέσο αριθμό εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων με μερική απασχόληση, που έχουν απασχοληθεί στην επιχείρηση τα δύο τελευταία χρόνια.

Άρθρο 52
Ελέγχουσα επιχείρηση (Άρθρο 3 της Οδηγίας)

1. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ως «ελέγχουσα επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση ενός ομίλου επιχειρήσεων, η οποία μπορεί να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε μια άλλη επιχείρηση (ελεγχόμενη επιχείρηση), όπως στις περιπτώσεις δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοοικονομικής συμμετοχής ή άλλων δικαιωμάτων που προβλέπονται από το καταστατικό τους.

2. Η δυνατότητα άσκησης δεσπόζουσας επιρροής τεκμαίρεται, υπό την επιφύλαξη αποδείξεως του εναντίου, όταν μια επιχείρηση έναντι άλλης επιχείρησης αμέσως ή εμμέσως:

α) κατέχει την πλειοψηφία του καλυφθέντος κεφαλαίου της ελεγχόμενης επιχείρησης, ή

β) διαθέτει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου της ελεγχόμενης επιχείρησης, ή

γ) μπορεί να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή του διευθυντικού ή του εποπτικού οργάνου της επιχείρησης.

Σε περίπτωση σύγκρουσης νόμων κατά την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ανωτέρω τρεις (3) περιπτώσεις σε διαφορετικές επιχειρήσεις ενός ομίλου, τότε ως ελέγχουσα επιχείρηση θεωρείται η επιχείρηση η οποία υπάγεται στην περίπτωση γ’ , εκτός αν αποδειχθεί ότι άλλη επιχείρηση ασκεί δεσπόζουσα επιρροή.

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, τα δικαιώματα ψήφου και διορισμού που διαθέτει η ελέγχουσα επιχείρηση περιλαμβάνουν τα αντίστοιχα δικαιώματα οποιασδήποτε ελεγχόμενης επιχείρησης και οποιουδήποτε προσώπου ή οργανισμού που ενεργεί με το όνομά του, αλλά για λογαριασμό της ελέγχουσας επιχείρησης ή κάθε άλλης ελεγχόμενης επιχείρησης.

4. Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 και 2, μία επιχείρηση δεν είναι «ελέγχουσα επιχείρηση» άλλης επιχείρησης, της οποίας κατέχει μετοχές, εφόσον πρόκειται για επιχείρηση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 3 παρ. 5 στοιχείο α’ ή γ’ του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων.

5. Η δεσπόζουσα επιρροή δεν τεκμαίρεται από μόνο το γεγονός ότι εντεταλμένο πρόσωπο ασκεί τα καθήκοντά του δυνάμει της νομοθεσίας κράτους – μέλους σχετικά με την εκκαθάριση, την πτώχευση, την αφερεγγυότητα, την παύση πληρωμών, τον πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλη ανάλογη διαδικασία.

6. Προκειμένου να κριθεί εάν επιχείρηση είναι ελέγχουσα επιχείρηση, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους -μέλους στο οποίο υπόκειται η εν λόγω επιχείρηση. Εάν το δίκαιο που διέπει την επιχείρηση δεν είναι το δίκαιο κράτους – μέλους, το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους – μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο αντιπρόσωπός της ή, όταν δεν υπάρχει τέτοιος αντιπρόσωπος, το δίκαιο του κράτους – μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η κεντρική διοίκηση εκείνης της επιχείρησης του ομίλου, η οποία απασχολεί το μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων.

ΤΜΗΜΑ Β’: ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Η ΘΕΣΠΙΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΜΕ ΑΥΤΟΥΣ

Άρθρο 53

Ευθύνη για τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς (Άρθρο 4 της Οδηγίας)

1. Η κεντρική διοίκηση είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων και την παροχή των μέσων που είναι αναγκαία για τη σύσταση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1, στην επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας και τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας.

2. Όταν η κεντρική διοίκηση δεν βρίσκεται σε κράτος -μέλος, την ευθύνη της ανωτέρω παραγράφου έχει ο εκπρόσωπος που ορίζεται από την κεντρική διοίκηση σε κράτος-μέλος.

Εάν δεν έχει οριστεί τέτοιος εκπρόσωπος, την ευθύνη τότε έχει η διοίκηση της εγκατάστασης ή της επιχείρησης του ομίλου, η οποία απασχολεί το μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος – μέλος.

3. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ο εκπρόσωπος ή οι εκπρόσωποι, ή σε περίπτωση απουσίας εκπροσώπων, η διοίκηση, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2, θεωρείται κεντρική διοίκηση.

4. Κάθε διοίκηση επιχείρησης – μέλους ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, καθώς και η κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 κεντρική διοίκηση ή η κατά τεκμήριο κεντρική διοίκηση της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας είναι υπεύθυνη για την εξασφάλιση και τη διαβίβαση στα ενδιαφερόμενα μέρη για την εφαρμογή του παρόντος νόμου των απαραίτητων πληροφοριών για την έναρξη των διαπραγματεύσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 6, και ιδίως των πληροφοριών που αφορούν τη δομή της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων και τον αριθμό των εργαζομένων. Η υποχρέωση αυτή αφορά, ιδίως, τις πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων κατά το άρθρο 51 παράγραφος 1 περιπτώσεις α’ και γ’.

Άρθρο 54
Ειδική διαπραγματευτική ομάδα (Άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 της Οδηγίας)

1. Για την υλοποίηση του στόχου του άρθρου 49 παράγραφος 1, η κεντρική διοίκηση αρχίζει τις διαπραγματεύσεις για τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση:

α) με δική της πρωτοβουλία, ή

β) κατόπιν γραπτού αιτήματος τουλάχιστον 100 εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους, οι οποίοι υπάγονται τουλάχιστον σε δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη – μέλη.

Η αίτηση μπορεί να υποβάλλεται από τους ενδιαφερόμενους, από κοινού ή χωριστά, προς την κεντρική διοίκηση και τα καταστήματα στα οποία αυτοί ανήκουν.

2. Προς τούτο, συνιστάται ειδική διαπραγματευτική ομάδα (ΕΔΟ) με τον εξής τρόπο:

α) Τα μέλη της ΕΔΟ εκλέγονται ή ορίζονται κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται σε κάθε κράτος – μέλος από την επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας ή τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατανέμοντας σε κάθε κράτος – μέλος μια έδρα ανά μερίδα εργαζομένων, οι οποίοι απασχολούνται σε αυτό το κράτος – μέλος ίση με το 10 % του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνται στο σύνολο των κρατών – μελών ή κλάσμα της εν λόγω μερίδας.

β) Η κεντρική διοίκηση και οι τοπικές διοικήσεις, καθώς και οι αρμόδιες ευρωπαϊκές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών ενημερώνονται για τη σύνθεση της ΕΔΟ και για την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

Άρθρο 55
Λειτουργία και καθήκοντα ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας

(Άρθρο 5 παράγραφοι 3, 4 και 5 της Οδηγίας)

1. Η ειδική διαπραγματευτική ομάδα (ΕΔΟ) είναι υπεύθυνη μαζί με την κεντρική διοίκηση, να καθορίζουν, με γραπτή συμφωνία, το πεδίο δράσης, τη σύνθεση, τα καθήκοντα και τη διάρκεια της θητείας του ή των ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων ή τις ρυθμίσεις της διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς.

2. Προκειμένου να συναφθεί η συμφωνία του άρθρου 56, η κεντρική διοίκηση συγκαλεί σε συνεδρίαση την ΕΔΟ και ενημερώνει τις τοπικές διευθύνσεις σχετικά.

Πριν και μετά από κάθε συνεδρίαση με την κεντρική διοίκηση, η ΕΔΟ έχει το δικαίωμα να συνεδριάζει, με τα απαραίτητα μέσα για την επικοινωνία των μελών της, χωρίς την παρουσία των εκπροσώπων της κεντρικής διοίκησης.

Για τους σκοπούς των διαπραγματεύσεων, η ΕΔΟ μπορεί να επικουρείται στο έργο της από εμπειρογνώμονες της επιλογής της, στους οποίους είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνονται εκπρόσωποι των αρμόδιων αναγνωρισμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων κοινοτικού επιπέδου. Οι εμπειρογνώμονες και οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι μπορούν να παρευρίσκονται, με συμβουλευτική ιδιότητα, στις συνεδριάσεις των διαπραγματεύσεων, κατόπιν αιτήματος της ΕΔΟ.

3. Η ΕΔΟ με πλειοψηφία των δύο τρίτων τουλάχιστον των ψήφων μπορεί να αποφασίσει να μην αρχίσει διαπραγματεύσεις ή να μην συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται ήδη.

Η ανωτέρω απόφαση τερματίζει τη διαδικασία για τη σύναψη της συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 56. Οταν λαμβάνεται η απόφαση αυτή, οι διατάξεις του Τμήματος Γ’ δεν εφαρμόζονται.

Νέο αίτημα σύγκλησης της ΕΔΟ μπορεί να υποβάλλεται το νωρίτερο δύο έτη από την προαναφερθείσα απόφαση, εκτός εάν τα ενδιαφερόμενα μέρη ορίσουν συντομότερη προθεσμία.

4. Η κεντρική διοίκηση αναλαμβάνει τις δαπάνες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις κατά τις παραγράφους 1 και 2, έτσι ώστε η ΕΔΟ να μπορεί να εκπληρώνει την αποστολή της με τον κατάλληλο τρόπο.

Άρθρο 56
Περιεχόμενο της συμφωνίας

(Άρθρο 6 της Οδηγίας)

1. Η κεντρική διοίκηση και η ειδική διαπραγματευτική ομάδα (ΕΔΟ) πρέπει να διαπραγματεύονται με πνεύμα συνεργασίας και με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις λεπτομέρειες της υλοποίησης της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς, που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου.

2. Με την επιφύλαξη της αυτονομίας των μερών, η συμφωνία κατά την παράγραφο 1, μεταξύ της κεντρικής διοίκησης και της ΕΔΟ, διατυπώνεται γραπτώς και περιέχει:

α) τις επιχειρήσεις μέλη του κοινοτικής κλίμακας ομίλου επιχειρήσεων ή τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας, τις οποίες αφορά η συμφωνία,

β) τη σύνθεση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων (ΕΣΕ), τον αριθμό των μελών, την κατανομή των εδρών, λαμβανομένης υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, της ανάγκης ισόρροπης εκπροσώπησης των εργαζομένων κατά δραστηριότητα, κατηγορία εργαζομένων και φύλο, και τη διάρκεια της θητείας,

γ) τα καθήκοντα του ΕΣΕ και τη διαδικασία για την ενημέρωση του και τη διαβούλευση με αυτό, καθώς και τις ρυθμίσεις για τη διασύνδεση της ενημέρωσης και διαβούλευσης του ΕΣΕ και της ενημέρωσης και διαβούλευσης των εθνικών οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων, τηρουμένων των αρχών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 49 παράγραφος 2,’

δ) τον τόπο, τη συχνότητα και τη διάρκεια των συνεδριάσεων του ΕΣΕ,

ε) ενδεχομένως, τη σύνθεση, τη διαδικασία διορισμού, τα καθήκοντα και τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής περιορισμένης σύνθεσης, που συνιστάται στο πλαίσιο του ΕΣΕ,’

στ) τους οικονομικούς πόρους και τα υλικά μέσα που διατίθενται στο ΕΣΕ,

ζ) την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας και τη διάρκεια της, τους όρους με τους οποίους μπορεί να τροποποιηθεί η συμφωνία ή να καταγγελθεί, καθώς και τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να γίνεται επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας και τη διαδικασία για την επαναδιαπραγμάτευση της, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, και των περιπτώσεων κατά τις οποίες επέρχονται τροποποιήσεις στη δομή της κοινοτικής κλίμακας επιχείρησης ή ομίλου επιχειρήσεων.

3. Η κεντρική διοίκηση και η ΕΔΟ μπορούν να αποφασίζουν γραπτώς αντί της θέσπισης ΕΣΕ, τη θέσπιση μίας ή περισσότερων διαδικασιών ενημέρωσης και διαβούλευσης.

Η συμφωνία πρέπει να προβλέπει τη διαδικασία, σύμφωνα με την οποία οι εκπρόσωποι των εργαζομένων έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται, προκειμένου να προβούν σε ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις πληροφορίες που τους ανακοινώνονται. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν ιδίως τα διακρατικά θέματα, τα οποία επηρεάζουν σημαντικά τα συμφέροντα των εργαζομένων.

4. Οι συμφωνίες, κατά τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, δεν υπόκεινται, εκτός αντίθετων διατάξεων των εν λόγω συμφωνιών, στις διατάξεις του Τμήματος Γ’ και ισχύουν από την ημερομηνία που προτείνουν τα συμβαλλόμενα μέρη.

5. Για τους σκοπούς της σύναψης των συμφωνιών κατά τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, η ΕΔΟ αποφασίζει με πλειοψηφία των μελών της.

ΤΜΗΜΑ Γ’: ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Άρθρο 57
Εφαρμογή συμπληρωματικών διατάξεων (Άρθρο 7 της Οδηγίας)

Για την υλοποίηση του άρθρου 49 παράγραφος 1, οι διατάξεις (επικουρικές υποχρεώσεις) που περιέχονται στο παρόν κεφάλαιο, εφαρμόζονται από το κράτος – μέλος στο οποίο εδρεύει η κεντρική διοίκηση στις εξής περιπτώσεις:

α) εάν αυτό αποφασισθεί από την κεντρική διοίκηση και την ειδική διαπραγματευτική ομάδα (ΕΔΟ), ή

β) εάν η κεντρική διοίκηση αρνηθεί την έναρξη διαπραγματεύσεων εντός εξαμήνου από την υποβολή του αιτήματος, σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 1, ή

γ) εάν, εντός τριετίας από την ημερομηνία υποβολής του εν λόγω αιτήματος ή εκδήλωσης της πρωτοβουλίας της κεντρικής διοίκησης για την έναρξη των διαπραγματεύσεων, τα μέρη δεν καταλήξουν στην κατά το άρθρο 56 συμφωνία και η ΕΔΟ δεν λάβει την προβλεπόμενη από το άρθρο 55 παράγραφος 3 απόφαση.

Άρθρο 58
Σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων (Παράρτημα I παράγραφος 16 της Οδηγίας)

Με βάση το προηγούμενο άρθρο, συνιστάται ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων το οποίο απαρτίζεται από εργαζόμενους της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, που εκλέγουν ή διορίζουν στους κόλπους τους οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ή, ελλείψει εκπροσώπων, το σύνολο των εργαζομένων.

Άρθρο 59
Σύνθεση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων (Παράρτημα I παράγραφοι 1γ, δ’, ε’ της Οδηγίας)

1. Τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων (ΕΣΕ) εκλέγονται ή ορίζονται κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται σε κάθε κράτος – μέλος από την επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας ή από τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, με την εξής κατανομή για κάθε κράτος – μέλος: μια έδρα ανά μερίδα εργαζομένων που απασχολούνται σε αυτό το κράτος – μέλος, ίση με το 10% του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνται στο σύνολο των κρατών – μελών ή κλάσμα της εν λόγω μερίδας.

2. Το ΕΣΕ, για να εξασφαλίσει το συντονισμό των δραστηριοτήτων του, εκλέγει μεταξύ των μελών του επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης που αριθμεί πέντε μέλη κατά μέγιστο όριο, στην οποία πρέπει να εξασφαλίζονται οι κατάλληλες συνθήκες για την άσκηση της δραστηριότητας της σε τακτά διαστήματα.

3. Η κεντρική διοίκηση ή κάθε άλλο αρμόδιο όργανο διευθυντικού επιπέδου ενημερώνονται για τη σύνθεση του ΕΣΕ.

Άρθρο 60
Αρμοδιότητες ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων

(Παράρτημα I παράγραφοι 1α, δ’ (εδάφιο β), στ’, παράγραφος 2 και παράγραφος 3 της Οδηγίας)

1. Το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων (ΕΣΕ) καταρτίζει τον εσωτερικό του κανονισμό. Η αρμοδιότητα του καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 2.

2. Η ενημέρωση του συνίσταται κυρίως, στη δομή, στη χρηματοοικονομική κατάσταση, στην πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων, στην παραγωγή και στις πωλήσεις της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας. Η ενημέρωση του ΕΣΕ και η διαβούλευση με αυτό αφορά κυρίως την κατάσταση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης, τις επενδύσεις, τις σημαντικές οργανωτικές αλλαγές, την εισαγωγή νέων μεθόδων εργασίας ή διαδικασιών παραγωγής, τις μεταφορές παραγωγής, τις συγχωνεύσεις, τη μείωση του μεγέθους ή την παύση λειτουργίας επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή σημαντικών τμημάτων τους και τις ομαδικές απολύσεις.

Η διαβούλευση πραγματοποιείται κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συνεδριάζουν με την κεντρική διοίκηση και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση σε κάθε γνώμη που ενδεχομένως διατυπώνουν.

3. Το ΕΣΕ έχει το δικαίωμα να συνεδριάζει με την κεντρική διοίκηση μια φορά κατ’ έτος, προκειμένου να ενημερώνεται και να δίνει τη γνώμη του, με βάση έκθεση της κεντρικής διοίκησης, για την εξέλιξη των δραστηριοτήτων και τις προοπτικές της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας. Οι τοπικές διευθύνσεις ενημερώνονται σχετικά.

4. Η επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης ή, εάν αυτή δεν υπάρχει, το ΕΣΕ πρέπει να ενημερώνεται για τις έκτακτες περιπτώσεις ή αποφάσεις που επηρεάζουν σημαντικά τα συμφέροντα των εργαζομένων, ιδίως δε σε περίπτωση μετεγκατάστασης, παύσης της λειτουργίας επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων ή σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων. Η ανωτέρω επιτροπή έχει το δικαίωμα να συνεδριάζει, μετά από αίτησή της, με την κεντρική διοίκηση ή οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο να λαμβάνει σχετικές αποφάσεις όργανο διευθυντικού επιπέδου στο πλαίσιο της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, προκειμένου να ενημερώνεται και να εκφέρει τη γνώμη του.

Όταν η συνεδρίαση διεξάγεται με την επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης, δικαιούνται επίσης να συμμετέχουν τα μέλη του ΕΣΕ, τα οποία έχουν εκλεγεί ή ορισθεί από τις εγκαταστάσεις ή τις επιχειρήσεις, τις οποίες αφορούν άμεσα οι ανωτέρω έκτακτες περιπτώσεις ή αποφάσεις.

Η εν λόγω συνεδρίαση ενημέρωσης και διαβούλευσης πραγματοποιείται το ταχύτερο δυνατόν, με βάση την έκθεση που καταρτίζει η κεντρική διοίκηση ή οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο όργανο διευθυντικού επιπέδου της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας. Για την έκθεση αυτή μπορεί να διατυπώνεται γνώμη στο τέλος της συνεδρίασης ή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

Η συνεδρίαση δεν επηρεάζει τα προνόμια της κεντρικής διοίκησης.

Η ενημέρωση και η διαβούλευση που προβλέπονται για τις προαναφερόμενες περιπτώσεις διεξάγονται με την επιφύλαξη του άρθρου 49 παράγραφος 1 και του άρθρου 61 του παρόντος νόμου.

5. Το ΕΣΕ, τέσσερα (4) χρόνια μετά τη σύστασή του, εξετάζει εάν πρέπει να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 56 ή να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

Τα άρθρα 56 και 57 εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, εφόσον αποφασιστεί η διαπραγμάτευση συμφωνίας δυνάμει του άρθρου 56. Στην περίπτωση αυτή η ειδική διαπραγματευτική ομάδα αντικαθίσταται από το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων.

Άρθρο 61
Λειτουργία ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων

(Παράρτημα Ι παράγραφοι 4, 5 και 6 της Οδηγίας)

1. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία της κεντρικής διοίκησης και των εκπροσώπων των εργαζομένων, όπως αναφέρεται στις περιπτώσεις β’ και γ’ του άρθρου 57, στις συνεδριάσεις ενημέρωσης και διαβούλευσης προεδρεύει εκπρόσωπος των εργαζομένων.

Πριν από κάθε συνάντηση με την κεντρική διοίκηση, το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων (ΕΣΕ) ή η επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης, του άρθρου 60 παράγραφος 4 εδάφιο δεύτερο, έχουν το δικαίωμα να συνεδριάζουν χωρίς να είναι παρούσα η διοίκηση.

2. Το ΕΣΕ ή η επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης μπορεί να επικουρείται από εμπειρογνώμονες της επιλογής τους, στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

Οι δαπάνες λειτουργίας του ΕΣΕ, της επιτροπής περιορισμένης σύνθεσης, καθώς και ενός εμπειρογνώμονα βαρύνουν την κεντρική διοίκηση.

Η κεντρική διοίκηση παρέχει στα μέλη του ΕΣΕ και της επιτροπής περιορισμένης σύνθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 4, τους οικονομικούς πόρους και τα λοιπά υλικά μέσα που απαιτούνται για να εκπληρώνουν την αποστολή τους κατά το δέοντα τρόπο.

Ειδικότερα, η κεντρική διοίκηση αναλαμβάνει, εκτός αν έχει συμφωνηθεί άλλως, τα έξοδα διοργάνωσης συνεδριάσεων, τα έξοδα διερμηνείας, καθώς και τα έξοδα διαμονής και μετακίνησης των μελών του ΕΣΕ και της επιτροπής περιορισμένης σύνθεσης.

ΤΜΗΜΑ Δ’: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 62
Εμπιστευτικές πληροφορίες

(Άρθρο 8 παράγραφος 1 της Οδηγίας)

Τα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας και του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων (ΕΣΕ), καθώς και οι εμπειρογνώμονες που τα επικουρούν, δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν σε τρίτους τις πληροφορίες που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφοι 4 και 5 του ν. 1767/1988.

Το ίδιο ισχύει και για τους εκπροσώπους των εργαζομένων στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση.

Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται, ανεξάρτητα από τον τόπο, όπου βρίσκονται τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και μετά τη λήξη της θητείας τους.

Άρθρο 63
Λειτουργία του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και διαδικασία για την ενημέρωση των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς

(Άρθρο 9 της Οδηγίας)

Η κεντρική διοίκηση και το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας και σέβονται αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

Το ίδιο ισχύει και για τη συνεργασία μεταξύ της κεντρικής διοίκησης και των εκπροσώπων των εργαζομένων στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς.

Άρθρο 64
Ρόλος, προστασία και διευκολύνσεις των εκπροσώπων των εργαζομένων

(Άρθρο 10 της Οδηγίας)

1. Τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων (ΕΣΕ), με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας άλλων οργάνων ή οργανώσεων να εκπροσωπούν εργαζομένους, πρέπει να έχουν τα απαραίτητα μέσα για να ασκούν τα δικαιώματα που απορρέουν από τον παρόντα νόμο και να εκπροσωπούν συλλογικά τα συμφέροντα των εργαζομένων της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 62, τα μέλη του ΕΣΕ ενημερώνουν τους εκπροσώπους των εργαζομένων στις εγκαταστάσεις ή στις επιχειρήσεις του ομίλου κοινοτικής κλίμακας ή, εάν δεν υπάρχουν εκπρόσωποι, ενημερώνουν το σύνολο των εργαζομένων σχετικά με το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης, η οποία τίθεται σε εφαρμογή σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

3. Τα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας (ΕΔΟ), του ΕΣΕ και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση του άρθρου 56 παράγραφος 3 απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της αυτής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του ν. 1767/1988.

4. Οι εκπρόσωποι της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνουν άδεια μετ’ αποδοχών από την επιχείρηση για το χρόνο συμμετοχής τους στις συνεδριάσεις ή σε συνέδρια που έχουν σχέση με τον παρόντα νόμο και διοργανώνονται από οργανισμό που ασκεί αναγνωρισμένο έργο ή τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση της χώρας. Οι εργαζόμενοι πρέπει να προσκομίσουν, απαραιτήτως, στον εργοδότη αποδεικτικά συμμετοχής στις συνεδριάσεις και στα συνέδρια για να τύχουν της σχετικής άδειας μετ’ αποδοχών.

5. Στα μέλη του ΕΣΕ, προκειμένου να ενημερώσουν τους εργαζόμενους, χορηγείται άδεια με αποδοχές μέχρι δύο (2) ώρες την εβδομάδα, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες συνολικά το χρόνο.

6. Στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την άσκηση των καθηκόντων εκπροσώπησης σε διεθνές επίπεδο, παρέχεται επιμόρφωση με αποδοχές στα μέλη της ΕΔΟ και του ΕΣΕ.

Άρθρο 65
Τήρηση υποχρεώσεων

(Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Οδηγίας)

Η διοίκηση των εγκαταστάσεων επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας και η διοίκηση των επιχειρήσεων, μελών του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, οι οποίες λειτουργούν στην Ελλάδα, καθώς και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων τους ή, κατά περίπτωση, οι εργαζόμενοί τους, πρέπει να τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπει ο παρών νόμος, ανεξάρτητα από το εάν η κεντρική διοίκηση βρίσκεται ή όχι στην Ελλάδα.

Άρθρο 66
Σχέση με άλλες κοινοτικές και εθνικές διατάξεις

(Άρθρο 12 της Οδηγίας)

1. Η ενημέρωση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων (ΕΣΕ) και η διαβούλευση με αυτό συνδέονται με τις αντίστοιχες διαδικασίες που εφαρμόζονται στα εθνικά όργανα εκπροσώπησης των εργαζομένων, στο πλαίσιο του σεβασμού των αρμοδιοτήτων και των τομέων δράσης κάθε φορέα και των αρχών οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 49 παράγραφος 2.

2. Οι ρυθμίσεις για τη σύνδεση της ενημέρωσης και της διαβούλευσης μεταξύ του ΕΣΕ και των εθνικών οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων καθορίζονται με τη συμφωνία που προβλέπεται στο άρθρο 56. Η συμφωνία αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων του εθνικού δικαίου ή της εθνικής πρακτικής σχετικά με την ενημέρωση και τη διαβούλευση των εργαζομένων, ιδίως του ν. 1387/1983 (Α’ 110), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3488/2006 (Α’ 191) και με το άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), του π.δ. 240/2006 (Α’252) και του π.δ. 178/2002 (Α’ 162).

3. Αν η συμφωνία δεν προβλέπει τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις, η διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης γίνεται με το ΕΣΕ, καθώς και με τα εθνικά όργανα εκπροσώπησης των εργαζομένων, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες πρόκειται να ληφθούν αποφάσεις, οι οποίες ενδέχεται να επιφέρουν σοβαρές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας.

4. Ο παρών νόμος δεν θίγει δικαιώματα των εργαζομένων σχετικά με την ενημέρωση και τη διαβούλευσή τους, τα οποία ήδη προβλέπονται στο ν. 1387/1983 (Α’ 110), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3488/2006 (Α’ 191) και με το άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), στο π.δ. 240/2006 (Α’252) και στο π.δ. 178/ 2002 (Α’ 162).

Άρθρο 67
Προσαρμογή

(Άρθρο 13 της Οδηγίας)

Όταν επέρχονται σοβαρές αλλαγές στη δομή της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας και είτε δεν περιέχονται στις ισχύουσες συμφωνίες σχετικές διατάξεις είτε υπάρχει σύγκρουση διατάξεων δύο ή περισσότερων ισχυουσών συμφωνιών, η κεντρική διοίκηση αρχίζει τις διαπραγματεύσεις κατά το άρθρο 54 με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από γραπτή αίτηση κατ’ ελάχιστον 100 εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους σε τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις σε τουλάχιστον δύο διαφορετικά κράτη – μέλη.

Τουλάχιστον τρία μέλη του υφιστάμενου ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων (ΕΣΕ) ή καθενός από τα υφιστάμενα ΕΣΕ είναι μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας (ΕΔΟ) επιπλέον των μελών που εκλέγονται ή ορίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 54 παράγραφος 2.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το υφιστάμενο ΕΣΕ ή τα υφιστάμενα ΕΣΕ συνεχίζουν να λειτουργούν σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της συμφωνίας, που εν όψει της νέας δομής της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας έχει συναφθεί μεταξύ των μελών του ΕΣΕ ή των ΕΣΕ και της κεντρικής διοίκησης.

Άρθρο 68
Ισχύουσες συμφωνίες

(Άρθρο 14 της Οδηγίας)

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 67, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα νόμο δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας ή ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας στις εξής περιπτώσεις:

α) όταν συμφωνία ή συμφωνίες, που ίσχυαν για όλους τους εργαζόμενους και προέβλεπαν διακρατική ενημέρωση και διακρατική διαβούλευση με αυτούς, έχουν συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 του π.δ. 40/1997 (Α’ 39) ή όταν τέτοιες συμφωνίες έχουν αναπροσαρμοσθεί λόγω μεταβολών στη δομή των επιχειρήσεων ή των ομίλων επιχειρήσεων ή

β) όταν συμφωνία που έχει συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 10 του π.δ. 40/1997 (Α’ 39), έχει υπογραφεί ή αναθεωρηθεί στο χρονικό διάστημα μεταξύ 5ης Ιουνίου 2009 και 5ης Ιουνίου 2011.

Το ισχύον εθνικό δίκαιο, όταν η συμφωνία έχει υπογραφεί ή αναθεωρηθεί, εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις ή ομίλους επιχειρήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο β’ της παρούσας παραγράφου.

2. Κατά τη λήξη των συμφωνιών της παραγράφου 1 τα μέρη μπορούν να αποφασίσουν από κοινού την παράταση ή την αναθεώρηση τους. Εάν τούτο δεν συμβεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος νόμου.

ΜΕΡΟΣ Β
ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 2 ΠΑΡ. 2, 5 ΠΑΡ. 2 ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Α’, 5 ΠΑΡ. 6, 8 ΠΑΡ. 2, 11 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ 2 ΚΑΙ 3, ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ I ΠΑΡ. 1 ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Β ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΔΑΦΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2009/38/ΕΚ

Άρθρο 69

(εφαρμογή άρθρου 2 παράγραφος 2)

Για τον υπολογισμό του αριθμού των εργαζομένων της παραγράφου 2 του άρθρου 51 του παρόντος νόμου, οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου οι οποίες έληξαν ή συμβάσεις μερικά απασχολουμένων, ανάγονται σε πλήρη ετήσια απασχόληση, που εφαρμόζει η επιχείρηση ή ο κλάδος απασχόλησης των εργαζομένων.

Άρθρο 70

(εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2 περίπτωση α’ και του Παραρτήματος I παράγραφος 1 περίπτωση β’ δεύτερο εδάφιο)

Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, που συμμετέχουν στην ΕΔΟ ή στο ΕΣΕ, εκλέγονται με τους αναπληρωτές τους, με την παρακάτω προτεραιότητα:

ι) από τις υπάρχουσες συνδικαλιστικές οργανώσεις,

ιι) από τα συμβούλια των εργαζομένων που έχουν αναδειχθεί και λειτουργούν σε αυτές, σύμφωνα με το ν. 1767/1988 και

ili) απευθείας από τους εργαζόμενους με άμεση εκλογή, σύμφωνα τα άρθρα 12 του ν. 1264/1982 και 4 του ,ν. 1767/1988.

Άρθρο 71

(εφαρμογή άρθρου 5 παράγραφος 6)

1. Η κεντρική διοίκηση αναλαμβάνει ιδίως τις παρακάτω δαπάνες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 55, έτσι ώστε η ΕΔΟ να μπορεί να εκπληρώνει την αποστολή της με τον κατάλληλο τρόπο:

α) εκλογής ή ορισμού των μελών,

β) οργάνωσης των συναντήσεων της ΕΔΟ, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών μίσθωσης του χώρου, διερμηνείας, εξόδων εκτύπωσης και κοινοποίησης των αποτελεσμάτων της συνάντησης και μετακίνησης, διαμονής και διατροφής των μελών της ΕΔΟ και

γ) του διορισμού ενός εμπειρογνώμονα από την ΕΔΟ, προκειμένου να τη βοηθήσει στο έργο της.

2. Η ΕΔΟ αποφασίζει με πλειοψηφία του συνόλου των μελών της, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, εκλέγει έναν πρόεδρο μεταξύ των μελών της και ορίζει τους εσωτερικούς κανόνες λειτουργίας της.

3. Η ΕΔΟ και η κεντρική διοίκηση αποφασίζουν κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας για τους ακριβείς κανόνες που θα διέπουν την προεδρία των από κοινού συναντήσεων τους. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία για το θέμα αυτό, πρέπει να καταγράφονται στα πρακτικά της πρώτης συνάντησης τους ο τρόπος διεξαγωγής των συναντήσεων τους. Τα πρακτικά των συναντήσεων θα υπογράφονται από ένα εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο για κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Άρθρο 72

(εφαρμογή άρθρου 8 παράγραφος 2 και 11 παράγραφος 3)

1. Τα μέλη του ΕΣΕ και η κεντρική διοίκηση δύνανται να αποφασίσουν από κοινού τα στοιχεία της πληροφόρησης που θα ανακοινωθούν σε τρίτους, σύμφωνα με το άρθρο 62.

2. Η κεντρική διοίκηση δεν έχει υποχρέωση να πληροφορεί το ΕΣΕ για θέματα που χαρακτηρίζονται ως απόρρητα, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφοι 4 και 5 του ν. 1767/1988.

3. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της κεντρικής διοίκησης και του ΕΣΕ ως προς την παροχή των αιτούμενων πληροφοριών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 16 παράγραφοι 8 και 9 του ν. 1264/1982 (Α’ 79).

Άρθρο 73

(εφαρμογή άρθρου 11 παράγραφος 2)

Οποιος εργοδότης ή πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του ή οποιοσδήποτε τρίτος προβαίνει σε πράξεις ή παραλείψεις με σκοπό να παρακωλύει την άσκηση των δικαιωμάτων των εκπροσώπων των εργαζομένων, που απορρέουν από τον παρόντα νόμο, τιμωρείται:

α) με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 1338/1983 (Α’ 36), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 1440/1984 (Α’ 70) και

β) με την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων των άρθρων 23 και 24 του ν. 3996/2011 (Α’ 170). Αρμόδιο όργανο για την επιβολή των διοικητικών αυτών κυρώσεων είναι το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠΕ.).

ΜΕΡΟΣ Γ’: ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 74
Εφαρμογή, επέκταση, λήξη και επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας

1. Η συμφωνία του άρθρου 56 είναι δεσμευτική για όλες τις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας και όλους τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, καθώς και για όλους τους εργαζόμενους σε αυτές, κατά τη διάρκεια ισχύος της.

2. Όταν στη συμφωνία δεν περιέχονται όροι σχετικοί με την εφαρμογή, επέκταση, λήξη ή επαναδιαπραγμάτευση της, ισχύουν τα παρακάτω:

α) Η συμφωνία θεωρείται ότι έχει εφαρμογή επ’ αόριστον.

β) Η κεντρική διοίκηση ή το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων ή οι αντιπρόσωποι των εργαζομένων, όταν αυτοί ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 3, δύνανται να λύσουν τη συμφωνία τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από τη λήξη της και να ενημερώνουν το άλλο μέρος εγγράφως.

γ) Όταν η περίοδος εφαρμογής της συμφωνίας λήξει, χωρίς να την καταγγείλουν τα συμβαλλόμενα μέρη, τότε αυτή παρατείνεται για ίσης διάρκειας χρονική περίοδο με την αρχική εφαρμογή.

δ) Μία συμφωνία όταν καταγγελθεί ή λήξει, παραμένει σε ισχύ, μέχρις ότου συναφθεί νέα συμφωνία.

Άρθρο 75
Γνωστοποίηση στοιχείων στο Σ.ΕΠ.Ε.

Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος νόμου υποχρεούνται εντός τριμήνου από την έναρξη λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εργαζομένων, να γνωστοποιήσουν εγγράφως τον αριθμό των εργαζομένων και των εκπροσώπων αυτών στις αρμόδιες υπηρεσίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

Άρθρο 76
Καταργητική διάταξη (Άρθρο 17 της Οδηγίας)

Το π.δ. 40/1997 (Α’ 39), όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 32/2008 (Α’ 56), καταργείται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ

ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2009/52/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 18.6.2009 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ «ΕΠΙΒΟΛΗ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ ΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΔΙΑΜΕΝΟΝΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ» ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΘΕΙ Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

ΜΕΡΟΣ Α: ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2009/52/ΕΚ

ΤΜΗΜΑ Α: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 77
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

(Άρθρο 1 της Οδηγίας)

Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18.6.2009 «σχετικά με την επιβολή ελαχίστων προτύπων όσον αφορά τις κυρώσεις και τα μέτρα κατά των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών», η οποία απαγορεύει την απασχόληση παράνομα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών με στόχο την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης.

Άρθρο 78
Ορισμοί (Άρθρο 2 της οδηγίας)

Για το σκοπό του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) «πολίτης τρίτης χώρας», κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ενωσης κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 1 της Συνθήκης και στερείται του κοινοτικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν,

β) «παράνομα διαμένων πολίτης τρίτης χώρας», ο πολίτης τρίτης χώρας που βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια ο οποίος δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις διαμονής σε αυτήν,

γ) «απασχόληση», η άσκηση δραστηριοτήτων που καλύπτουν οποιαδήποτε μορφή εργασίας ρυθμιζόμενη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή σύμφωνα με καθιερωμένες πρακτικές για λογαριασμό ή υπό τη διεύθυνση ή/και την εποπτεία εργοδότη,

δ) «παράνομη απασχόληση», η απασχόληση παράνομα διαμένοντος πολίτη τρίτης χώρας,

ε) «εργοδότης», κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης, για λογαριασμό ή υπό τη διεύθυνση ή/και την εποπτεία του οποίου λαμβάνει χώρα η απασχόληση,

στ) «υπεργολάβος», οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων στο οποίο ανατίθεται η εκτέλεση ενός μέρους ή του συνόλου των υποχρεώσεων προηγούμενης σύμβασης,

ζ) «νομικό πρόσωπο», κάθε νομική οντότητα που αναγνωρίζεται ως νομικό πρόσωπο βάσει του εφαρμοστέου ελληνικού δικαίου, πλην κρατών ή δημόσιων φορέων κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας, καθώς και διεθνών οργανισμών δημοσίου δικαίου,

η) «επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συνάπτει συμβάσεις εργασίας ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας με προσωρινά απασχολουμένους, με σκοπό να τους τοποθετεί σε έμμεσους εργοδότες για να εργασθούν προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή τους,

θ) «ιδιαίτερα καταχρηστικοί όροι εργασίας», όροι εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων οφείλονται σε διακρίσεις λόγω φύλου ή άλλες διακρίσεις, οι οποίοι είναι κατάφωρα δυσανάλογοι προς τους όρους εργασίας των νόμιμα απασχολούμενων εργαζομένων, έχοντας επίπτωση, για παράδειγμα, στην υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια,

ι) «αποδοχές πολίτη τρίτης χώρας που διαμένει παράνομα», το ημερομίσθιο ή ο μισθός ή οποιοδήποτε άλλο αντάλλαγμα, σε μετρητά ή σε είδος, που λαμβάνει ο εργαζόμενος άμεσα ή έμμεσα, σε σχέση με την απασχόλησή του, από τον εργοδότη του, που ισοδυναμεί με τις απολαβές εργαζομένων παρόμοιου επιπέδου οι οποίοι εργάζονται με σχέση νόμιμης απασχόλησης.

Άρθρο 79

Απαγόρευση της απασχόλησης παράνομα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών (Άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2 της Οδηγίας)

1. Απαγορεύεται η απασχόληση παράνομα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών.

2. Η παράβαση αυτής της απαγόρευσης υπόκειται στις κυρώσεις και τα μέτρα που ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

ΤΜΗΜΑ Β’: ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 80
Υποχρεώσεις των εργοδοτών

(Άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 3 της Οδηγίας)

1. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, οι εργοδότες υποχρεούνται:

α) να αξιώνουν από τους πολίτες τρίτων χωρών την κατοχή και υποβολή σε αυτούς έγκυρης άδειας διαμονής ή άλλου έγκυρου τίτλου διαμονής για την ανάληψη της απασχόλησης,

β) να διατηρούν αντίγραφο της άδειας διαμονής ή άλλου τίτλου διαμονής στη διάθεση των αρμόδιων αρχών τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της περιόδου απασχόλησης, με σκοπό πιθανή επιθεώρηση,

γ) να ενημερώνουν αμελλητί τις κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές για την πρόσληψη και την έναρξη της απασχόλησης πολίτη τρίτης χώρας.

2. Οι εργοδότες που έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν θεωρούνται υπεύθυνοι για την παραβίαση της απαγόρευσης που αναφέρεται στο άρθρο 79, εκτός εάν γνώριζαν ότι το έγγραφο που παρουσιάστηκε σαν έγκυρη άδεια ή τίτλος διαμονής ήταν πλαστογραφημένο ή παραποιημένο.

Άρθρο 81
Καταβολή καθυστερούμενων οφειλών από τους εργοδότες

(άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 εδάφιο δεύτερο και 3 της Οδηγίας)

1. Ο εργοδότης που απασχολεί παράνομα διαμένοντα πολίτη τρίτης χώρας οφείλει:

α) να καταβάλει σε αυτόν όλες τις οφειλόμενες αμοιβές. Το συμφωνημένο επίπεδο αποδοχών θεωρείται ότι είναι τουλάχιστον ο ελάχιστος μισθός ή το ημερομίσθιο που προβλέπεται από τη νομοθεσία, τις κλαδικές, ομοιοεπαγγελματικές, επιχειρησιακές, σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική στους συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους ή στη συγκεκριμένη επιχείρηση, εκτός εάν ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος αποδείξουν ότι οι οφειλόμενες αμοιβές ήταν διαφορετικές εντός των πλαισίων της ισχύουσας νομοθεσίας,

β) να καταβάλει στους αρμόδιους φορείς ποσό ίσο προς κάθε εισφορά και φόρο που θα κατέβαλε ο εργοδότης εάν ο πολίτης τρίτης χώρας είχε απασχοληθεί νόμιμα, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών προστίμων με τις προσαυξήσεις τους,

γ) να καταβάλει κάθε δαπάνη που απαιτήθηκε για την αποστολή των καθυστερούμενων οφειλών στη χώρα στην οποία ο πολίτης τρίτης χώρας έχει επιστρέψει ή έχει υποχρεωθεί να επιστρέψει.

2. Για την εφαρμογή των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1, θεωρείται κατά τεκμήριο ότι η σχέση απασχόλησης διήρκεσε τουλάχιστον τρεις μήνες, εκτός εάν, μεταξύ άλλων, ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος αποδείξουν το αντίθετο.

3. Πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης για την επιστροφή των παράνομα απασχοληθέντων πολιτών τρίτων χωρών, τα αρμόδια για την εκτέλεση όργανα τους ενημερώνουν αντικειμενικά και συστηματικά σχετικά με τα δικαιώματά τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το άρθρο 83.

Άρθρο 82
Συμβάσεις υπεργολαβίας

(Άρθρο 8 παράγραφοι 1, 2 και 3 της Οδηγίας)

1. Ο εργολάβος, ο οποίος αναθέτει την εκτέλεση έργου σε υπεργολάβο που απασχολεί παράνομα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών, και με την επιφύλαξη των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με τα δικαιώματα αναγωγής ή προσφυγής ή των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον εργοδότη (υπεργολάβο) στην καταβολή: α. κάθε κύρωσης που προβλέπεται από το άρθρο 85, β. κάθε καθυστερούμενης οφειλής σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 81.

2. Ο εργολάβος αλλά και όλοι οι ενδιάμεσοι υπεργολάβοι, που γνώριζαν ότι ο εργοδότης υπεργολάβος απασχολούσε παράνομα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών, ευθύνονται στην καταβολή των οφειλομένων, όπως αυτά προσδιορίζονται στην παράγραφο 1, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον εργοδότη υπεργολάβο ή τον εργολάβο του οποίου είναι άμεσος υπεργολάβος ο εργοδότης.

3. Οι εργολάβοι ή οι υπεργολάβοι που αναλαμβάνουν με τη δέουσα επιμέλεια τις υποχρεώσεις τους, όπως ορίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία, δεν θεωρούνται υπεύθυνοι για τις οφειλές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

Άρθρο 83
Διευκόλυνση καταγγελιών

(άρθρο 13 παράγραφοι 1, 2 και 3 της Οδηγίας)

1. Οι παράνομα απασχολούμενοι μπορούν, όπως κάθε νόμιμα απασχολούμενος εργαζόμενος, να υποβάλουν οι ίδιοι ή αντ’ αυτών με τη συναίνεση τους στα κατά τόπους εργατικά κέντρα, κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 του άρθρου 84 του ν. 3386/2005 (Α’ 212), κάθε καταγγελία που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία κατά του εργοδότη τους.

2. Η παροχή συνδρομής σε πολίτες τρίτων χωρών για την υποβολή καταγγελίας δεν θεωρείται σε καμία περίπτωση υποβοήθηση του παράνομα απασχολούμενου σε παράνομη είσοδο, διέλευση και διαμονή.

ΜΕΡΟΣ Β’: ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΠΑΡ. 3 ΑΡΘΡΟΥ 3, ΑΡΘΡΟΥ 5, ΠΑΡ. 2, 4 ΚΑΙ 5 ΑΡΘΡΟΥ 6, ΠΑΡ. 1 ΑΡΘΡΟΥ 7, ΑΡΘΡΟΥ 9, ΠΑΡ. 4 ΑΡΘΡΟΥ 13, ΑΡΘΡΟΥ 14 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Άρθρο 84

(εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 3 της Οδηγίας)

Οι παράνομα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών, η επιστροφή των οποίων έχει ανασταλεί, μπορούν να απασχολούνται μόνο εφόσον τους επιτραπεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς της διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 37 του ν. 3907/2011 (Α’ 7).

Άρθρο 85
Χρηματικές κυρώσεις

(εφαρμογή του άρθρου 5 της Οδηγίας)

1.α) Σε περίπτωση παράβασης της απαγόρευσης του άρθρου 79, επιβάλλεται στον εργοδότη, με τη διαπίστωσή της ή την κοινοποίησή της, από τους αρμόδιους Επιθεωρητές Εργασίας του Σ.ΕΠ.Ε., κατά δέσμια αρμοδιότητά τους, χρηματική κύρωση πέντε χιλιάδων (5.000) ευ-ρώ ανά παράνομα απασχολούμενο πολίτη τρίτης χώρας.

Σε περίπτωση υποτροπής του εργοδότη, μέσα σε διάστημα τεσσάρων (4) ετών από τη διενέργεια του αρχικού ελέγχου, διπλασιάζεται το ύψος της χρηματικής κύρωσης ανά εργαζόμενο.

β) Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να επαναπροσδιορίζεται το ύψος της ως άνω επιβαλλόμενης χρηματικής κύρωσης.

2. α) Ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των πραγματικών εξόδων που ενδεχομένως επιβαρύνθηκε το Δημόσιο για την επιστροφή των παρανόμως απασχολούμενων πολιτών τρίτης χώρας στις περιπτώσεις που διατάσσεται διαδικασία αναγκαστικής επιστροφής στη χώρα καταγωγής ή προέλευσης.

β) Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Προστασίας του Πολίτη, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του Υπουργού Οικονομικών προσδιορίζονται τα όργανα και ο τρόπος βεβαίωσης και είσπραξης των εξόδων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο.

3. Κατά της πράξης επιβολής χρηματικής κύρωσης ασκείται προσφυγή μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίησή της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Μέσα στην ίδια προθεσμία η προσφυγή κοινοποιείται με μέριμνα του προσφεύγοντος και επί ποινή απαραδέκτου στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε.. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής χρηματικής κύρωσης. Η αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. βεβαιώνει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου. Οι παραπάνω χρηματικές κυρώσεις και τα έξοδα επιστροφής εισπράττονται με τη διαδικασία είσπραξης των δημοσίων εσόδων.

Άρθρο 86

(εφαρμογή των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 6 της Οδηγίας)

1. Οι παράνομα απασχολούμενοι πολίτες τρίτων χωρών μπορούν, όπως κάθε νόμιμα απασχολούμενος εργαζόμενος και κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 του άρθρου 84 του ν. 3386/2005 (Α’ 212), να προσφεύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και στις αρμόδιες αρχές για τη διεκδίκηση των οφειλομένων και την εν γένει διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους σύμφωνα με την κείμενη εργατική νομοθεσία και να εκτελούν τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις κατά των εργοδοτών τους, ακόμα και αν έχουν επιστρέψει ή έχουν υποχρεωθεί να επιστρέψουν στη χώρα τους.

2. Οι παράνομα απασχοληθέντες πολίτες τρίτων χωρών μπορούν να εισπράξουν και να εξαγάγουν, με βάση τις διαδικασίες που ορίζει η ισχύουσα νομοθεσία, όλες τις καθυστερούμενες αμοιβές του εδαφίου α’ της παραγράφου 1, που ανακτώνται δικαστικώς ή εξωδίκως από τους εργοδότες τους. Στις περιπτώσεις όπου αυτοί έχουν επιστρέψει ή έχουν υποχρεωθεί να επιστρέψουν στη χώρα προέλευσης ή καταγωγής, κάθε ποσό, που πραγματικά ανακτάται ως καθυστερούμενη αμοιβή από τον νόμιμο πληρεξούσιο του παράνομα απασχοληθέντος πολίτη τρίτης χώρας, κατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του δικαιούχου ή/και των καθολικών και ειδικών διαδόχων του και εισπράττεται από τους κατά περίπτωση δικαιούχους ή από τον νόμιμο πληρεξούσιό τους, ο οποίος και επιμελείται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για την αποστολή των χρημάτων στον τόπο της κατοικίας τους ή της διαμονής τους. Τα έξοδα αποστολής μπορούν να αναζητηθούν από τον εργοδότη με κάθε νόμιμο τρόπο.

Άρθρο 87
Άλλα μέτρα

(εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 7 της Οδηγίας)

Στους εργοδότες που παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρου 79 επιβάλλονται σωρευτικά με τις λοιπές διοικητικές κυρώσεις:

Α. Από την κατά περίπτωση αρμόδια Αρχή:

α) αποκλεισμός από όλες ή ορισμένες δημόσιες παροχές, ενισχύσεις ή επιδοτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για διάστημα που μπορεί να ανέλθει έως τα πέντε έτη,

β) αποκλεισμός από όλες τις δημόσιες συμβάσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, για διάστημα που μπορεί να ανέλθει έως τα πέντε έτη,

γ) προσωρινή ή οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας των εγκαταστάσεων στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση.

Β. α) Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση για χρονικό διάστημα μέχρι τρεις (3) ημέρες, με αιτιολογημένη πράξη του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε.,

β) προσωρινή άνω των τριών ημερών ή οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του αρμοδίου Επιθεωρητή Εργασίας ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Σ.ΕΠ.Ε..

Άρθρο 88
Ποινικές κυρώσεις

(εφαρμογή των άρθρων 9 και 10 της Οδηγίας)

1. Ο εργοδότης που:

α) απασχολεί εκ προθέσεως παράνομα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών των οποίων η απασχόληση συνεχίζεται ή επαναλαμβάνεται συστηματικά ή/και

β) απασχολεί εκ προθέσεως ταυτόχρονα σημαντικό αριθμό παράνομα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών ή/και

γ) απασχολεί εκ προθέσεως παράνομα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών των οποίων η απασχόληση συνοδεύεται με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας, τιμωρείται, ανεξάρτητα από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον πέντε (5) μηνών.

2. Όποιος απασχολεί παράνομα διαμένοντες ανηλίκους, που είναι πολίτες τρίτων χωρών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών.

3. Όταν η απασχόληση παράνομα διαμένοντος πολίτη τρίτης χώρας έχει διαπραχθεί από εργοδότη, ο οποίος χρησιμοποιεί την εργασία ή τις υπηρεσίες παράνομα διαμένοντος πολίτη τρίτης χώρας, γνωρίζοντας ότι είναι θύμα εμπορίας ανθρώπων, επιβάλλεται σε αυτόν η προβλεπόμενη ποινή της παραγράφου 3 του άρθρου 323Α Π.Κ., εκτός αν για τον ίδιο απασχολούμενο και την ίδια πράξη έχει ήδη ασκηθεί σε βάρος του εργοδότη ποινική δίωξη ή έχει ήδη καταδικασθεί βάσει του ίδιου άρθρου του Π.Κ..

4. Η ποινική δίωξη ασκείται σε κάθε περίπτωση αυτεπαγγέλτως.

5. Το Σ.ΕΠ.Ε. υποβάλλει, εφόσον συντρέχει μία από τις περιπτώσεις των παραγράφων 1, 2 και 3, μηνυτήρια αναφορά στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.

Άρθρο 89
Χορήγηση άδειας διαμονής

(εφαρμογή παραγράφου 5 άρθρου 6 και παραγράφου 4 άρθρου 13 της Οδηγίας)

1. Στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι απασχολήθηκαν με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας ή ως ανήλικοι, πράξεις οι οποίες χαρακτηρίζονται ως τέτοιες από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, και οι οποίοι παρέχουν τη συνδρομή τους στην ποινική διαδικασία που κινείται, δυνάμει των άρθρων 83, 88 και 89 του παρόντος, κατά των εργοδοτών τους, χορηγείται, μετά από σχετική αίτησή τους, που υποβάλλεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα, άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σύμφωνα με τους λοιπούς όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 44 του ν. 3386/2005 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παράγραφος 1 εδάφιο ε’ του ν. 3907/2011. Άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους μπορεί να χορηγηθεί ακόμα και σε περίπτωση που ο ως άνω παράνομα απασχολούμενος αλλοδαπός δεν συνεργάζεται με τις διωκτικές Αρχές, εφόσον κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών, ότι δεν συνεργάζεται εξαιτίας απειλών που στρέφονται κατά προσώπων της οικογένειάς του που βρίσκονται στην Ελλάδα ή στη χώρα της προέλευσής του ή οπουδήποτε αλλού και ότι, εάν αυτός δεν προστατευθεί ή εάν απελαθεί, αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο τα προαναφερόμενα πρόσωπα.

2. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών ή η αρμόδια αστυνομική Αρχή ή οι αρμόδιοι φορείς κοινωνικής στήριξης γνωστοποιούν στον πολίτη τρίτης χώρας – που έχει κριθεί ότι απασχολήθηκε με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας ή ως ανήλικος ότι δικαιούται να υποβάλει αίτημα για να του χορηγηθεί άδεια διαμονής, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, παρέχοντας σε αυτόν την αναγκαία προς τούτο ενημέρωση.

3. Στην περίπτωση παράνομης απασχόλησης ανηλίκου πολίτη τρίτης χώρας που είναι ασυνόδευτος, η αρμόδια Εισαγγελική Αρχή προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για να προσδιορίσει την ταυτότητα και την ιθαγένειά του και για να θεμελιώσει το γεγονός ότι δεν συνοδεύεται. Καταβάλλει κάθε προσπάθεια για τον ταχύτερο δυνατό εντοπισμό της οικογένειάς του και λαμβάνει αμέσως τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει τη νομική του εκπροσώπηση και, εφόσον χρειάζεται, την εκπροσώπησή του στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Ανηλίκων ή, όπου δεν υφίσταται Εισαγγελέας Ανηλίκων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών, εάν δεν βρεθεί η οικογένεια του ανηλίκου ή εάν κρίνει ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ο επαναπατρισμός του δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του, μπορεί να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός τριάντα ημερών, για το διορισμό Επιτρόπου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1532, 1534 και 1592 Α.Κ..

4. Στα ίδια πρόσωπα διασφαλίζονται ικανές συνθήκες διαβίωσης, εφόσον δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους και εφόσον το κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών.

5. Οι αρμόδιες εισαγγελικές, δικαστικές και αστυνομικές αρχές φροντίζουν, κατά προτεραιότητα, για την προστασία και την ασφάλεια των προαναφερόμενων θυμάτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις, για την παροχή σε αυτά υπηρεσιών μετάφρασης και διερμηνείας όταν αγνοούν την ελληνική γλώσσα, για την ενημέρωσή τους σχετικά με τα νόμιμα δικαιώματά τους και με τις υπηρεσίες που τους παρέχονται, καθώς και για την παροχή κάθε αναγκαίας νομικής βοήθειας.

6. Η εξέταση της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας διαμονής, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, γίνεται κατά προτεραιότητα, με την επιφύλαξη λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 3386/2005. Εάν κρίνεται σκόπιμη η παράταση της διαμονής του εν λόγω προσώπου στην Ελληνική Επικράτεια, προς διευκόλυνση της διενεργούμενης έρευνας ή της ποινικής διαδικασίας, η ανωτέρω άδεια διαμονής ανανεώνεται κάθε φορά για ισόχρονο διάστημα.

7. Η άδεια διαμονής δεν ανανεώνεται ή ανακαλείται εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α. Εάν ο δικαιούχος επανασυνδέσει τις σχέσεις του ενεργώς και εκουσίως με τους εικαζόμενους δράστες των πράξεων που έχει καταγγείλει.

β. Εάν η αρμόδια Αρχή κρίνει ότι η συνεργασία ή η καταγγελία του θύματος είναι δόλια ή καταχρηστική ή ότι συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

γ. Όταν η ποινική διαδικασία για τα εγκλήματα των περιπτώσεων γ’ της παραγράφου 1 και 2 του άρθρου 88 του παρόντος έχει περατωθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 43 ή 47 Κ.Π.Δ. ή έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, με την οποία περατώνεται η σχετική διαδικασία.

Άρθρο 90
Επιθεωρήσεις

(εφαρμογή άρθρων 14, 15 και 16 της Οδηγίας)

1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α’170) προστίθενται περιπτώσεις ιη’, ιθ’ και κ’ ως εξής:

«ιη) τηρεί πλήρες μητρώο των εργοδοτών κατά των οποίων έχει επιβληθεί διοικητική κύρωση για παράβαση της απαγόρευσης της απασχόλησης παράνομα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών, στο οποίο αναγράφεται κάθε μεταβολή αυτής, συνέπεια δικαστικής απόφασης, και εκδίδει μετά από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου που έχει ειδικό έννομοσυμφέρον σχετικά πιστοποιητικά,

ιθ) διενεργεί τακτικές και έκτακτες επιθεωρήσεις κατά τομείς δραστηριότητας και κατά παντός εργοδότη, σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν, προκειμένου να ελεγχθεί η απασχόληση παράνομα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών, με βάση κυρίως ανάλυση κινδύνου,

κ) κοινοποιεί στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης τις επιθεωρήσεις που πραγματοποίησε το προηγούμενο έτος και τα αποτελέσματά τους, τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε ποσοστό των εργαζομένων κάθε κλάδου.»

2. Ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης:

α) κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν από την 1η Ιουλίου κάθε έτους τις επιθεωρήσεις που αναφέρονται στην περίπτωση κ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011,

β) αποστέλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή οποιαδήποτε πληροφορία απαιτείται για την κατάρτιση της έκθεσης, που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 16 της Οδηγίας και που υποβάλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το αργότερο μέχρι 20.7.2014 και ανά τρία έτη μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Στις πληροφορίες περιλαμβάνονται ο αριθμός και τα αποτελέσματά των επιθεωρήσεων που διεξήχθησαν σύμφωνα με τις περιπτώσεις ιη’ , ιθ’ και κ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α’170), τα μέτρα που ελήφθησαν σύμφωνα με το άρθρο 83 και, στο μέτρο του δυνατού, τα ληφθέντα μέτρα δυνάμει των άρθρων 81 και 87.

ΜΕΡΟΣ Γ’: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΟΔΗΓΙΑ 2009/52/ΕΚ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Άρθρο 91

1. Ειδικότερες υποχρεώσεις εργοδοτών που πρόκειται να απασχολήσουν πολίτες τρίτων χωρών, που κατέχουν έγκυρη άδεια διαμονής ή άλλο έγκυρο τίτλο διαμονής, και προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία, εξακολουθούν, πέραν των οριζομένων στο άρθρο 80 του παρόντος, να ισχύουν.

2. Ο έλεγχος της τήρησης των υποχρεώσεων των εργοδοτών, που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 80, ασκείται από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν.

3. α) Υφιστάμενες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, που προβλέπουν τη διενέργεια ελέγχων από άλλες αρμόδιες Αρχές, σχετικά με την τήρηση υποχρεώσεων, που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 80, εξακολουθούν να ισχύουν.

β) Κάθε αρμόδια Αρχή, που σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, διενεργεί ελέγχους, σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παραγράφου αυτής και διαπιστώνει τη μη τήρηση υποχρεώσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 80, συντάσσει διαπιστωτική πράξη ελέγχου, την οποία και κοινοποιεί αμελλητί στο Σ.ΕΠ.Ε..

γ) Η διαπιστωτική πράξη της περίπτωσης β’της παραγράφου αυτής είναι δεσμευτική για τα αρμόδια όργανα του Σ.ΕΠ.Ε., τα οποία υποχρεούνται άνευ ετέρου και μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη λήψη της να επιβάλουν στον παραβάτη εργοδότη τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και εφόσον συντρέχει μία εκ των περιπτώσεων του άρθρου 40 του παρόντος, υποβάλουν μηνυτήρια αναφορά στις αρμόδιες εισαγγελικές Αρχές. Μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη λήψη της διαπιστωτικής πράξης της περίπτωσης β’ της παραγράφου αυτής, το Σ.ΕΠ.Ε. κοινοποιεί στην αρμόδια Αρχή, που διαπίστωσε αρχικά την παράβαση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, την απόφαση επιβολής κυρώσεων.

4. Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να αυξάνεται ο χρόνος διατήρησης των αντιγράφων που αναφέρονται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 80, καθώς και να καθορίζεται συγκεκριμένος χρόνος ενημέρωσης των αρμόδιων Αρχών για την πρόσληψη και την έναρξη της απασχόλησης σε κάθε περίπτωση που δεν προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις συγκεκριμένος χρόνος ενημέρωσης. Με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση μπορούν να προσδιορίζονται ή να επαναπροσδιορίζονται οι κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές που αναφέρονται στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 80.

Άρθρο 92

1. Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις β’ και γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 80 επιβάλλονται στον εργοδότη οι χρηματικές κυρώσεις που προβλέπονται στη νομοθεσία που διέπει το ελεγκτικό όργανο. Στις περιπτώσεις που ο έλεγχος πραγματοποιείται από το αρμόδιο όργανο του Σ.ΕΠ.Ε. κατά δέσμια αρμοδιότητα αυτού, επιβάλλεται χρηματική κύρωση πεντακοσίων (500) ευρώ για κάθε μια υποχρέωση που δεν έχει τηρηθεί.

2. Σε περίπτωση μη τήρησης των ειδικότερων υποχρεώσεων του εργοδότη σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 91 του παρόντος νόμου θα επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται κατά περίπτωση από την εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 93

Καμία κύρωση ή μέτρο δεν επιβάλλεται σύμφωνα με τα άρθρα 82 και 87 χωρίς προηγούμενη κλήτευση του εργοδότη προς παροχή εξηγήσεων. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε (5) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) (Α’ 45). Κατά της απόφασης με την οποία επιβάλλεται η διοικητική κύρωση, χωρεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου.

Άρθρο 94
Μεταβατικές διατάξεις

Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 91, ως αρμόδιες Αρχές ενημέρωσης για τον αγροτικό τομέα ορίζονται τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) ή η Αστυνομία ή ο Δήμος που βρίσκονται πλησιέστερα στην κατοικία του εργοδότη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2007/30/ΕΚ/20.7.2007 ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΞΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΟΔΗΓΙΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ.

Άρθρο 95
Σκοπός – Αντικείμενο

Σκοπός του παρόντος τμήματος είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων στις διατάξεις της Οδηγίας 2007/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «σχετικά με την τροποποίηση της Οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των ειδικών Οδηγιών της, καθώς και των Οδηγιών του Συμβουλίου 83/477/ΕΟΚ, 91/383/ΕΟΚ, 92/29/ΕΟΚ και 94/33/ΕΚ, με σκοπό την απλούστευση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων εφαρμογής των Οδηγιών αυτών».

Άρθρο 96
Έκθεση εφαρμογής της Οδηγίας 89/391/ΕΟΚ και των ειδικών Οδηγιών της

(άρθρο 1 της Οδηγίας)

1. Το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης υποβάλλει ανά πενταετία στην Επιτροπή μια ενιαία έκθεση εφαρμογής της Οδηγίας – πλαίσιο 89/391/ΕΟΚ (ν. 3850/2010, Α’ 84), καθώς και των ειδικών Οδηγιών της και αναφέρει την άποψη των κοινωνικών εταίρων. Η έκθεση θα περιέχει αξιολόγηση των διαφόρων πτυχών που συνδέονται με την πρακτική εφαρμογή των διαφόρων οδηγιών και, εφόσον απαιτείται και αυτά υφίστανται, θα παρέχει στοιχεία με ανάλυση ανά φύλο.

2. Η δομή της έκθεσης αυτής, καθώς και το ερωτηματολόγιο που θα προσδιορίζει το περιεχόμενο της, καθορίζεται από την Επιτροπή σε συνεργασία με τη συμβουλευτική επιτροπή για την ασφάλεια και την υγεία στο χώρο εργασίας.

3. Η έκθεση περιλαμβάνει ένα γενικό μέρος το οποίο καλύπτει τις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας, οι οποίες έχουν σχέση με τις αρχές και τις πτυχές που είναι κοινές σε όλες τις Οδηγίες που παρατίθενται στην παράγραφο 1.

4. Το γενικό μέρος συμπληρώνεται με ειδικά κεφάλαια σχετικά με την εφαρμογή των ιδιαίτερων πτυχών κάθε Οδηγίας, με τη συμπερίληψη ειδικών δεικτών, όταν υπάρχουν.

5. Η δομή της έκθεσης, μαζί με το προαναφερθέν ερωτηματολόγιο, υποβάλλεται από την Επιτροπή στην Ελλάδα έξι τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου που καλύπτει η έκθεση. Η έκθεση διαβιβάζεται στην Επιτροπή εντός δώδεκα μηνών από το τέλος της πενταετούς περιόδου την οποία καλύπτει.

6. Η πρώτη έκθεση καλύπτει την περίοδο 2007 έως και 2012.

Άρθρο 97
Έκθεση εφαρμογής των Οδηγιών 83/477/ΕΟΚ, 91/383/ΕΟΚ, 92/29/ΕΟΚ, 94/33/ΕΚ

(άρθρο 2 της Οδηγίας)

Το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης υποβάλλει ανά πενταετία στην Επιτροπή έκθεση εφαρμογής των Οδηγιών 83/477/ΕΟΚ, 91/383/ΕΟΚ, 92/29/ΕΟΚ, 94/33/ΕΚ [εναρμονισμένες αντίστοιχα με τα προεδρικά διατάγματα 70α/1988 (Α' 31), ν. 3850/2010 (Α' 84), προεδρικά διατάγματα 376/1995 (Α' 206) και 62/1998 (Α' 67)] υπό μορφή ειδικού κεφαλαίου της ενιαίας έκθεσης που προβλέπεται στο άρθρο 96 του παρόντος νόμου και η οποία χρησιμεύει ως βάση για την αξιολόγηση από την Επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΜΕΡΟΣ Α: ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 98
Αντικείμενο Ιδιωτικών Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας

1. Το αποκλειστικό αντικείμενο των Ιδιωτικών Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας (στο εξής Ι.Γ.Ε.Ε.) και των υποκαταστημάτων τους συνίσταται στη μεσολάβηση για σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μεταξύ εργοδοτών και αναζητούντων εργασία ημεδαπών ή πολιτών κράτους – μέλους Ευρωπαϊκής Ενωσης ή νομίμως διαμενόντων στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, υπό την προϋπόθεση ότι για συγκεκριμένες ειδικότητες δεν προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις διαφορετικός τρόπος προώθησης στην απασχόληση.

2. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να ασκούν και άλλες δραστηριότητες, πέραν της μεσολάβησης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι δραστηριότητες θα ασκούνται εκτός του χώρου που θα λειτουργεί το Ι.Γ.Ε.Ε..

3. Τα Ι.Γ.Ε.Ε. πρέπει να παρέχουν στον ενδιαφερόμενο για τον οποίο μεσολαβούν τις παρακάτω υπηρεσίες:

α) να του παρέχουν κάθε πληροφορία που αφορά την εξεύρεση θέσης εργασίας ανάλογα με την ειδικότητα του,

β) να του παρέχουν ακριβείς πληροφορίες για το αντικείμενο της εργασίας που πρόκειται να εκτελέσει, καθώς και για τα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψη του,

γ) να αξιολογούν τα προσόντα του και τις ικανότητες του, μέσω πραγματοποίησης προσωπικών συνεντεύξεων,

δ) να του παρέχουν πλήρη και λεπτομερή στοιχεία για το ακριβές περιεχόμενο και τους όρους της σύμβασης για τη σύναψη της οποίας μεσολάβησαν.

4. Η τοποθέτηση σε θέση εργασίας μέσω Ι.Γ.Ε.Ε. γίνεται χωρίς οικονομική επιβάρυνση του τοποθετούμενου σε αυτήν.

Άρθρο 99
Σύσταση Ιδιωτικών Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας

1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να συστήνουν Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας (Ι.Γ.Ε.Ε.) και υποκαταστήματα τους.

2. Για την άσκηση της δραστηριότητας/επαγγέλματος της μεσολάβησης Ι.Γ.Ε.Ε., απαιτείται αναγγελία έναρξης άσκησης της/του, η οποία υποβάλλεται στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και συνοδεύεται από τα νόμιμα δικαιολογητικά για την πιστοποίηση συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για τη σύσταση και λειτουργία των Ι.Γ.Ε.Ε.. Η ως άνω Αρχή δύναται, εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη της αναγγελίας, να απαγορεύσει την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας – επαγγέλματος στην περίπτωση που δεν συγκεντρώνονται οι νόμιμες προύποθέσεις προς τούτο ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία. Η άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας εξαρτάται αποκλειστικά από τη διαρκή τήρηση των απαιτήσεων του παοόντοο και ως εκ τούτου είναι απεριόριστα ανακλητή.

3. Η άσκηση της δραστηριότητας Ι.Γ.Ε.Ε. και υποκαταστήματος του δεν μπορεί να εκχωρηθεί σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Άρθρο 100
Διευθυντής Ι.Γ.Ε.Ε.

1. Το Ι.Γ.Ε.Ε. πρέπει να έχει διευθυντή, ο οποίος στην περίπτωση φυσικού προσώπου μπορεί να είναι ο ιδιοκτήτης αυτού, στη δε περίπτωση νομικού προσώπου ο νόμιμος εκπρόσωπος του, με την προϋπόθεση ότι διαθέτουν τα προσόντα που απαιτούνται από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση που τα ανωτέρω πρόσωπα δεν συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, το Ι.Γ.Ε.Ε. οφείλει να προσλάβει διευθυντή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή ορισμένου χρόνου τουλάχιστον ενός έτους. Η διάρκεια της ημερήσιας εργασίας μπορεί να είναι κανονική (πλήρης) ή μικρότερης διάρκειας (μερική απασχόληση).

2. Ο διευθυντής του Ι.Γ.Ε.Ε. πρέπει:

α. είτε να είναι κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ημεδαπής ή με αναγνωρισμένο ισότιμο τίτλο αλλοδαπής της κοινωνιολογίας, ψυχολογίας, κοινωνικού λειτουργού, οικονομικών σπουδών, νομικών σπουδών, πολιτικής επιστήμης, διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων ή να είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στα προαναφερόμενα αντικείμενα, είτε

β. να είναι κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ημεδαπής ή με αναγνωρισμένο ισότιμο τίτλο αλλοδαπής, οποιουδήποτε αντικειμένου, αλλά να διαθέτει αποδεδειγμένη τετραετή εμπειρία σε θέματα διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα στοιχεία ί), ϋ) και III) της υποπερίπτωσης ββ’ της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 101.

3. Οι μεσολαβήσεις διενεργούνται αποκλειστικά από τον διευθυντή του Ι.Γ.Ε.Ε..

Άρθρο 101
Όροι, προϋποθέσεις και δικαιολογητικά

1. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υποβάλλει αναγγελία έναρξης ασκήσεως της δραστηριότητας – επαγγέλματος Ι.Γ.Ε.Ε. είναι οι εξής:

α) Το φυσικό πρόσωπο που υποβάλλει την αναγγελία έναρξης της ως άνω δραστηριότητας, πρέπει να είναι Ελληνας πολίτης ή πολίτης κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή ομογενής που διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα.

Εάν η αναγγελία έναρξης υποβάλλεται από νομικό πρόσωπο, αυτό πρέπει να έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και να έχει την καταστατική του έδρα, την κεντρική του διοίκηση ή την κύρια εγκατάσταση του εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

β) Το φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου που υποβάλλει την αναγγελία έναρξης της δραστηριότητας Ι.Γ.Ε.Ε. δεν πρέπει να έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, απάτη, υπεξαίρεση, κλοπή, πλαστογραφία, σωματεμπορία, λαθρεμπορία ή για έγκλημα κατά των ηθών, παράβαση των διατάξεων για ναρκωτικά, ασφαλιστικά αδικήματα (α.ν. 86/1967, Α’ 136) και φορολογικά αδικήματα (ν. 2523/1997, Α’ 179).

2. Τα ενδιαφερόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα υποβάλλουν στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αναγγελία έναρξης ασκήσεως της δραστηριότητας – επαγγέλματος Ι.Γ.Ε.Ε., συνοδευόμενη από φάκελο που περιέχει σε δυο αντίτυπα τα ακόλουθα:

α) Ως προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

αα) Βεβαίωση της αρμόδιας Οικονομικής Εφορίας για έναρξη επιτηδεύματος.

ββ) Πιστοποιητικό Φορολογικής Ενημερότητας.

γγ) Πιστοποιητικό Ασφαλιστικής Ενημερότητας.

δδ) Σε περίπτωση νομικού προσώπου, πρέπει να κατατίθεται επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του καταστατικού του με τις τυχόν τροποποιήσεις.

εε) Αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης για το φυσικό πρόσωπο ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του νομικού προσώπου που υποβάλλει την αναγγελία έναρξης άσκησης της δραστηριότητας – επαγγέλματος του Ι.Γ.Ε.Ε..

στστ) Σε περίπτωση που φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο ασκεί τη δραστηριότητα της μεσολάβησης σε άλλο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιθυμεί τη λειτουργία υποκαταστήματος Ι.Γ.Ε.Ε. στην Ελλάδα, πρέπει να προσκομίσει στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ή να αποστείλει στο Ενιαίο Κέντρο Εξυπηρέτησης, πλέον των δικαιολογητικών που ορίζονται στα άρθρα 101 και 102 του παρόντος, τη χορηγηθείσα άδεια ή βεβαίωση από την αρμόδια υπηρεσία ή φορέα, συνοδευόμενη από την επίσημη μετάφρασή της στην ελληνική γλώσσα, από την οποία να προκύπτει ότι αυτό ασκεί νόμιμα τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, σε αυτό το κράτος – μέλος.

β) Ως προς την κτιριακή υποδομή

Το Ι.Γ.Ε.Ε. πρέπει να διαθέτει αυτόνομο επαγγελματικό χώρο (ιδιόκτητο ή μισθωμένο) τουλάχιστον 75 τ.μ., ο οποίος θα πρέπει να είναι σύμφωνος με το π.δ. 16/1996 (Α’ 10) και θα περιλαμβάνει ένα χωριστό χώρο κατάλληλα εξοπλισμένο όπου θα εκτελούνται όλες οι λειτουργίες που έχουν σχέση με τη διαδικασία της μεσολάβησης και ένα χώρο υποδοχής. Η ύπαρξη των ανωτέρω προδιαγραφών αποδεικνύεται με την προσκόμιση:

αα) σχεδιαγράμματος του κτιρίου (υπογεγραμμένο από μηχανικό) όπου αναγράφεται το εμβαδόν των χώρων και οι διαστάσεις τους και απεικονίζεται ο χωριστός χώρος όπου θα εκτελούνται όλες οι λειτουργίες που έχουν σχέση με τη μεσολάβηση,

ββ) πιστοποιητικού πυρασφάλειας και

γγ) τίτλου ιδιοκτησίας ή μισθωτηρίου συμβολαίου.

γ) Ως προς τον διευθυντή του Ι.Γ.Ε.Ε.

αα) επικυρωμένο αντίγραφο του πτυχίου των περιπτώσεων α’ ή β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 100 του παρόντος,

ββ) υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α’ 75) και της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 2690/1999 (Α’ 45) του Διευθυντή του Ι.Γ.Ε.Ε., στην οποία θα αναφέρεται η επαγγελματική εμπειρία του και η οποία θα συνοδεύεται από τα παρακάτω δικαιολογητικά απόδειξης της τετραετούς εμπειρίας της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 100:

i) επικυρωμένα αποδεικτικά της απαιτούμενης επαγγελματικής εμπειρίας για τον Διευθυντή [πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις προϋπηρεσίας εργοδοτών - επιχειρήσεων, βεβαίωση κύριου ασφαλιστικού φορέα ή επικυρωμένη φωτοτυπία των δελτίων ασφαλιστικών εισφορών ή των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (ΑΠΔ) για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στις βεβαιώσεις των επιχειρήσεων, βεβαίωση από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας ή απόσπασμα θεωρημένου Πίνακα Προσωπικού από αυτήν ή αναγγελία πρόσληψης στον ΟΑΕΔ από τις επιχειρήσεις που χορήγησαν τη βεβαίωση προϋπηρεσίας],

ii) βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα ή φωτοτυπία του ασφαλιστικού βιβλιάριου και έναρξη επιτηδεύματος από την αρμόδια ΔΟΥ, στην περίπτωση που ο Διευθυντής του Ι.Γ.Ε.Ε. δεν απασχολήθηκε κατά το παρελθόν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας,

iii) ή κάθε άλλο ισοδύναμο πιστοποιητικό από το κράτος εγκατάστασης του Ι.Γ.Ε.Ε.,

γγ) αναγγελία πρόσληψης από τον ΟΑΕΔ και θεωρημένη κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, με την προσκόμιση των οποίων αποδεικνύεται η πρόσληψη του διευθυντή του Ι.Γ.Ε.Ε. στην περίπτωση του εδαφίου β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 100 του παρόντος.

δ) Ως προς τον τεχνικό εξοπλισμό

αα) Ηλεκτρονικό Υπολογιστή εφοδιασμένο με κατάλληλο Λογισμικό έτσι ώστε να είναι δυνατή η παροχή στατιστικών ή άλλων στοιχείων για το σύνολο και τη διάρκεια των συμβάσεων για τη σύναψη των οποίων έχουν μεσολαβήσει,

ββ) φωτοτυπικό μηχάνημα,

γγ) συσκευή τηλεομοιοτυπίας (FAX).

Άρθρο 102
Υποκαταστήματα των Ι.Γ.Ε.Ε.

1. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία ασκούν νομίμως τη δραστηριότητα – επάγγελμα Ι.Γ.Ε.Ε. στη χώρα μας ή σε οποιοδήποτε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας κύρια εγκατάσταση σε αυτό, μπορούν να κάνουν αναγγελία έναρξης ασκήσεως της εν λόγω δραστηριότητας – επαγγέλματος για ένα ή περισσότερα υποκαταστήματα αυτών. Για κάθε υποκατάστημα απαιτείται ξεχωριστή αναγγελία έναρξης άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας – επαγγέλματος.

2. Για την άσκηση της δραστηριότητας/επαγγέλματος από υποκατάστημα Ι.Γ.Ε.Ε. πρέπει να πληρούνται οι όροι, οι προϋποθέσεις και να προσκομίζονται τα δικαιολογητικά που ορίζονται στα άρθρα 100 και 101 του παρόντος. Μόνη εξαίρεση αποτελεί το εμβαδόν αυτών, το οποίο ορίζεται στα 40 τ. μ..

Άρθρο 103
Διαδικασία για την έναρξη άσκησης της δραστηριότητας – επαγγέλματος Ι.Γ.Ε.Ε. για την κεντρική δομή και τα υποκαταστήματα

1. Όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που παρατίθενται στο άρθρο 101 του παρόντος και κατατίθενται από τους ενδιαφερόμενους, μαζί με την αναγγελία ενάρξεως ασκήσεως της δραστηριότητας – επαγγέλματος Ι.Γ.Ε.Ε. κεντρικής εγκατάστασης ή υποκαταστήματος, αποστέλλονται στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είτε απευθείας είτε μέσω των Ενιαίων Κέντρων Εξυπηρέτησης.

2. Η αρμόδια υπηρεσία αποστέλλει βεβαίωση παραλαβής στο ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην οποία, σε περίπτωση που ο φάκελος είναι πλήρης, αναγράφεται η προθεσμία απάντησης και τα μέσα έννομης προστασίας. Αν ο φάκελος δεν είναι πλήρης, ο αιτών ενημερώνεται εγγράφως με την αποστολή συστημένης αλληλογραφίας για την ανάγκη υποβολής συμπληρωματικών εγγράφων.

Ειδικότερα: α. στην περίπτωση που η αναγγελία έναρξης άσκησης της δραστηριότητας/επαγγέλματος συνοδευόμενη από το φάκελο με τα νόμιμα δικαιολογητικά υποβάλλεται στη Διεύθυνση Απασχόλησης, η προθεσμία των τριών μηνών, μετά την παρέλευση της οποίας η ως άνω δραστηριότητα – επάγγελμα ασκείται ελευθέρως εφόσον δεν υπάρχει απαγόρευση άσκησης της/του από την αρμόδια διοικητική αρχή, αρχίζει από τη χρονική στιγμή που ο φάκελος καθίσταται πλήρης, β. όταν η αναγγελία έναρξης άσκησης της συγκεκριμένης δραστηριότητας υποβάλλεται σε Ενιαίο Κέντρο Εξυπηρέτησης, η τρίμηνη προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία που η αναγγελία γνωστοποιήθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου, στην περίπτωση που ο συνοδεύων αυτή φάκελος με τα δικαιολογητικά είναι πλήρης. Σε διαφορετική περίπτωση η τρίμηνη προθεσμία αρχίζει από τη χρονική στιγμή που ο φάκελος καθίσταται πλήρης.

3. Εάν ο φάκελος είναι πλήρης, προωθείται για επιτόπιο έλεγχο και πιστοποίηση συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων. Ο επιτόπιος έλεγχος ανατίθεται σε τριμελείς Επιτροπές που απαρτίζονται από υπαλλήλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), ένας εκ των οποίων είναι επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην εργασία. Σκοπός του επιτόπιου ελέγχου είναι η επαλήθευση των στοιχείων του φακέλου. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο, πρέπει να παρίσταται ο διευθυντής του Ι.Γ.Ε.Ε. ή του υποκαταστήματος αυτού.

4. Η τριμελής Επιτροπή, ύστερα από τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου, υποβάλλει στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, συμπληρωμένο το έντυπο ελέγχου και πιστοποίησης συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων.

5. Η άσκηση της δραστηριότητας των Ι.Γ.Ε.Ε. και των υποκαταστημάτων τους προϋποθέτει την καταβολή παραβόλου 147 ευρώ υπέρ του Δημοσίου, το οποίο εισπράττεται από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ως δημόσιο έσοδο και κατατίθεται στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας από την υποβολή της αίτησης και εφόσον εν τω μεταξύ δεν υπάρχει απαγόρευση άσκησης της δραστηριότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή.

6. Όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητας – επαγγέλματος του Ι.Γ.Ε.Ε. εκδίδεται απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με την οποία απαγορεύεται η άσκηση της ως άνω δραστηριότητας – επαγγέλματος. Κατά της απόφασης αυτής, χωρεί, άσκηση από τον ενδιαφερόμενο ενδικοφανούς προσφυγής εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης, ενώπιον Ειδικής Επιτροπής Ιδιωτικών Υπηρεσιών Απασχόλησης η οποία συστήνεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.

Η σύνθεση και κάθε άλλο θέμα σχετικά με τη λειτουργία της Επιτροπής ρυθμίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ενώ με την ίδια απόφαση δύνανται να δοθούν στην Επιτροπή και άλλες αρμοδιότητες.

Άρθρο 104
Υποχρεώσεις των Ι.Γ.Ε.Ε. και των υποκαταστημάτων τους

1. Τα Ι.Γ.Ε.Ε. και τα υποκαταστήματά τους είναι υποχρεωμένα για τη διαρκή τήρηση των προϋποθέσεων σύστασης και λειτουργίας τους, όπως τίθενται στις διατάξεις του παρόντος.

2. Οποιαδήποτε μεταβολή στη λειτουργία Ι.Γ.Ε.Ε., αναφορικά με τις προϋποθέσεις σύστασης και λειτουργίας τους, πρέπει να ανακοινώνεται στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την αλλαγή.

Ειδικά, αν μεταβληθεί η έδρα του Ι.Γ.Ε.Ε. ή του υποκαταστήματος αυτού εφαρμόζεται η διαδικασία για έναρξη της άσκησης δραστηριότητας – επαγγέλματος Ι.Γ.Ε.Ε. του άρθρου 101.

3. Όταν με τη μεταβολή δεν συντρέχουν πλέον οι νόμιμες προϋποθέσεις σύστασης και λειτουργίας Ι.Γ.Ε.Ε. εκδίδεται, εντός τριών (3) μηνών από την ανακοίνωση της μεταβολής, απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με την οποία απαγορεύεται η άσκηση της δραστηριότητας του Ι.Γ.Ε.Ε., αφού προηγουμένως κληθεί ο νόμιμος εκπρόσωπος του Ι.Γ.Ε.Ε. να παράσχει έγγραφες εξηγήσεις εντός δέκα ημερών από την πρόσκλησή του. Στην περίπτωση κατά την οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος του Ι.Γ.Ε.Ε. προβεί σε αποκατάσταση της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων προ της εκδόσεως της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο απόφασης, ενημερώνεται από τη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ότι και μετά την επελθούσα μεταβολή συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας – επαγγέλματος.

Κατά της απόφασης του πρώτου εδαφίου, χωρεί άσκηση από τον ενδιαφερόμενο ενδικοφανούς προσφυγής εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής Ιδιωτικών Υπηρεσιών Απασχόλησης. Η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.

4. Τα Ι.Γ.Ε.Ε. που έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα και τα υποκαταστήματά τους έχουν την υποχρέωση να υποβάλλουν στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιουλίου και του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους, αναλυτική κατάσταση των συμβάσεων εργασίας για τη σύναψη των οποίων μεσολάβησαν το προηγούμενο εξάμηνο.

5. Τα Ι.Γ.Ε.Ε. που έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα και τα υποκαταστήματά τους έχουν την υποχρέωση:

α) Να παρέχουν στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιουλίου και του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους, έκθεση δραστηριότητας η οποία θα περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: τον αριθμό των θέσεων εργασίας για τις οποίες μεσολάβησαν το προηγούμενο εξάμηνο, τις ειδικότητες που αυτές αφορούσαν, το επίπεδο εκπαίδευσης, το φύλο και την ηλικία των τοποθετηθέντων, καθώς και το εάν αυτοί ήταν ήδη εργαζόμενοι ή άνεργοι πριν τη μεσολάβηση του Ι.Γ.Ε.Ε..

β) Να τηρούν για τους πολίτες χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης για τους οποίους μεσολάβησαν για την προώθηση τους σε εργασία, σε φωτοτυπία:

αα) ταυτότητα ή διαβατήριο ή ισοδύναμο έγγραφο,

ββ) έγγραφο βάσει του οποίου επιτρέπεται η εξαρτημένη εργασία τους στη χώρα (π.χ. άδεια διαμονής για εξηρτημένη εργασία, βεβαίωση τύπου Α’, του άρθρου 11 του ν. 3386/2005 (Α’ 212), ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς, άδεια εργασίας αιτούντος άσυλο, άδεια εργασίας πρόσφυγα κ.λπ.),

γγ) τη σύμβαση εργασίας.

6. Τα Ι.Γ.Ε.Ε. έχουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με τον ΟΑΕΔ και το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (Ε.Ι.Ε.Α.Δ.).

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το περιεχόμενο, η διαδικασία και κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά στην εν λόγω συνεργασία.

Άρθρο 105
Έλεγχος των Ι.Γ.Ε.Ε.

Αρμόδια αρχή για τον έλεγχο της τήρησης των νομίμων προϋποθέσεων για την άσκηση της δραστηριότητας των Ι.Γ.Ε.Ε. είναι το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, καθώς και κάθε άλλη αρμόδια προς τούτο Αρχή.

Άρθρο 106
Ύψος και τρόπος καταβολής τιμήματος μεσολάβησης

Ο καθορισμός του τιμήματος μεσολάβησης διαμορφώνεται ύστερα από ελεύθερη συμφωνία του Ι.Γ.Ε.Ε. και του εργοδότη που προσλαμβάνει τον εργαζόμενο.

Άρθρο 107
Διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών των Ι.Γ.Ε.Ε. εντός της Ε.Ε. – Ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών

1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει συστήσει Ι.Γ.Ε.Ε. και έχει την έδρα του σε άλλο κράτος – μέλος της Ε.Ε. σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους – μέλους αυτού, μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του προσωρινά και στην Ελλάδα είτε από το κράτος – μέλος στο οποίο εδρεύει είτε αποκτώντας στο έδαφος της Ελλάδας, υποδομή ορισμένης μορφής ή είδους, η οποία είναι απαραίτητη για την άσκηση της δραστηριότητας του. Σε κάθε περίπτωση, έχει την υποχρέωση, προτού δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα, να γνωστοποιήσει στην αρμόδια Αρχή. τον φορέα από τον οποίο του έχει παρασχεθεί η δυνατότητα άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας, τον φορέα από τον οποίο ελέγχεται, καθώς και να αναφέρει ότι αποδέχεται τις διαδικασίες ελέγχου της χώρας μας. Επίσης, υποχρεούται να γνωστοποιήσει στην αρμόδια αρχή την επικείμενη άσκηση της δραστηριότητας του στην επικράτεια της Ελλάδας, την επωνυμία του, τη διεύθυνση στο κράτος-μέλος εγκατάστασης του ή της υποδομής που θα αποκτήσει στην Ελλάδα, τα στοιχεία επικοινωνίας του και το χρονικό διάστημα που θα δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα. Η ως άνω γνωστοποίηση μπορεί να γίνει και μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος προς την αρμόδια αρχή.

2. Για λόγους προστασίας της δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας, η παράλειψη γνωστοποίησης επιφέρει την απαγόρευση της παροχής υπηρεσιών μεσολάβησης για σύναψη συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 98 του παρόντος, χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 108.

Άρθρο 108
Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις

1. Διοικητικές κυρώσεις:

α) Στα Ι.Γ.Ε.Ε. και τα υποκαταστήματα τους, που λειτουργούν παρανόμως, επιβάλλονται, με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από πρόσκληση του για παροχή εξηγήσεων οι εξής διοικητικές κυρώσεις: αα) πρόστιμο ύψους 5.000 ευρώ για κάθε διαπιστωθείσα παράβαση ή/ και ββ) προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους μέχρι ένα (1) μήνα. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), να τους επιβληθεί προσωρινή διακοπή μεγαλύτερη του ενός (1) μηνός μέχρι και οριστική διακοπή της λειτουργίας τους.

β) Στα Ι.Γ.Ε.Ε. και στα υποκαταστήματα τους, που δεν υποβάλλουν εμπροθέσμως τις εκθέσεις δραστηριότητας των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 104 του παρόντος, επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από πρόκληση του για παροχή εξηγήσεων, πρόστιμο ύψους 2.000 ευρώ για κάθε διαπιστωθείσα παράβαση.

γ) Η πράξη επιβολής προστίμου κατά τα ανωτέρω, κοινοποιείται με απόδειξη στον παραβάτη και το πρόστιμο αποτελεί έσοδο του Δημοσίου. Κατά της πράξης επιβολής προστίμου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ουσίας μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση της, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου.

Μέσα στην ίδια προθεσμία, η προσφυγή κοινοποιείται με μέριμνα του προσφεύγοντος και με ποινή απαραδέκτου στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε.. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής προστίμου. Η αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. βεβαιώνει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου, το οποίο εισπράττεται από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) ως δημόσιο έσοδο. Για την επιβολή των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων συνεκτιμώνται η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων, οι παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν και ο βαθμός υπαιτιότητας. Η εκτέλεση των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής λειτουργίας, γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.

δ) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αυξάνονται τα ποσά των προστίμων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

2. Ποινικές κυρώσεις:

Οποιος θέτει σε λειτουργία ή λειτουργεί Ιδιωτικό Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας ή υποκατάστημα τους:

α. χωρίς να προβεί στην προσήκουσα αναγγελία άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας-επαγγέλματος στην αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή ή

β. έχει προβεί στην αναγγελία έναρξης άσκησης της δραστηριότητας- επαγγέλματος Ι.Γ.Ε.Ε., αλλά είτε ασκεί το επάγγελμα εντός του τριμήνου που απαιτείται για τον έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, είτε του έχει απαγορευθεί όμως η άσκηση της άσκησης δραστηριότητας Ι.Γ.Ε.Ε. λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, είτε λειτουργεί κατά παράβαση των νομίμων προϋποθέσεων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή.

Άρθρο 109
Διακοπή άσκησης της δραστηριότητας/ επαγγέλματος

Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο ασκεί νομίμως τη δραστηριότητα/επάγγελμα του Ι.Γ.Ε.Ε., σε περίπτωση που διακόψει την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας οφείλει να ενημερώσει σχετικά τη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

ΜΕΡΟΣ Β’: ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 110
Μεταβατικές διατάξεις

1. Τα Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων Εργασίας (Ι.Γ.Σ.Ε.) από της δημοσιεύσεως του παρόντος και εφεξής θα αποκαλούνται «Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας» (Ι.Γ.Ε.Ε.). Οι άδειες λειτουργίας που χορηγήθηκαν έως τη δημοσίευση του παρόντος ισχύουν ως έχουν.

2. Οι άδειες σύστασης και λειτουργίας Ι.Γ.Σ.Ε., για τις οποίες είτε είχε υποβληθεί από τους νόμιμους εκπροσώπους τους αίτημα ανάκλησής τους είτε είχε διαπιστωθεί από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ότι συνέτρεχε λόγος ανάκλησής τους, πριν από την έναρξη εφαρμογής του ν. 3919/2011 (Α’ 32), ανακαλούνται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

Άρθρο 111
Τροποποιούμενες διατάξεις

1. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) προστίθεται περίπτωση κα’ ως εξής:

«κα. Ελέγχει την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση της δραστηριότητας των Ι.Γ.Ε.Ε..»

2. Στο τέλος του άρθρου 23 του ν. 3996/2011 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Επιβάλλει στα παρανόμως λειτουργούντα Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας (Ι.Γ.Ε.Ε.) και υποκαταστήματά τους τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία για τα Ι.Γ.Ε.Ε.. »

Άρθρο 112
Καταργητικές διατάξεις

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε ειδική ή γενική διάταξη νόμων, διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων που ρυθμίζουν θέματα σύστασης και λειτουργίας Ιδιωτικών Γραφείων Συμβούλων Εργασίας, εφόσον αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

2. Το άρθρο 12 του ν. 2874/2000 (Α’ 28 ) καταργείται.

3. Το άρθρο 5 του ν. 2639/1998 (Α’ 205) καταργείται.

4. Το π .δ. 160/1999 (Α’ 157) καταργείται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ’
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2008/104/ΕΚ/ 19.11.2008 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 19ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2008 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ Α’: ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2008/104/ΕΚ

Άρθρο 113
Σκοπός

(Άρθρο 2 της Οδηγίας)

1. Σκοπός του παρόντος τμήματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/104/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 περί της εργασίας μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης (L 327/5.12.2008).

2. Με το παρόν:

α) επιδιώκεται η εξασφάλιση προστασίας των προσωρινά απασχολούμενων και η βελτίωση της ποιότητας της προσωρινής απασχόλησης με την καθιέρωση διατάξεων που εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση των προσωρινά απασχολούμενων με τους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη,

β) θεσπίζεται το κατάλληλο πλαίσιο για την προσφυγή στην προσωρινή απασχόληση, με την αναγνώριση των επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης ως εργοδοτών, προκειμένου να ενισχυθεί ουσιαστικά η δημιουργία θέσεων απασχόλησης και η ανάπτυξη ευέλικτων μορφών εργασίας.

Άρθρο 114
Πεδίο εφαρμογής

(Άρθρο 1 της Οδηγίας)

1. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται: α) στους εργαζόμενους μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, με συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, οι οποίοι τοποθετούνται σε έμμεσους εργοδότες για να εργασθούν προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή τους, β) στις επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης και στους έμμεσους εργοδότες.

2. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εξαρτημένης εργασίας που συνάπτονται στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3845/2010 (Α’ 65).

Άρθρο 115
Ορισμοί

(Άρθρο 3 της Οδηγίας)

Για την εφαρμογή του παρόντος νοείται ως:

α) «εργαζόμενος»: κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου,

β) « επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνάπτει συμβάσεις εργασίας ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας με προσωρινά απασχολούμενους, με σκοπό να τους τοποθετεί σε έμμεσους εργοδότες για να εργασθούν προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνση τους, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις οικείες διατάξεις,

γ) «προσωρινά απασχολούμενος»: ο εργαζόμενος ο οποίος έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης, προκειμένου να τοποθετηθεί σε έμμεσο εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του,

δ) «έμμεσος εργοδότης»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο και υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνση του οποίου εργάζεται προσωρινά ο προσωρινά απασχολούμενος,

ε) « τοποθέτηση»: η περίοδος κατά την οποία ο προσωρινά απασχολούμενος τίθεται στη διάθεση του έμμεσου εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του,

στ) «βασικοί όροι εργασίας και απασχόλησης»: οι όροι εργασίας και απασχόλησης που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη για να καταλάβουν την ίδια θέση και αφορούν ιδίως:

i) στη διάρκεια του χρόνου εργασίας, στις υπερωρίες, στα διαλείμματα, στις περιόδους ανάπαυσης, στη νυκτερινή εργασία, στις άδειες και στις αργίες,

ii) στις αποδοχές.

ΜΕΡΟΣ Β’: ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 4, 5 ( ΠΑΡ. 1 ΚΑΙ 5), 6, 7, 8 ΚΑΙ 10 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2008/104/ΕΚ

Άρθρο 116
Περιορισμοί ή απαγορεύσεις

(Μέτρα εφαρμογής του Άρθρου 4 της Οδηγίας)

Η απασχόληση μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη με σύμβαση προσωρινής απασχόλησης δεν επιτρέπεται:

α) όταν με αυτήν αντικαθίστανται εργαζόμενοι που ασκούν το δικαίωμα της απεργίας,

β) όταν ο έμμεσος εργοδότης το προηγούμενο εξάμηνο είχε πραγματοποιήσει απολύσεις εργαζομένων της ίδιας ειδικότητας για οικονομοτεχνικούς λόγους ή το προηγούμενο δωδεκάμηνο ομαδικές απολύσεις ιδίων ειδικοτήτων,

γ) όταν ο έμμεσος εργοδότης υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2190/1994 (Α’ 28) ή στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997 (Α’ 206), όπως ισχύουν, με την επιφύλαξη της παρ. 5 του δεύτερου άρθρου του ν. 3845/2010 (Α’ 65),

δ) όταν οι εργασίες λόγω της φύσης τους, εγκυμονούν ιδιαίτερους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Οι εργασίες αυτές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ύστερα από τη γνώμη του Συμβουλίου Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (ΣΥΑΕ) που ορίζεται στο άρθρο 26 του «Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.)», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α’ 84) και στο άρθρο 25 του π.δ. 368/1989 (Α’ 163) όπως ισχύει,

ε) όταν ο απασχολούμενος υπάγεται στις ειδικές διατάξεις περί ασφαλίσεων εργατοτεχνιτών οικοδόμων.

Άρθρο 117
Αρχή της ίσης μεταχείρισης

(Μέτρα εφαρμογής του Άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 5 της Οδηγίας)

1. Οι βασικοί όροι εργασίας των εργαζόμενων με σύμβαση ή σχέση εργασίας προσωρινής απασχόλησης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αποδοχές, κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής τους στον έμμεσο εργοδότη είναι τουλάχιστον αυτοί που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον εν λόγω εργοδότη (τον έμμεσο εργοδότη) για να καταλάβουν την ίδια θέση.

2. Οι διατάξεις που αφορούν στην προστασία των εγκύων και γαλουχουσών γυναικών, στην προστασία των παιδιών και των νέων, καθώς και στην ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών και κάθε δράση για την καταπολέμηση οποιασδήποτε διάκρισης λόγω φύλου, φυλής, εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας, πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, εφαρμόζονται και στους προσωρινά απασχολούμενους.

3. α) Η διάρκεια της τοποθέτησης του μισθωτού στον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τους τριάντα έξι (36) μήνες.

β) Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων, που τίθενται από την παρούσα παράγραφο επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη.

4. α) Αν συνεχίζεται η απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της ακόμα και με νέα τοποθέτηση, χωρίς να μεσολαβεί διάστημα σαράντα πέντε (45) ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.

β) Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή εργαζόμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις όταν απασχολούνται σε ολιγοήμερες κοινωνικές εκδηλώσεις.

Άρθρο 118
Πρόσβαση σε θέση εργασίας, συλλογικές εγκαταστάσεις και επαγγελματική κατάρτιση

(Άρθρο 6 της Οδηγίας)

1. Οι προσωρινά απασχολούμενοι ενημερώνονται για τις κενές θέσεις εργασίας στον έμμεσο εργοδότη προκειμένου να έχουν τις ίδιες δυνατότητες με τους άλλους εργαζόμενους της επιχείρησης για να προσληφθούν σε μόνιμες θέσεις εργασίας. Η ενημέρωση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται με γενική ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης στην οποία παρέχουν τις υπηρεσίες τους (έμμεσο εργοδότη).

2. Άκυρη θεωρείται οποιαδήποτε ρήτρα όταν με αυτήν άμεσα ή έμμεσα απαγορεύεται ή παρεμποδίζεται η μόνιμη απασχόληση του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού με σύναψη σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του έμμεσου εργοδότη και του προσωρινά απασχολούμενου, μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας με την επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης. Άκυρη επίσης θεωρείται οποιαδήποτε ρήτρα όταν με αυτήν άμεσα ή έμμεσα παρεμποδίζονται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα του μισθωτού ή παραβλάπτονται τα ασφαλιστικά του δικαιώματα.

3. Για την απασχόληση του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη, είτε με προσωρινή απασχόληση είτε με σύναψη σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του έμμεσου εργοδότη και του προσωρινά απασχολούμενου μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας μέσω της επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, απαγορεύεται οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση του μισθωτού.

4. Στους εργαζόμενους μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης σε έμμεσο εργοδότη παρέχονται οι ίδιες κοινωνικές υπηρεσίες και διευκολύνσεις, ιδίως δε στα κυλικεία, στους παιδικούς σταθμούς και στα μεταφορικά μέσα, που υπάρχουν στη διάθεση των άμεσα εργαζομένων στον έμμεσο εργοδότη και με τους ίδιους όρους, εκτός εάν αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση, όπως η διαφοροποίηση του ωραρίου ή η χρονική διάρκεια της σύμβασης εργασίας.

5. Οι επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης διευκολύνουν την πρόσβαση και των προσωρινά απασχολούμενων στους παιδικούς σταθμούς που παρέχουν, ακόμα και κατά τις περιόδους μεταξύ των τοποθετήσεων και σε κατάλληλες ευκαιρίες κατάρτισης, ώστε να ενισχύονται οι δεξιότητές τους, η εξέλιξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους και η επαγγελματική κινητικότητά τους.

Οι έμμεσοι εργοδότες οφείλουν να παρέχουν και στους προσωρινά απασχολούμενους τις κατάλληλες ευκαιρίες κατάρτισης που παρέχονται στους εργαζόμενους του έμμεσου εργοδότη, ώστε να ενισχύονται οι δεξιότητές τους, η εξέλιξη της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους και η επαγγελματική κινητικότητά τους.

Άρθρο 119
Εκπροσώπηση των προσωρινά απασχολουμένων

(Μέτρο εφαρμογής του Άρθρου 7 της Οδηγίας)

Οι προσωρινά απασχολούμενοι συνυπολογίζονται κατά τον υπολογισμό του ορίου που απαιτείται για τη σύσταση οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων στην επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης και στον έμμεσο εργοδότη, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

Άρθρο 120
Ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων

(Μέτρο εφαρμογής του Άρθρου 8 της Οδηγίας)

Υπό την επιφύλαξη αυστηρότερων ή/και ειδικότερων εθνικών και κοινοτικών διατάξεων για την ενημέρωση και τη διαβούλευση και ιδίως του π.δ. 240/2006 (Α’ 252), ο έμμεσος εργοδότης υποχρεούται κατά την ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων του, να παρέχει πληροφορίες για τον αριθμό των προσωρινά απασχολουμένων, το σχέδιο χρήσης προσωρινά απασχολουμένων, καθώς και για τις προοπτικές πρόσληψής τους απευθείας από αυτόν.

Άρθρο 121
Κυρώσεις

(Μέτρα εφαρμογής του Άρθρου 10 της Οδηγίας)

Για κάθε παράβαση των διατάξεων των άρθρων του παρόντος μέρους εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 128 του παρόντος νόμου.

ΜΕΡΟΣ Γ’: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 122
Αντικείμενο Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης

1. Οι Ε.Π.Α. δεν επιτρέπεται να ασκούν άλλη δραστηριότητα, πέραν αυτής που ορίζεται στο άρθρο 115 περίπτωση β’ με εξαίρεση: α) τη μεσολάβηση για εξεύρεση θέσεως εργασίας, για την οποία έχει γίνει αναγγελία έναρξής της στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και δεν έχει απαγορευτεί η άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, β) την αξιολόγηση ανθρώπινου δυναμικού, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις.

2. Οι Ε.Π.Α. έχουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του εργοδότη.

3. Η παραχώρηση μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο για συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούνται από έκτακτες, πρόσκαιρες ή εποχιακές ανάγκες.

Άρθρο 123
Σύσταση και Λειτουργία Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης

1. Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης μπορεί να συσταθεί από φυσικό ή νομικό πρόσωπο με κεφάλαιο τουλάχιστον εκατόν εβδομήντα έξι χιλιάδων ογδόντα τριών ευρώ (176.083,00€).

2. Για την άσκηση της δραστηριότητας της προσωρινής απασχόλησης από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, απαιτείται αναγγελία έναρξης της εν λόγω δραστηριότητας στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία συνοδεύεται από τα νόμιμα δικαιολογητικά για την πιστοποίηση συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για τη σύσταση και λειτουργία των Ε.Π.Α.. Ως προσωρινή απασχόληση νοείται η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλον εργοδότη (έμμεσος εργοδότης) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό, ο οποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσος εργοδότης) με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην επόμενη παράγραφο, η δραστηριότητα ασκείται ελευθέρως μετά πάροδο τριμήνου από την αναγγελία ενάρξεως ασκήσεώς της, συνοδευόμενη από φάκελο περιέχοντα τα πλήρη δικαιολογητικά για την πιστοποίηση της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, περί σύστασης και λειτουργίας Ε.Π.Α.. Αν ο φάκελος δεν είναι πλήρης η προθεσμία των τριών μηνών, εφόσον δεν υπάρχει απαγόρευση άσκησης της δραστηριότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή, αρχίζει από τη χρονική στιγμή που ο φάκελος καθίσταται πλήρης.

3. Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δύναται εντός τριών μηνών από την ανωτέρω αναγγελία στη Διεύθυνση Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης να απαγορεύσει την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας στην περίπτωση που δεν συγκεντρώνονται οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία. Κατά της απόφασης αυτής, χωρεί άσκηση από τον ενδιαφερόμενο ενδικοφανούς προσφυγής εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης, ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής Ιδιωτικών Υπηρεσιών Απασχόλησης η οποία συστήνεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 103 παρ. 6 του παρόντος. Η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.

Η απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που εκδίδεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 103 παρ. 6 μπορεί να αποδίδει στην ως άνω Επιτροπή και άλλες αρμοδιότητες αναφορικά με τη σύσταση και τη λειτουργία των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης.

4. Η άσκηση της δραστηριότητας των επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης εξαρτάται αποκλειστικά από τη διαρκή τήρηση των απαιτήσεων του παρόντος και ως εκ τούτου μπορεί να απαγορευτεί οποτεδήποτε. Η άσκηση της δραστηριότητας της Ε.Π.Α. δεν εκχωρείται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Άρθρο 124
Κατοχύρωση Εργασιακών Δικαιωμάτων των Προσωρινά Απασχολούμενων

1. Για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ της Ε.Π.Α. (άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού και σε αυτήν πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι εργασίας και η διάρκειά της, οι όροι παροχής της εργασίας στον ή στους έμμεσους εργοδότες, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού, οι λόγοι της παραχώρησης του εργαζομένου, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο, κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις, πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχή της εργασίας του.

Οι αποδοχές του μισθωτού που δεν παρέχει εργασία σε έμμεσο εργοδότη δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Εάν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής δεν είναι δυνατή η μνεία του συγκεκριμένου έμμεσου εργοδότη ή ο προσδιορισμός του χρόνου, που θα προσφέρει σε αυτόν την εργασία του, θα πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση το πλαίσιο των όρων και των συνθηκών για την παροχή εργασίας σε έμμεσο εργοδότη.

2. Απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο μετά την κατάρτιση της σύμβασης με τον άμεσο εργοδότη, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο.

3. Με σύμβαση, που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ της Ε.Π.Α. και του έμμεσου εργοδότη, ορίζονται ειδικότερα τα του τρόπου αμοιβής και ασφάλισης του εργαζομένου για το χρόνο που ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του στον έμμεσο εργοδότη, όπως και οι λόγοι παραχώρησης του εργαζομένου. Ο έμμεσος εργοδότης πρέπει να προσδιορίζει, πριν τεθεί στη διάθεσή του ο εργαζόμενος με τη σύμβαση, τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα ή ικανότητες, την ειδική ιατρική παρακολούθηση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προς κάλυψη θέσης εργασίας. Οφείλει επίσης να επισημαίνει τους μεγαλύτερους ή ιδιαίτερους κινδύνους που έχουν σχέση με τη συγκεκριμένη εργασία. Η Ε.Π.Α. υποχρεούται να γνωστοποιήσει τα στοιχεία αυτά στους μισθωτούς.

4. α) Η Ε.Π.Α. και ο έμμεσος εργοδότης είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος υπεύθυνοι έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού με σύμβαση ή σχέση εργασίας για την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων του και για την καταβολή των ασφαλιστικών του εισφορών. Η ευθύνη αυτή του έμμεσου εργοδότη αναστέλλεται, εφόσον με τη σύμβαση προβλέπεται ότι υπόχρεος για την καταβολή των αποδοχών και των ασφαλιστικών εισφορών είναι ο άμεσος εργοδότης και τα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάπτωση των κατά το άρθρο 126 εγγυητικών επιστολών (επικουρική ευθύνη έμμεσου εργοδότη).

β) Οι αποδοχές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται σε τραπεζικό λογαριασμό που αυτός έχει υποδείξει.

5. α) Οι προσωρινά απασχολούμενοι μισθωτοί, για όσο χρόνο παραμένουν στη διάθεση της επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, καθώς και κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους σε έμμεσο εργοδότη υπάγονται στον κλάδο παροχών ασθενείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στον επικουρικό φορέα ΕΤΕΑΜ, με εξαίρεση τα πρόσωπα που λόγω της ιδιότητάς τους ασφαλίζονται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα.

β) Οι ασφαλιστικές εισφορές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται από την Ε.Π.Α. σε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. Σε περίπτωση που ο προσωρινά απασχολούμενος λόγω της ιδιότητάς του ασφαλίζεται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα, η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του καθορίζεται με συμφωνία του (προσωρινά απασχολούμενου) και της Ε.Π.Α..

Άρθρο 125
Ασφάλεια και υγεία στην εργασία για τους προσωρινά απασχολούμενους

1. Οι μισθωτοί με σύμβαση ή σχέση προσωρινής απασχόλησης απολαμβάνουν όσον αφορά την ασφάλεια και την υγεία κατά την εργασία, το ίδιο επίπεδο προστασίας με αυτό που παρέχεται στους άλλους εργαζόμενους του έμμεσου εργοδότη. Ο έμμεσος εργοδότης, με την επιφύλαξη συμβατικής πρόβλεψης για συνευθύνη σωρευτικά και της Ε.Π.Α., είναι υπεύθυνος για τις συνθήκες υπό τις οποίες εκτελείται η εργασία του μισθωτού και για το εργατικό ατύχημα.

2. Ειδικότερα:

α. Η Ε.Π.Α. έχει την υποχρέωση απασχόλησης τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας, ανεξάρτητα από τον αριθμό μισθωτών (εργαζομένων) που απασχολεί.

β. Ο ελάχιστος πραγματικός χρόνος ετήσιας απασχόλησης του τεχνικού ασφαλείας και του ιατρού εργασίας, καθορίζεται σε 0,4 ώρες ανά εργαζόμενο ετησίως. Ο χρόνος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος των 75 ωρών ετησίως.

γ. Τα στοιχεία και ο συνολικός ετήσιος χρόνος απασχόλησης του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας τους, η κατανομή του χρόνου αυτού κατά μήνα, καθώς και το ωράριο απασχόλησής τους αναγράφονται υποχρεωτικά στους πίνακες προσωπικού που κατατίθενται από την Ε. Π. Α. στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

δ. Οι αρμοδιότητες του ιατρού εργασίας της Ε.Π.Α. καθορίζονται στα άρθρα 17 και 18 του «Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.)», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α’ 84).

ε. Στην περίπτωση έμμεσου εργοδότη, ο οποίος απασχολεί περισσότερους από 50 εργαζόμενους, λαμβάνοντας υπόψη και τους προσωρινά απασχολούμενους, αυτός υποχρεούται να απασχολεί ιατρό εργασίας. Οι προσωρινά απασχολούμενοι προσμετρώνται για τον καθορισμό του ελάχιστου ετήσιου χρόνου απασχόλησης του ιατρού εργασίας και του τεχνικού ασφαλείας του έμμεσου εργοδότη.

στ. Εάν ο συνολικός αριθμός εργαζομένων του έμμεσου εργοδότη, λαμβάνοντας υπόψη και τους προσωρινά απασχολούμενους, είναι μικρότερος του 50, ισχύουν οι γενικές διατάξεις για την παροχή υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης. Πέραν αυτού, ο ιατρός εργασίας της Ε.Π.Α. ασκεί τις αρμοδιότητες παρακολούθησης της υγείας των προσωρινά απασχολούμενων.

ζ. Οι αρμοδιότητες του τεχνικού ασφάλειας της Ε.Π.Α. καθορίζονται στα άρθρα 14 και 15 του «Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.)», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α’ 84), ιδίως σε ό,τι αφορά την ενημέρωση και εκπαίδευση των μισθωτών σχετικά με τους χώρους εργασίας που θα απασχοληθούν.

η. Η Ε.Π.Α. συνεργάζεται συστηματικά με τον έμμεσο εργοδότη προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των προσωρινά απασχολούμενων.

θ. Κατά τα λοιπά, για τους μισθωτούς των Ε.Π.Α. ισχύουν οι σχετικές με την ασφάλεια και υγεία διατάξεις.

ι. Σε ό,τι αφορά τα θέματα ασφάλειας και υγείας των προσωρινά απασχολούμενων που καλύπτει ο παρών νόμος, εφαρμογή έχουν οι διοικητικές και ποινικές κυρώσεις των άρθρων 71 και 72 του «Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.)», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α’ 84).

Άρθρο 126
Οικονομικές και ασφαλιστικές εγγυήσεις για τους προσωρινά απασχολούμενους

Κάθε Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης υποχρεούται, προκειμένου να ασκήσει την εν λόγω δραστηριότητα να καταθέσει δύο εγγυητικές επιστολές τραπέζης ως οικονομική εγγύηση, την πρώτη για τη διασφάλιση των αποδοχών των προσωρινά απασχολούμενων μισθωτών της και τη δεύτερη για τη διασφάλιση των ασφαλιστικών τους εισφορών. Η πρώτη εγγυητική επιστολή κατατίθεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και η δεύτερη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η κατάπτωση της πρώτης εγγυητικής επιστολής γίνεται με σχετική πράξη του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και της δεύτερης με πράξη του Διοικητή του Ι.Κ.Α.. Το ύψος των εγγυητικών επιστολών δύναται να αναπροσαρμόζεται ανά διετία με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ανάλογα με τον αριθμό των προσωρινά αποσχολούμενων που η Επιχείρηση έχει συμβληθεί και οι Επιχειρήσεις οφείλουν να καταθέσουν τις αντίστοιχες σχετικές συμπληρωματικές εγγυητικές επιστολές εντός τριμήνου. Άλλως απαγορεύεται η άσκηση της δραστηριότητάς τους με απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται το ύψος κάθε εγγυητικής επιστολής, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία κατάπτωσης αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης λεπτομέρεια.

Άρθρο 127
Έλεγχος των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης

Αρμόδια αρχή για τον έλεγχο της τήρησης των νομίμων προϋποθέσεων για την άσκηση της δραστηριότητας των Ε.Π.Α. είναι το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, καθώς και κάθε άλλη αρμόδια προς τούτο Αρχή.

Άρθρο 128
Κυρώσεις

1. Διοικητικές κυρώσεις:

α) Για κάθε παράβαση των διατάξεων που αφορούν στη σύσταση και λειτουργία των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου επιθεωρητή εργασίας και ύστερα από πρόσκλησή του στην επιχείρηση, για παροχή εξηγήσεων, πρόστιμο, το οποίο κυμαίνεται από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ανάλογα με την κατηγορία και τη βαρύτητα της παράβασης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπουργική απόφαση 15527/639/2010, όπως αυτή εκάστοτε ισχύει.

β) Ειδικότερα, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία ευρέθησαν να ασκούν τη δραστηριότητα της προσωρινής απασχόλησης: α) χωρίς να προβούν στην προσήκουσα αναγγελία άσκησής της στην αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή ή β) έχουν προβεί στην αναγγελία έναρξης άσκησης δραστηριότητας Ε.Π.Α. αλλά: αα) ασκούν το επάγγελμα εντός του τριμήνου που απαιτείται για τον έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, ββ) τους έχει απαγορευθεί η άσκηση της δραστηριότητας Ε.Π.Α. λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, επιβάλλονται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας οι εξής διοικητικές κυρώσεις: α) πρόστιμο ύψους 10.000 ευρώ, β) προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους μέχρι ένα (1) μήνα. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), να τους επιβληθεί προσωρινή διακοπή μεγαλύτερη του ενός (1) μηνός μέχρι και οριστική διακοπή της λειτουργίας τους.

γ) Για τη διαδικασία επιβολής των προστίμων των παραγράφων α’ και β’ του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 όπως ισχύουν κάθε φορά.

Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων της προσωρινής ή οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή.

δ) Οι διοικητικές κυρώσεις της παραγράφου α’ του παρόντος άρθρου επιβάλλονται και όταν μια Επιχείρηση Ομίλου λειτουργεί με κύριο σκοπό τη διάθεσή εργαζομένων σε άλλη επιχείρηση του ίδιου ομίλου.

ε) Ειδικότερα για τα θέματα ασφαλείας και υγείας των προσωρινά απασχολούμενων που καλύπτει ο παρών νόμος, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 125 παρ.2 περίπτωση (ι).

2. Ποινικές κυρώσεις:

α) Όποιος θέτει σε λειτουργία ή λειτουργεί Ε.Π.Α.:

α. χωρίς να προβεί στην προσήκουσα αναγγελία άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας στην αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή ή

β. έχει προβεί στην αναγγελία έναρξης άσκησης της δραστηριότητας Ε.Π.Α., αλλά είτε ασκεί το επάγγελμα εντός του τριμήνου που απαιτείται για τον έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων είτε του έχει απαγορευθεί η άσκηση της άσκησης δραστηριότητας Ε.Π.Α. λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων είτε λειτουργεί κατά παράβαση των νομίμων προϋποθέσεων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) έτη και με χρηματική ποινή.

β) Ειδικότερα για τα θέματα ασφάλειας και υγείας των προσωρινά απασχολούμενων που καλύπτει ο παρών νόμος, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 125 παρ.2 περίπτωση (ι).

Άρθρο 129
Εξουσιοδοτήσεις

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται:

α) Οι ειδικότεροι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη σύσταση Επιχείρησης Προσωρινής Απασχόλησης, καθώς και για την άσκηση της δραστηριότητας της προσωρινής απασχόλησης, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την απαγόρευση της άσκησής της, τα προσόντα που απαιτούνται για το στελεχιακό δυναμικό της, η αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή της και κάθε άλλο θέμα.

β) Οι ειδικότεροι όροι, προϋποθέσεις άσκησης των δραστηριοτήτων της προσωρινής απασχόλησης (Ε.Π.Α.) και μεσολάβησης (Ι.Γ.Ε.Ε.) σε ενιαίο χώρο.

γ) Τα τυχόν επιπλέον στοιχεία που πρέπει να περιέχουν οι συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης που συνάπτονται μεταξύ των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης και των μισθωτών, ο τρόπος και η διαδικασία γνωστοποίησης αυτών στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Ε.Π.Ε.).

δ) Η τήρηση στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μητρώου Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης, ο τρόπος και η διαδικασία τήρησης του μητρώου αυτού, καθώς και η διαδικασία εγγραφής στο μητρώο των επιχειρήσεων αυτών.

ε) Κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των άρθρων του παρόντος.

Άρθρο 130

Για κάθε θέμα μη ρυθμιζόμενο από τις διατάξεις του παρόντος ισχύουν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως εκάστοτε ισχύουν.

Άρθρο 131
Μεταβατικές διατάξεις

1. Μέχρι εκδόσεως των υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του εδαφίου α’ του άρθρου 129 του παρόντος, διατηρούνται εν ισχύι οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 23 και 26 του ν. 2956/2001 (Α’ 258).

2. Μέχρι της εκδόσεως της υπουργικής απόφασης κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 103 παρ. 6 και 123 παρ. 3 του παρόντος διατηρούνται σε ισχύ οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 του ν. 3144/2003 (Α’ 111).

Άρθρο 132
Τροποποιούμενες διατάξεις

1. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) προστίθεται περίπτωση κβ’ ως εξής:

«κβ. Ελέγχει την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση της δραστηριότητας των Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.).»

2. Στο τέλος του άρθρου 23 του ν. 3996/2011 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Επιβάλλει στις παρανόμως λειτουργούσες επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης (Ε.Π.Α.) και στα υπο-καταστήματά τους τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία για τις Ε.Π.Α..»

Άρθρο 133
Καταργητικές διατάξεις

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε ειδική ή γενική διάταξη νόμων, διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων που ρυθμίζουν θέματα σύστασης και λειτουργίας Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης, εφόσον αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

2. Τα άρθρα 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (Α’ 258) καταργούνται.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 5 του ν. 3144/2003 καταργούνται. (Α’ 111).

Άρθρο 134
Δημιουργία τμήματος Κλινικής Διατροφής

1. Σε κάθε νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. δημιουργείται αυτοτελές τμήμα «Κλινικής Διατροφής» που υπάγεται απευθείας στον Διοικητή. Αποτελείται από κατόχους πτυχίου ΑΕΙ διαιτολογίας- διατροφής ή ΤΕΙ διατροφής και διαιτολογίας, με αναλογία ένας ανά 80 οργανικές κλίνες και πάντως όχι λιγότερους από δύο, καθώς και από έναν τουλάχιστον τεχνολόγο διατροφής ή τεχνολόγο τροφίμων ΤΕ. Προϊστάμενος του τμήματος ορίζεται διαιτολόγος κατηγορίας ΠΕ και αν δεν υπάρχει, ΤΕ.

Οι διαιτολόγοι υπάγονται στην Ιατρική Υπηρεσία. Η οικονομική διαχείριση και η διοίκηση του τμήματος εντάσσεται στις δραστηριότητες της Διοικητικής Υπηρεσίας. Αρμοδιότητα του τμήματος είναι η διατροφική υποστήριξη των ασθενών, είτε νοσηλεύονται, είτε επισκέπτονται τα τακτικά εξωτερικά ιατρεία, με ελεύθερη ή ειδική διαιτητική αγωγή, η πληροφόρηση και εκπαίδευσή τους, καθώς και η καταπολέμηση του υποσιτισμού και της δυσθρεψίας, δηλαδή των προβλημάτων που απορρέουν από την παχυσαρκία ή από την ανεπαρκή ποσοτικά ή και ποιοτικά διατροφική υποστήριξή τους. Το τμήμα Κλινικής Διατροφής μπορεί να αναλαμβάνει, σε συνεργασία με την Υγειονομική Περιφέρεια στην οποία υπάγεται το νοσοκομείο ή με το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, την ενημέρωση και εκπαίδευση του πληθυσμού στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας περίθαλψης υγείας, με στόχο την προστασία και προαγωγή της υγείας.

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ορίζονται ειδικότερα οι αρμοδιότητες του τμήματος Κλινικής Διατροφής, τα καθήκοντα του προϊστάμενου και τα καθήκοντα των διαιτολόγων και του τεχνολόγου διατροφής ή τροφίμων. Επίσης προβλέπεται η οργάνωση της διοικητικής υπηρεσίας προμήθειας, διαχείρισης και αποθήκευσης των τροφίμων, η διενέργεια υγειονομικών ελέγχων και το προσωπικό του μαγειρείου.

2. Σε κάθε νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. δημιουργείται «Συμβουλευτικό Γραφείο Διατροφής», το οποίο λειτουργεί ως τακτικό εξωτερικό ιατρείο και στελεχώνεται από τους διαιτολόγους, ανεξαρτήτου κατηγορίας, του Τμήματος Κλινικής Διατροφής. Το Συμβουλευτικό Γραφείο Διατροφής μπορεί να συμμετέχει στην ολοήμερη πέραν του τακτικού ωραρίου λειτουργία του νοσοκομείου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του ν. 2889/2001. Στις αρμοδιότητές του ανήκουν: 1) η εκτίμηση θρέψης και η ανίχνευση διατροφικού κινδύνου των ασθενών, 2) η διαμόρφωση σχημάτων ειδικής διαιτητικής αγωγής, σε συνεργασία με αρμόδιο ιατρό, 3) η πληροφόρηση και εκπαίδευση ασθενών, των οποίων η πάθηση χρήζει συστηματικής διαιτητικής φροντίδας. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται ειδικότερα οι αρμοδιότητες, η μεθοδολογία εργασίας του Συμβουλευτικού Γραφείου Διατροφής και ο αναγκαίος εξοπλισμός.

3. Για τη διατροφική υποστήριξη των νοσηλευόμενων ασθενών, οι οποίοι παρουσιάζουν διατροφικό κίνδυνο, σε κάθε κλινική του νοσοκομείου δημιουργείται μία «Ομάδα Υποστήριξης Θρέψης», τα μέλη της οποίας ορίζονται με απόφαση του διοικητή του νοσοκομείου και είναι ένας διαιτολόγος που προτείνεται από τον προϊστάμενο του τμήματος Κλινικής Διατροφής, ένας ιατρός κάθε κλινικής, που προτείνεται από τον Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας και ένας νοσηλευτής που προτείνεται από τον Διευθυντή της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας. Ως μέλη της Ομάδας Υποστήριξης Θρέψης ορίζονται κατά προτεραιότητα οι ιατροί και οι νοσηλευτές που έχουν λάβει εκπαίδευση σε θέματα ιατρικής και κλινικής διατροφής, όπως μεταπτυχιακές σπουδές, παρακολούθηση σεμιναρίων ή συνεδρίων. Εάν κρίνεται αναγκαίο τα μέλη της Ομάδας Υποστήριξης Θρέψης καλούν τον Φαρμακοποιό του νοσοκομείου να εκφέρει άποψη για τη διατροφική υποστήριξη κάποιου ασθενούς.

Τον ασθενή αναλαμβάνει η Ομάδα Υποστήριξης Θρέψης, μετά από αίτημα του θεράποντος ιατρού ή του διαιτολόγου που τον παρακολουθεί ή του ίδιου του ασθενούς. Στις αρμοδιότητες της Ομάδας ανήκουν: 1. Η βεβαίωση του διατροφικού κινδύνου, βάσει των επιστημονικών δεδομένων και με μεθόδους που γίνονται δεκτές από ευρωπαϊκούς ή εθνικούς φορείς ή επιστημονικές εταιρίες και η αναγνώριση των αιτιών δυσθρεψίας, 2. η συστηματική εφαρμογή διατροφικής υποστήριξης, 3. η τακτική αναθεώρηση του προγράμματος διατροφής, 4. η πλήρης καταγραφή των στοιχείων στη διατροφική καρτέλα του ασθενούς, με στόχο την έγκαιρη και ολοκληρωμένη διατροφική φροντίδα, 5. η λήψη μέτρων για την πρόληψη της δυσθρεψίας, όπως η καταγραφή αλληλεπιδράσεων φαρμάκων- τροφής- διαιτητικής πρόσληψης και ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την πρόσληψη, πέψη και απορρόφηση τροφίμων. Με ευθύνη του διαιτολόγου της Ομάδας η διατροφική φροντίδα του ασθενούς συνεχίζεται και μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο στα πλαίσια της κατ’ οίκον νοσηλείας, σε συνεργασία με την αρμόδια γι’ αυτήν ομάδα.

4. Στην αρμοδιότητα των διαιτολόγων του τμήματος Κλινικής Διατροφής, καθώς και της Ομάδας Υποστήριξης Θρέψης, στις περιπτώσεις που αυτή παρεμβαίνει, ανήκουν η χορήγηση σκευασμάτων σχετικών με τη θρέψη, βάσει σχεδίου διατροφικής αντιμετώπισης υπογεγραμμένο από τον διαιτολόγο, στο οποίο αναγράφεται αναλυτικά η κατανομή των σκευασμάτων στην ημερήσια σίτιση του ασθενούς, το συνολικό ποσό των παρεχόμενων θερμίδων και των μικροθρεπτικών συστατικών.

5. Το ιατρικό απόρρητο δεν ισχύει έναντι των διαιτολόγων του τμήματος Κλινικής Διατροφής και της Ομάδας Υποστήριξης Θρέψης, οι οποίοι έχουν ακώλυτη πρόσβαση στον ιατρικό φάκελλο.

6. Τα συμπεράσματα των διαιτολόγων του τμήματος Κλινικής Διατροφής και της Ομάδας Υποστήριξης Θρέψης, όπως και τα στοιχεία σχετικά με την εφαρμοζόμενη διατροφική υποστήριξη του ασθενούς καταγράφονται στον ιατρικό του φάκελλο.

Άρθρο 135
Διατομεακή περίθαλψη ασθενών με Καρκίνο-Ογκολογικά Συμβούλια

1. α. Στα ογκολογικά νοσοκομεία που ανήκουν στο Ε.Σ.Υ. ή στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και στα νοσοκομεία που λειτουργούν παθολογικές- ογκολογικές κλινικές και ακτινοθεραπευτικές κλινικές/εργαστήρια, είτε ανήκουν στο Ε . Σ. Υ. είτε στον ιδιωτικό τομέα, καθιερώνεται η δια-τομεακή αντιμετώπιση του ασθενούς που πάσχει ή υπάρχουν υπόνοιες ότι πάσχει από κακοήθη νεοπλάσματα. Για το σκοπό αυτόν συγκροτείται ιατρική ομάδα αποτελούμενη από τον θεράποντα ιατρό, που αναλαμβάνει τον ασθενή που επισκέπτεται τα τακτικά εξωτερικά ιατρεία ή τα εφημερεύοντα ιατρεία ή εισέρχεται για νοσηλεία, έναν παθολόγο- ογκολόγο, έναν χειρουργό και έναν ακτινοθεραπευτή, που επιλέγονται από τον ασθενή, καθώς και έναν παθολογοανατόμο του νοσοκομείου στο οποίο εισέρχεται ο ασθενής. Τα μέλη της ιατρικής ομάδας είναι δυνατόν να εργάζονται στο ίδιο ή διαφορετικά νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. ή του ιδιωτικού τομέα.

β. Με πρωτοβουλία του θεράποντος ιατρού συλλέγονται όλες οι αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της κατάστασης υγείας του ασθενούς, λαμβάνεται αναλυτικό ιστορικό και καταγράφονται οι ενδείξεις της νόσου. Βάσει αυτών σχηματίζεται ο ιατρικός φάκελλος, ο οποίος κυκλοφορεί με κάθε πρόσφορο μέσο μεταξύ των μελών της ομάδας, προκειμένου αυτά να ενημερωθούν και να τον εμπλουτίσουν με δεδομένα ιατρικής φύσεως αλλά και πληροφορίες για το εργασιακό περιβάλλον, τις συνθήκες ζωής, την προσωπική κατάσταση του ασθενούς, τη δυνατότητα οικογενειακής υποστήριξης, την κοινωνική τους ασφάλιση, την ιδιωτική ασφάλιση εάν υφίσταται και τις οικονομικές του δυνατότητες. Πληροφορίες που αφορούν θρησκευτικά ή φιλοσοφικά πιστεύω και επιθυμίες του ασθενούς καταγράφονται εφόσον καθορίζουν τις αποφάσεις για τη θεραπεία του.

γ. Κάθε μέλος της ομάδας οφείλει να διευκολύνει με κάθε τρόπο την ανταλλαγή πληροφοριών και εγγράφων του ιατρικού φακέλου, με στόχο την πλήρη ενημέρωση και συνεργασία εντός σύντομου χρονικού διαστήματος.

δ. Εάν κατά την είσοδο του ασθενούς στο νοσοκομείο υπάρχουν υπόνοιες πάθησης και όχι διάγνωση, ο θεράπων ιατρός αποφασίζει από κοινού με τα λοιπά μέλη της ιατρικής ομάδας τη διενέργεια διαγνωστικών ή επεμβατικών πράξεων που επιτρέπουν τη διάγνωση της νόσου και της βαρύτητας αυτής. Ο θεράπων ιατρός ενημερώνει τον ασθενή για το είδος και την αναγκαιότητα αυτών, όπως και για τα αποτελέσματά τους.

ε. Μετά τη διάγνωση τα μέλη της ιατρικής ομάδας ενημερώνονται πλήρως και αποφασίζουν από κοινού την ενδεδειγμένη ανά περίπτωση θεραπεία. Οι εισηγήσεις των μελών καταγράφονται στον ιατρικό φάκελο του ασθενούς, όπως και το πλάνο θεραπείας που αποφασίζεται από κοινού.

στ. Σε περίπτωση διαφωνίας των μελών ενημερώνεται ο ασθενής και ο φάκελος παραπέμπεται στο αρμόδιο Ογκολογικό Συμβούλιο, που λειτουργεί στο νοσοκομείο, στο οποίο εισήχθη ο ασθενής, σύμφωνα με τα οριζόμενα κατωτέρω. Το ίδιο ισχύει εάν η ιατρική ομάδα αποφασίσει ένα πλάνο θεραπείας κατ’ απόκλιση από τα επισήμως ή κοινώς αποδεκτά ιατρικά πρωτόκολλα σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο ή εάν το περιστατικό απαντάται σπάνια σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο ή εάν η βαρύτητα του περιστατικού είναι εξαιρετικά μεγάλη ή η προτεινόμενη θεραπεία παρουσιάζει αυξημένη επικινδυνότητα για τον ασθενή. Στις περιπτώσεις αυτές, η ιατρική ομάδα παρουσιάζει το περιστατικό στο Ογκολογικό Συμβούλιο και μετέχει σε αυτό.

ζ. Ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του ασθενούς ή της ασθένειας του, στην ιατρική ομάδα μπορούν να μετέχουν ιατροί ίδιων ή άλλων ειδικοτήτων, που προτείνουν τα μέλη ή ο ασθενής, όπως ψυχίατρος ή ακτινοδιαγνωστής, όπως και ο κλινικός φαρμακοποιός.

η. Τις εργασίες της ιατρικής ομάδας μπορούν να παρακολουθούν ειδικευόμενοι ιατροί, εφόσον το επιθυμούν.

2. α. Στα νοσοκομεία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συστήνονται Ογκολογικά Συμβούλια, με αποστολή την παρακολούθηση της εφαρμογής του πλάνου θεραπείας του ασθενούς, την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων αυτής και της συνολικής πορείας της νόσου, την εκτίμηση των αναγκών του ασθενούς ανάλογα με την ανταπόκριση τους στις διάφορες θεραπευτικές μεθόδους, την τροποποίηση ή τη διακοπή του πλάνου θεραπείας, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Σκοπός είναι η εξασφάλιση της εφαρμογής των ενιαίων και αποδεκτών ιατρικών πρωτοκόλλων και κατευθυντήριων οδηγιών, η διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών στους ασθενείς, η αποφυγή της υποθεραπείας ή το αντίστροφο των μη ωφέλιμων διαγνωστικών πράξεων και επεμβάσεων, η επιλογή της οικονομικότερης θεραπείας μεταξύ περισσότερων εξίσου ωφέλιμων, η ενθάρρυνση και ενίσχυση της συνεργασίας των ιατρικών ειδικοτήτων στην πολύπλευρη αντιμετώπιση των κακοηθών νεοπλασιών, καθώς και η προαγωγή της ιατρικής εκπαίδευσης.

β. Με απόφαση του Διοικητή του νοσοκομείου, η οποία εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση του επιστημονικού συμβουλίου και της ογκολογικής επιτροπής συντάσσεται Εσωτερικός Κανονισμός σύστασης και λειτουργίας των Ογκολογικών Συμβουλίων.

γ. Τα Ογκολογικά Συμβούλια συστήνονται ανάλογα με το όργανο του σώματος που προσβάλει η νόσος, σε ενότητες, οι οποίες προβλέπονται στον Εσωτερικό Κανονισμό.

δ. Αποτελούνται από μόνιμα και μη μόνιμα μέλη. Οι ιατροί μόνιμα μέλη μπορεί να είναι Συντονιστές Διευθυντές ή Διευθυντές ή Επιμελητές και συγκεκριμένα ένας παθολόγος- ογκολόγος, ένας ακτινοθεραπευτής- ογκολόγος, ένας χειρουργός- ογκολόγος, ένας παθολογοανατόμος. Τα μόνιμα μέλη επιλέγονται από το Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατ’ έτος, που μπορεί να ανανεωθεί μία φορά, έτσι ώστε να εναλλάσσονται κυκλικά περισσότεροι ιατροί των κλινικών του νοσοκομείου. Επίσης συμμετέχει ο θεράπων ιατρός, ο οποίος εισάγει τον ιατρικό φάκελο του ασθενούς προς συζήτηση. Ως μη μόνιμα μέλη μπορεί να προσκληθούν από τα μόνιμα μέλη ή τον θεράποντα ιατρό ιατροί άλλων ειδικοτήτων, όπως ψυχίατρος, ακτινοδιαγνωστής, πυρηνικός ιατρός. Σε κάθε Ογκολογικό Συμβούλιο συμμετέχει επίσης ως μόνιμο μέλος νοσηλευτής. Ακόμα μπορούν να προσκληθούν από τα μόνιμα μέλη ή τον θεράποντα ιατρό ο κλινικός φαρμακοποιός, ο διαιτολόγος ή διοικητικός υπάλληλος. Ειδικευόμενοι ιατροί των συναφών ειδικοτήτων παρακολουθούν υποχρεωτικά τα Ογκολογικά Συμβούλια. Εάν δεν απασχολούνται σε κάποιο νοσοκομείο ιατροί των απαιτούμενων ειδικοτήτων, επιδιώκεται συνεργασία με το πλησιέστερο νοσοκομείο, η οποία μπορεί να διευκολύνεται με ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας και τηλεδιάσκεψης.

ε. Με συμφωνία των μόνιμων μελών ορίζεται εξ αυτών εκ περιτροπής ένας συντονιστής, ο οποίος αναλαμβάνει τη συλλογή των περιστατικών που πρόκειται να συζητηθούν στο Ογκολογικό Συμβούλιο από τους ιατρούς και εξετάζει την πληρότητα του ιατρικού φακέλου. Στον Εσωτερικό Κανονισμό προβλέπονται τα απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες ώστε ο φάκελος να είναι πλήρης. Ο Διοικητής και ο Αναπληρωτής Διοικητής του Νοσοκομείου, ο Διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας, ο εκπρόσωπος των ιατρών στο Διοικητικό Συμβούλιο, η Ογκολογική Επιτροπή και το Επιστημονικό Συμβούλιο του νοσοκομείου μπορούν να ζητήσουν από το συντονιστή την κατά προτεραιότητα εξέταση κάποιων περιστατικών από το Ογκολογικό Συμβούλιο ή αντίστροφα μπορούν να ζητήσουν την απόφαση των Ογκολογικών Συμβουλίων για ένα ή περισσότερα περιστατικά. Επίσης ο συντονιστής συγκεντρώνει τα περιστατικά που παραπέμπονται από την ιατρική ομάδα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος.

στ. Στα Ογκολογικά Συμβούλια παραπέμπονται όλα τα περιστατικά κακοηθών νεοπλασιών που αντιμετωπίζονται στο νοσοκομείο. Στον Εσωτερικό Κανονισμό προβλέπεται η συχνότητα και ο τόπος συνεδρίασης των Ογκολογικών Συμβουλίων, όπως και η γραμματειακή τους υποστήριξη, εάν αυτό είναι εφικτό.

ζ. Οι εισηγήσεις των μελών καταγράφονται υποχρεωτικά στον ιατρικό φάκελο, όπως και η απόφαση του Ογκολογικού Συμβουλίου. Την ευθύνη υλοποίησης της έχει ο θεράπων ιατρός. Ο ασθενής δικαιούται να λάβει γνώση των εισηγήσεων και της απόφασης και να ζητήσει αναλυτική ενημέρωση από τον θεράποντα ιατρό και οποιοδήποτε μέλος του Ογκολογικού Συμβουλίου.

Άρθρο 136
Καταργούμενες διατάξεις

Καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που βρίσκεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου και, ιδίως:

1. το εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2194/ 1994,

2. η παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2194/1994, με εξαίρεση την περίπτωση 7 του εδαφίου α’, που διατηρείται σε ισχύ μόνο για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 2920/2001 και της παρ. 4 του άρθρου 12 του ν. 3685/2008,

3. τα εδάφια α’ και δ’ της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 2194/1994.

4. Την 1.7.2012 καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 20, 21, 22, 23 και 24 του π.δ. 95/2000.

5. Το εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 24 του ν. 2530/1997 (Α’ 218), όπως προστέθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001.

Άρθρο 137
Καταργούμενες Διατάξεις

Με την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι διατάξεις από την περίπτωση Ζ’ του άρθρου 186 του ν. 3852/2010 (Α’87) η υποπερίπτωση Ι α’ έως και ε’.

Άρθρο 138
Ρυθμίσεις Θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης

Α. 1. Στο τέλος της παρ. ΙΑ του άρθρου 31 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179), όπως προσετέθη με την παράγραφο 1 του άρθρου 35 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:

«Οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ , καθώς και τα μέλη οικογενείας τους, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 33, για την περίοδο από 1.3.2012 έως 28.2.2013 καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ για παροχές ασθένειας σε είδος, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον πενήντα (50) ημέρες ασφάλισης είτε το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είτε κατά το τελευταίο δεκαπεντάμηνο, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ημέρες που πραγματοποιήθηκαν κατά το τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο του δεκαπενταμήνου.»

2. Η ασφαλιστική κάλυψη των ανέργων που έχουν κάνει χρήση των διατάξεων της παρ.4 του άρθρου 5 του ν. 2768/1999 (Α’ 273) και της παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 3996/2011 (Α’ 170), παρατείνεται για ένα έτος από τη λήξη της και πάντως όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2012.

Κατά τα λοιπά ισχύουν τα αναφερόμενα στις επί μέρους διατάξεις του ν. 2768/1999 και ο ΟΑΕΔ υποχρεούται να καταβάλλει την προβλεπόμενη εισφορά στους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

Β. 1. Τα ασφαλιστικά ταμεία κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καλύπτουν τις ανάγκες κατ’ οίκον φροντίδας συνταξιούχων λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου Προγράμματος με τίτλο «Πρόγραμμα κατ’ οίκον φροντίδας Συνταξιούχων».

2. Σκοπός του Προγράμματος είναι η κατοχύρωση συνθηκών αυτόνομης διαβίωσης των ηλικιωμένων και των αναπήρων συνταξιούχων στην κατοικία τους, ώστε να εξασφαλισθεί η παραμονή τους στο οικείο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, να αποφευχθεί η παραπομπή σε δομές κλειστής φροντίδας και να προληφθούν καταστάσεις κοινωνικού αποκλεισμού.

3. Το Πρόγραμμα έχει ιδίως ως περιεχόμενο:

α) την καταπολέμηση της εξάρτησης ηλικιωμένων και αναπήρων με την οργάνωση και συστηματική παροχή υπηρεσιών κοινωνικής εργασίας, ψυχοκοινωνικής στήριξης, νοσηλευτικής φροντίδας, φυσικοθεραπείας, εργοθεραπείας και οικιακής βοήθειας,

β) την ενημέρωση των εξυπηρετουμένων για τα δικαιώματά τους και την υποστήριξη κατά τις επαφές τους με τις αρμόδιες υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας,

γ) τη διευκόλυνση των εξυπηρετουμένων για τη συμμετοχή τους σε πολιτιστικές, ψυχαγωγικές, κοινωνικές και θρησκευτικές δραστηριότητες.

4. α) Ωφελούμενοι του Προγράμματος είναι συγκεκριμένες κατηγορίες συνταξιούχων όλων των ταμείων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που χρήζουν κατ’ οίκον βοήθειας, ήτοι υποστηρικτικών και νοσηλευτικών υπηρεσιών.

β) Κριτήρια επιλογής των ωφελουμένων αποτελούν ιδίως: η ηλικία, το εισόδημα, η οικογενειακή κατάσταση, η κατάσταση της υγείας και η πρόσκαιρη ή μόνιμη εξάρτηση.

γ) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης εξειδικεύονται τα προαναφερθέντα κριτήρια, το περιεχόμενο υλοποίησης του Προγράμματος, η διαδικασία επιλογής των ωφελουμένων και κάθε άλλο αναγκαίο σχετικό θέμα.

δ) Οι ωφελούμενοι του Προγράμματος δικαιούνται συμπληρωματική ασφαλιστική παροχή αυξημένης κατ’ οίκον φροντίδας. Η φύση και το ύψος της παροχής, οι κατηγορίες των δικαιούχων, οι προϋποθέσεις, οι διαδικασίες χορήγησης και αναστολής καταβολής του, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά γνώμη του Δ.Σ. εκάστου φορέα κύριας ασφάλισης.

ε) Ωφελούμενοι του Προγράμματος μπορεί να είναι και οι δικαιούχοι της σύνταξης ανασφάλιστων υπερηλίκων του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), οι δικαιούχοι της σύνταξης του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.) και του Δημοσίου, καθώς και οι δικαιούχοι προνοιακών επιδομάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια των εδαφίων α’ και β’ της παρούσας παραγράφου και εφόσον στον ειδικό κωδικό προϋπολογισμού της παραγράφου 6 του παρόντος έχουν κατατεθεί προϋπολογιστικά τα αντίστοιχα ποσά από τα αρμόδια Υπουργεία.

στ) Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Προγράμματος συνταξιούχοι που διαβιούν σε μονάδες κλειστής φροντίδας κάθε νομικής μορφής ή σε νοσηλευτικές μονάδες του Εθνικού Συστήματος Υγείας ή του Ιδιωτικού Τομέα.

5. α) Συνιστάται στη Γενική Διεύθυνση Ασφαλιστικών Υπηρεσιών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Διεύθυνση με τίτλο «Διεύθυνση κατ’ οίκον Φροντίδας Συνταξιούχων», με τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

- Σχεδιασμός, οργάνωση και διαχείριση του Προγράμματος κατ’ οίκον φροντίδας συνταξιούχων για λογαριασμό όλων των ασφαλιστικών ταμείων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης

- Διασφάλιση της βιωσιμότητας και παρακολούθηση των χρηματοδοτικών ροών του Προγράμματος

- Παρακολούθηση της αποτελεσματικής εφαρμογής του Προγράμματος από τους φορείς που το υλοποιούν, ώστε οι δικαιούχοι των παροχών να εξασφαλίζουν ποιοτικές υπηρεσίες φροντίδας.

β) Η Διεύθυνση κατ’ οίκον Φροντίδας Συνταξιούχων αποτελείται από τα Τμήματα Ωφελουμένων, Παρόχων, Ελέγχου και Συντονισμού, τα οποία ασκούν τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

- Το Τμήμα Ωφελουμένων παρακολουθεί την εφαρμογή των κριτηρίων επιλογής στο πρόγραμμα των ενδιαφερομένων συνταξιούχων.

- Το Τμήμα Παρόχων καθορίζει τις παρεχόμενες κατ’ ελάχιστον υπηρεσίες σε σχέση με τον αριθμό των ωφελουμένων και το κόστος των υπηρεσιών αυτών.

- Το Τμήμα Ελέγχου καθορίζει την ελεγκτική διαδικασία σε επίπεδο περιφερειακό, προκειμένου να διασφαλίζεται η παροχή της κατ’ οίκον βοήθειας στους ωφελουμένους.

- Το Τμήμα Συντονισμού υποστηρίζει τη συνεργασία όλων των τμημάτων, συντονίζει τις διαδικασίες χρηματοδότησης του Προγράμματος και παρακολουθεί την εφαρμογή του μέσω της εκπόνησης ετήσιων εκθέσεων που υποβάλλονται στον Διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

γ) Η Διεύθυνση κατ’ οίκον Φροντίδας Συνταξιούχων και τα Τμήματα που υπάγονται σε αυτή στελεχώνονται με μετατάξεις και εσωτερικές μετακινήσεις του προσωπικού του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

δ) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι δυνατόν να ιδρύονται ή να καταργούνται τα ως άνω Τμήματα, να ανακατανέμονται οι αρμοδιότητές τους ή να καθορίζονται νέες αρμοδιότητες γι’ αυτά.

6. α) Οι παροχές για τους συνταξιούχους μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου που πληρούν τις προϋποθέσεις της υπουργικής απόφασης της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 4 χρηματοδοτούνται βάσει της παραγράφου 8 του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α’ 226), από το Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ), το οποίο συστήθηκε με το άρθρο 149 του ν. 3655/2008 (Α’ 58), καθώς και από κάθε άλλο δημόσιο και ιδιωτικό πόρο.

β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δημιουργείται στον προϋπολογισμό του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ειδικός κωδικός όπου μεταφέρονται από το Λογαριασμό της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, που τηρείται στο ΑΚΑΓΕ, οι σχετικοί πόροι χρηματοδότησης του προγράμματος, οι οποίοι χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για το σκοπό αυτόν, καθορίζεται η διαδικασία μεταφοράς των πόρων αυτών στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και ρυθμίζεται κάθε άλλο αναγκαίο σχετικό θέμα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και των συναρμόδιων Υπουργών καθορίζονται οι σχετικοί πόροι χρηματοδότησης του προγράμματος, όπως προβλέπονται στην υπουργική απόφαση της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 4 του παρόντος, η διαδικασία μεταφοράς των πόρων αυτών στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και ρυθμίζεται κάθε άλλο αναγκαίο σχετικό θέμα.

Σε κάθε περίπτωση, απαγορεύεται η μεταφορά των πόρων αυτών σε άλλο κωδικό, η διάθεση και χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό.

γ) Από 1.9.2012 θεσμοθετείται ειδική εισφορά ασφαλισμένων σε φορείς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τη χρηματοδότηση της παροχής κατ’ οίκον φροντίδας των ασφαλισμένων που θα συνταξιοδοτηθούν μετά την 1.1.2015 και πληρούν τις προϋποθέσεις λήψης των σχετικών παροχών. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται το ύψος της εισφοράς, οι κατηγορίες των υπόχρεων καταβολής, οι διαδικασίες είσπραξης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

7. Το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ συνάπτει ειδικές συμβάσεις με παρόχους με τις οποίες αυτοί αναλαμβάνουν, έναντι καθορισμένης αμοιβής ανά ωφελούμενο, να παρέχουν υπηρεσίες κατ’ οίκον βοήθειας στους λήπτες του «επιδόματος αυξημένης κατ’ οίκον φροντίδας». Οι πάροχοι αυτοί δύνανται να είναι ή να ανήκουν σε: α) επιχειρήσεις Δήμων των άρθρων 103 και 107 του ν. 3852/2010 (Α’ 87),

β) επιχειρήσεις Περιφερειών των άρθρων 194 και 198 του ν. 3852/2010,

γ) νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,

δ) νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κερδοσκοπικού ή μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με σκοπό κοινωνικής φροντίδας ή υγείας κατά τις καταστατικές τους διατάξεις,

ε) αμιγώς ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν στο σκοπό τους την κοινωνική ανάπτυξη ή πρόνοια ή συναφή προς τα ανωτέρω σκοπό κατά το οικείο καταστατικό,

στ) Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις Κοινωνικής Φροντίδας του ν. 4019/2011 (Α’ 226).

8.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται οι όροι, το ύψος χρηματοδότησης ανά ωφελούμενο και κάθε άλλο αναγκαίο σχετικό θέμα για τη σύναψη και παρακολούθηση των ανωτέρω συμβάσεων.

9.α) Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης συνιστάται Εθνική Επιτροπή κατ’ Οίκον Φροντίδας. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποτελείται από:

- τον Γενικό Γραμματέα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως πρόεδρο

- τον Γενικό Γραμματέα Αλληλεγγύης του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

- τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών

- έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας που υποδεικνύεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο

- έναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας που υποδεικνύεται από το Διοικητικό του Συμβούλιο

- δύο μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ ΑΕΙ με εξειδίκευση στους τομείς της κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας που ορίζονται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

β) Η Εθνική Επιτροπή κατ’ Οίκον Φροντίδας αναλύει, παρακολουθεί και αξιολογεί τις δράσεις κατ’ οίκον φροντίδας, παρέχοντας συμβουλευτική υποστήριξη στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατά το σχεδιασμό και την υλοποίηση του «Προγράμματος κατ’ οίκον φροντίδας Συνταξιούχων» και σε άλλα Υπουργεία κατά το σχεδιασμό και την υλοποίηση συναφών παρεμβάσεων.

γ) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται κάθε ζήτημα οργάνωσης και λειτουργίας της Επιτροπής.

10. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α’ 115) αντικαθίσταται ως εξής:

«Σκοπός του Λογαριασμού είναι η κάλυψη ελλειμμάτων των κλάδων κύριας σύνταξης Φ.Κ.Α., καθώς και η χρηματοδότηση του Προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι Συνταξιούχων»».

Γ.1. Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.), σε περίπτωση που έχουν χορηγήσει δάνεια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007 (Α’ 151) και των άρθρων 60, 61 και 62 του π.δ. 422/1981 (Α’ 114) αντίστοιχα, μπορούν, με απόφαση των Διοικητικών τους Συμβουλίων, να αναστείλουν την καταβολή των δόσεων για έξι (6) ή περισσότερους μήνες, κατά τους οποίους θα καταβάλλονται μόνο οι αναλογούντες τόκοι, και στη συνέχεια να παρατείνουν το χρόνο αποπληρωμής του δανείου κατά δώδεκα (12) ή περισσότερους μήνες, σε σχέση με τον απομένοντα συμβατικό χρόνο, με αντίστοιχο επανυπολογισμό των ισόποσων μηνιαίων δόσεων. Η απόφαση του εκάστοτε Διοικητικού Συμβουλίου δεσμεύει όσους δανειολήπτες του οικείου φορέα ενταχθούν σε αυτήν κατόπιν αιτήσεως τους.

2. α) Μέτοχοι των Τομέων Πρόνοιας Αστυνομικών (Τ.Π.ΑΣ.) και Πρόνοιας Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων (Τ.Π.Υ.Α.Π.) του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολουμένων στα Σώματα Ασφαλείας (Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.), εξερχόμενοι του Σώματος της Ελληνικής Αστυνομίας και καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποκαθιστά-μενοι διοικητικά (με νόμο, δικαστική ή διοικητική απόφαση) και μη επανερχόμενοι στην ενεργό υπηρεσία για παροχή εργασίας, δεν δικαιούνται συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα για τον εκτός υπηρεσίας διανυθέντα χρόνο, ούτε για ενδεχόμενη επελθούσα αναδρομικά βαθμολογική μεταβολή, ανεξάρτητα του δικαιώματος συμπληρωματικής συντάξεως και δεν υποχρεούνται για τον εν λόγω χρόνο ή τη βαθμολογική αποκατάσταση απόδοσης υπέρ των Τομέων εισφορών. Εκκρεμείς υποθέσεις για διοικητική αποκατάσταση κρίνονται με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

β) Ως χρόνος ασφάλισης στον Τομέα νοείται μόνο ο πραγματικός χρόνος παροχής ενεργού υπηρεσίας (εργασίας) στο Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας, για τον οποίο αποδίδονται στον Τομέα οι ασφαλιστικές εισφορές.

γ) Η προβλεπόμενη παγία εισφορά (κράτηση) ονομασίας δοκίμου Αστυφύλακα σε Αστυφύλακα και δοκίμου Αξιωματικού σε Υπαστυνόμο Β’ των μετόχων του Τ.Π.ΑΣ/Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α. παρακρατείται σε δεκαοκτώ (18) ισόποσες μηνιαίες δόσεις και αποδίδεται με μέριμνα και ευθύνη της Διεύθυνσης Διαχείρισης Χρηματικού του Α.Ε.Α. στον δικαιούχο Τομέα.

δ) Η προβλεπόμενη πάγια εισφορά (κράτηση) ονομασίας δοκίμου Αξιωματικού σε Υπαστυνόμο Β’ των μετόχων των Τομέων Τ.Π.Υ.Α.Π., Τ.Ε.Α.Ε.Χ. και Τ.Ε.Α.Υ.Α.Π. του Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α, παρακρατείται σε έξι (6), δέκα (10) και δέκα (10) ισόποσες μηνιαίες δόσεις αντίστοιχα και αποδίδεται με μέριμνα και ευθύνη της Διεύθυνσης Διαχείρισης Χρηματικού του Α.Ε.Α. στους δικαιούχους Τομείς.

ε. Οφειλή προσωπικού δανείου εκτάκτων αναγκών, βαρύνουσα τον ασφαλισμένο και μη αποδοθείσα στον Τομέα (Πρόνοιας ή Επικουρικής Ασφάλισης) του Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α., τον οποίο αφορά, από οποιαδήποτε αιτία, παρακρατείται, κατά περίπτωση, από το καταβαλλόμενο δικαίωμα (εφάπαξ βοήθημα – επιστροφή εισφορών ή επικουρική σύνταξη), κατά την συνταξιοδότηση του. Στην περίπτωση αυτή υπολογίζεται εντόκως, για μεν τον υπόλοιπο συμβατικό χρόνο του δανείου από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο με το συμπεφωνηθέν επιτόκιο, για δε τον πέραν τούτου χρόνο με το επιτόκιο το προβλεπόμενο για τα αποθεματικά, που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος.

στ. Για την απόσβεση οφειλής προσωπικού δανείου εκτάκτων αναγκών του ασφαλισμένου από Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης, παρακρατείται αυτή συμψηφιστικά από το αντίστοιχο δικαίωμα αυτού στον Τομέα Πρόνοιας του Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α., από τον οποίο ο ασφαλισμένος προέρχεται.

ζ. Κάθε οφειλή προσωπικού δανείου εκτάκτων αναγκών ασφαλισμένων, μη δικαιουμένων για οποιαδήποτε αιτία απολήψεως εφάπαξ βοηθήματος, επιστροφής εισφορών ή επικουρικής σύνταξης, συμψηφίζεται και απο-σβένυται ως απαίτηση του Τομέα με υφιστάμενο δικαίωμα του ασφαλισμένου στο Ταμείο.

η. Οφειλές επικουρικών συντάξεων διοικητικώς απο-καθισταμένων μετόχων Τ.Ε.Α.Ε.Χ., Τ.Ε.Α.Υ.Α.Π. και Τ.Ε.Α.Υ.Π.Σ., επανερχομένων ή μη στην ενεργό υπηρεσία, παρακρατούνται κατά περίπτωση από τις λαμβανόμενες αναδρομικά αποδοχές ενέργειας αυτών και αποδίδονται αντίστοιχα με μέριμνα και ευθύνη της Διεύθυνσης Διαχείρισης Χρηματικού της Ελληνικής Αστυνομίας ή της Διαχείρισης Χρηματικού του Πυροσβεστικού Σώματος στους Τομείς Επικουρικής Ασφάλισης του Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α., για να τύχουν νέας επικουρικής σύνταξης.

3. α. Όπου στην ισχύουσα νομοθεσία προβλέπεται υπαγωγή, κατά οποιονδήποτε τρόπο, του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.) στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών, νοείται, από την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (Α’ 226), το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ιδίως στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ν. 2386/1996 (Α’ 43) και στις διατάξεις του π.δ. 94/2011 (Α’225).

β. Η περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 4024/2011 (Α’ 226) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. α. Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.) υπάγεται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και εποπτεύεται από τη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων.»

4. Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του άρθρου 49 του π.δ-422/1981 (Α’ 114), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του ν. 4024/2011 (Α’ 226), αντικαθίστανται ως εξής:

«3. Ως βασικός μισθός για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται: α) έτη υπηρεσίας έως 31.10.2011» ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου ή βαθμού και το χρονοεπίδομα που έφερε ο υπάλληλος την1 31.10.2011 και β) για τα έτη υπηρεσίας που αντιστοιχούν από 1.11.2011 και μέχρι την έξοδο ο βασικός μισθός τού μισθολογικού κλιμακίου ή βαθμού και χρονοεπιδόματος που φέρει ο υπάλληλος κατά την έξοδο του από την υπηρεσία, τα οποία υπολογιζόμενα σύμφωνα με την παράγραφο 1 δίνουν ποσό α’ υπομερίσματος.

4. Ως «τυχόν άλλες αποδοχές» νοούνται τα επίδομα–τα, οι αποζημιώσεις και τα ποσά που συνεντέλλονται με τις συντάξιμες αποδοχές, αναλόγως των μηνών κατά το* οποία διενεργήθηκε επ’ αυτών η προβλεπόμενη κράτηση από την περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του π.δ. 422/1981, όπως εκάστοτε ισχύει, υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ. και οι οποίες υπολογιζόμενες σύμφωνα με την παράγραφο 1 δίνουν ποσό β’ υπομερίσματος.

5.Το άθροισμα των ποσών των υπομερισμάτων της παραγράφου 1, όπως αναλύονται στις παραγράφους 3 καΐ 4, αποτελεί το συνολικό ποσό του δικαιούμενου μερίσματος, σύμφωνα με τους ακόλουθους μαθηματικούς τύπους, οι οποίοι βέβαια μπορεί να αναπτυχθούν σε περισσότερους ανάλογα με τα κατά περίπτωση επιδόματα – αποζημιώσεις:

Α) α’ υπομέρισμα= (Α.α+Α.β)

Α.α 20% * (ΒΜ + επίδομα χρόνου υπηρεσίας έως 31.10.2011 ) * [ έτη έως 31.10.2011 /35] * Σ

Α.β 20% * (ΒΜ + επίδομα χρόνου υπηρεσίας από 1.11.2011 ) * [ έτη υπηρεσίας από 1.11.2011 /35] * Σ

Β) β’ υπομέρισμα =

20% * («τυχόν άλλες αποδοχές») * [μήνες/420 ] * Σ Μηνιαίο μέρισμα (Μ) = (Α’ υπομέρισμα + β’ υπομέρισμα)».

5. Στο τέλος του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α’ 226) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Επί του ποσού της υπερβάλλουσας μείωσης του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 διενεργείται υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ. η κράτηση που προβλέπει το άρθρο 27 του π.δ. 422/1981.»

6. Η παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4024/2011 και η παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, όπως αντικαταστάθηκαν με τις παραγράφους 4 και 5 του παρόντος νόμου, ισχύουν από την 1.11.2011.

Δ. Οι Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις δύνανται να εντάσσονται κατά την έναρξη λειτουργίας τους σε συγχρηματοδοτούμενα ευρωπαϊκά προγράμματα που υλοποιούνται από τη Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων, από τον ΟΑΕΔ και από άλλους συναρμόδιους φορείς. Το ύψος της επιχορήγησης, τα κριτήρια, οι όροι, οι προϋποθέσεις η διαδικασία και τυχόν άλλα θέματα προσδιορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

Ε. Η παράγραφος 6 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010 (Α’ 212) αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται:

α) το περιεχόμενο, η διαδικασία υποβολής και η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων, αναφορών, ειδοποιήσεων, αναγγελιών και λοιπών στοιχείων, την υποβολή των οποίων ορίζει ο νόμος, προς το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και τους εποπτευόμενους από αυτό οργανισμούς και φορείς και

β) η επιβολή των σχετικών κυρώσεων και προστίμων, καθώς και τα όργανα επιβολής αυτών,

γ) τα ανωτέρω σχετικά με τη διαδικασία της ηλεκτρονικής υποβολής των ανωτέρω εντύπων,

δ) η υποχρεωτικότητα και οι όροι της ηλεκτρονικής υποβολής των εντύπων, καθώς και

ε) κάθε άλλο θέμα που αφορά στη μεταβατική περίοδο από τη χειρόγραφη στην ηλεκτρονική υποβολή εντύπων.»

ΣΤ. Η περίπτωση στ’ της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 (Α’ 48), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως ακολούθως:

«στ. Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις αιτήσεις συνταξιοδότησης, οι οποίες έχουν υποβληθεί μέχρι και τις 4.8.2011. Απορριπτικές αποφάσεις συνταξιοδότησης που εκδόθηκαν βάσει της παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 3996/2011 επί αιτήσεων που υποβλήθηκαν μέχρι και 4.8.2011 ανακαλούνται αυτοδίκαια και τα σχετικά αιτήματα επανακρίνονται με βάση το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς.»

Ζ.1. Στο τέλος της περ. β’ της παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), προτίθενται εδάφια ως εξής:

«Για τον προσδιορισμό των ανωτέρω ασφαλιστικών εισφορών λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού για τον κάθε ασφαλιστικό φορέα – τομέα κύριας και επικουρικής ασφάλισης, καθώς και πρόνοιας, ο ασφαλιστέος μισθός ή το τεκμαρτό ημερομίσθιο της ασφαλιστικής κλάσης ή κατηγορίας, όπως θα διαμορφώνονταν κάθε φορά αν τα πρόσωπα της παραγράφου αυτής συνέχιζαν, κατά περίπτωση, να απασχολούνται ή να αυτοαπασχολούνται ή να ασκούν ελεύθερο επάγγελμα και κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται ασφαλιστέος μισθός ή τεκμαρτό ημερομίσθιο ή το ύψος αυτών υπερβαίνει τον ασφαλιστέο μισθό ή το τεκμαρτό ημερομίσθιο που αντιστοιχεί στην 28η ασφαλιστική κλάση του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, οι ανωτέρω ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί του ασφαλιστέου μισθού ή του τεκμαρτού ημερομισθίου της κλάσης αυτής, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αναγνώρισης, ή προκειμένου για ασφαλισμένους από 1.1.1993 και μετά, επί των αποδοχών της παρ. 2β του άρθρου 22 του ν. 2084/ 1992 που δεν μπορούν να υπερβαίνουν κατά μήνα το οκταπλάσιο του μέσου μηνιαίου κατά κεφαλή ΑΕΠ, αναπροσαρμοζόμενου με το εκάστοτε ποσοστό αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων.

Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών για τον αναγνωριζόμενο χρόνο γίνεται είτε εφάπαξ εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, οπότε παρέχεται έκπτωση 15%, είτε σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων ισούται με τους αναγνωριζόμενους μήνες. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα της κοινοποίησης της απόφασης. Καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται επιβάρυνσή της με τα εκάστοτε προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη.

Ο αναγνωριζόμενος χρόνος αξιοποιείται είτε για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος είτε για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης μόνο μετά την ολοσχερή εξόφληση του ποσού εξαγοράς.»

Η.1. Από την 1.9.2011 και εφεξής, οι μητέρες ανηλίκων- ασφαλισμένες πριν από την 1.1.1983 στα Ειδικά Ταμεία του άρθρου 2 του ν. 3029/2002 (Α’ 160), θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης λόγω γήρατος από τον ασφαλιστικό τους φορέα με τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και του ορίου ηλικίας, όπου αυτό απαιτείται, όπως αυτά διαμορφώνονται σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Η ανηλικότητα του παιδιού αναζητείται κατά τη συμπλήρωση του συντάξιμου χρόνου, όπως αυτός διαμορφώνεται με βάση το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για την κατηγορία αυτών των ασφαλισμένων.

Όσα πρόσωπα της ανωτέρω κατηγορίας έχουν υποβάλλει αίτηση παραίτησης από την υπηρεσία τους και αίτηση συνταξιοδότησης στον φορέα κύριας ασφάλισής τους μέχρι 31.8.2011, θεμελιώνουν δικαίωμα για λήψη σύνταξης σύμφωνα με τις καταστατικές και γενικές διατάξεις των ταμείων τους, εφόσον κατά το χρόνο συμπλήρωσης των 15 ετών ασφάλισης στον ασφαλιστικό τους φορέα συνέτρεχε και η ανηλικότητα του παιδιού.

Συνταξιοδοτικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι 31.8.2011 κατόπιν αιτήσεων που υπεβλήθησαν από ασφαλισμένες της ίδιας ως άνω κατηγορίας, δεν ανακαλούνται.

2. Από την 1.9.2011 και εφεξής, γυναίκες – ασφαλισμένες πριν την 1.1.1983 στα Ειδικά Ταμεία του άρθρου 2 του ν. 3029/2002, θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης λόγω γήρατος από τον ασφαλιστικό τους φορέα με τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και του ορίου ηλικίας, όπου αυτό απαιτείται, όπως αυτά διαμορφώνονται σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για την κατηγορία αυτών των ασφαλισμένων.

Όσα πρόσωπα της ανωτέρω κατηγορίας έχουν υποβάλλει αίτηση παραίτησης από την υπηρεσία τους και αίτηση συνταξιοδότησης στον φορέα κύριας ασφάλισης τους μέχρι 31.8.2011 και έχουν συμπληρώσει συντάξιμο χρόνο τουλάχιστον 21 έτη μέχρι την ημερομηνία παραίτησης, θεμελιώνουν δικαίωμα για λήψη πλήρους ή μειωμένης σύνταξης.

Συνταξιοδοτικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι 31.8.2011 κατόπιν αιτήσεων που υπεβλήθησαν από ασφαλισμένες της ίδιας ως άνω κατηγορίας, δεν ανακαλούνται.

Θ.1. Για το χρονικό διάστημα από 1.10.2009 έως 31.12.2012 οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές (εργοδότη και εργαζομένου), για όλους τους κλάδους κύριας ασφάλισης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, της επικουρικής ασφάλισης του ΕΤΕΑΜ, καθώς και τις ασφαλιστικές εισφορές εκείνες, που το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εισπράττει ή συνεισπράττει υπέρ Φορέων και Κλάδων Κοινωνικής Ασφάλισης, που αφορούν σε εργαζομένους, οι οποίοι: α) μεταφέρθηκαν από την εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ (ΕΝΑΕ)» στην ανώνυμο εταιρεία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ (ΕΤΥΕ)», β) έχουν προβεί σε σχετική καταγγελία στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ διεκδικώντας τις ασφαλιστικές τους εισφορές για το χρονικό διάστημα από 1.10.2009 και εφεξής, γ) ήταν μέχρι 30.9.2009 ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, και δ) συμπληρώνουν μέχρι 31.12.2012 τις προϋποθέσεις πλήρους ή μειωμένης συνταξιοδότησης, συνυπολογιζομένου του χρόνου ασφάλισης από 1.10.2009 μέχρι 31.12.2012, καταβάλλονται από τον ΟΑΕΔ μέσω της χρέωσης του αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ ΟΑΕΔ και ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, μετά την υποβολή σχετικής αιτήσεως στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ.

2. Ο παραπάνω χρόνος ασφάλισης θεωρείται χρόνος πραγματικής ασφάλισης, λαμβάνεται υπ’ όψιν για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για συνταξιοδότηση με πλήρη ή μειωμένη σύνταξη και δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό του εναπομείναντος αριθμού πλασματικών χρόνων της παρ. 18 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει.

3. Καθ’ όλη τη διάρκεια ασφάλισης της παραγράφου 1 οι αναλογούσες εισφορές υπολογίζονται επί των αποδοχών που ελάμβαναν ή δικαιούνταν να λάβουν οι εργαζόμενοι της παραγράφου 1 την 1 η Ιανουαρίου του έτους 2009.

4. Ο ΟΑΕΔ υπεισέρχεται μετά την καταβολή των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών σε όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων και του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά της οφειλέτριας εργοδότριας εταιρείας, δυνάμενος να διεκδικήσει ή να παρακρατήσει όλα τα ποσά που κατέβαλε.

5. Εάν η εργοδότρια εταιρεία καταβάλλει τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, διακόπτεται η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον ΟΑΕΔ αμελλητί, όσες δε εισφορές έχουν εν τω μεταξύ καταβληθεί από τον ΟΑΕΔ, αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθείσες.

6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα ως προς τον τρόπο καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών της παραγράφου 1, τη διαδικασία υποβολής της αιτήσεως στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τα απαραίτητα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομισθούν, το αρμόδιο όργανο που θα εξετάζει τις υποβληθείσες αιτήσεις και τις ενστάσεις σε περίπτωση απόρριψης αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της ρύθμισης.

Θβ. 1. Οι οφειλόμενες συμπληρωματικές ασφαλιστικές εισφορές (εργοδότη και εργαζομένου), για όλους τους κλάδους κύριας ασφάλισης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και της επικουρικής ασφάλισης του ΕΤΕΑΜ, που αφορούν σε πρώην εργαζομένους της εταιρείας T.V.X. Hellas Α.Ε., οι οποίοι εντάχθηκαν στο ειδικό τοπικό πρόγραμμα επανειδίκευσης, κατάρτισης και απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 47 του ν. 3220/ 2004 (Α’ 15), χωρίς να δικαιούνται, κατά την υπαγωγή τους στο πρόγραμμα, ασφάλισης, εκτός της ασφάλισης του κλάδου υγείας, αλλά δικαιώθηκαν μεταγενεστέρως και αναδρομικά πλήρους ασφάλισης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ν. 3867/2010 (Α’ 128), καταβάλλονται από τον ΟΑΕΔ μέσω της χρέωσης του αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ ΟΑΕΔ και ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, μετά την υποβολή σχετικής αιτήσεως στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

2. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα ως προς τον τρόπο καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών της παραγράφου 1, τη διαδικασία υποβολής της αιτήσεως στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τα απαραίτητα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομισθούν, το αρμόδιο όργανο που θα εξετάζει τις υποβληθείσες αιτήσεις και τις ενστάσεις σε περίπτωση απόρριψης αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της ρύθμισης.

Θγ. 1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 3728/2008 (Α’ 258) διαγράφεται η φράση «εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος».

2. Η παρ. 3 του άρθρου 24 του ν. 3728/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι δικαιούχοι του προγράμματος συνεχίζουν να ασφαλίζονται στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για όλους τους κλάδους, στους οποίους ασφαλίζονταν ως μισθωτοί, από το μήνα που έπεται της λύσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, ανεξαρτήτως ημερομηνίας σύναψης της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 προγραμματικής σύμβασης. Ο παραπάνω χρόνος ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για συνταξιοδότηση με πλήρη ή μειωμένη σύνταξη, καθώς και των απαιτούμενων από την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 825/1978 (Α’ 189), όπως ισχύει κάθε φορά, χρονικών προϋποθέσεων. Οι εισφορές για κύρια ασφάλιση υπολογίζονται επί της ανώτερης ασφαλιστικής κλάσης του τελευταίου τριμήνου πριν την καταγγελία ή λύση της σύμβασης, στην οποία κατατάσσονται οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα, βάσει των πράγματι καταβληθεισών αποδοχών τους. Επί της βάσης αυτής, όπως κάθε φορά ισχύει, θα εξακολουθήσει η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών έως τη συμπλήρωση των κατά περίπτωση προϋποθέσεων συνταξιοδότησης των δικαιούχων. Οι εισφορές για επικουρική ασφάλιση υπολογίζονται επί των αυτών ποσών της κύριας ασφάλισης. Όσοι μισθωτοί ήταν ασφαλισμένοι για τουλάχιστον έξι μήνες κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες της εργασίας τους στον κλάδο των βαρέων και ανθυγιεινών ή των οικοδομικών του ΙΚΑ, λόγω της ειδικότητάς τους ή της φύσης της εργασίας τους, θα συνεχίσουν να ασφαλίζονται στον κλάδο αυτόν καθ’ όλη τη διάρκεια του ειδικού προγράμματος. Οι εισφορές για τη συνέχιση της ασφάλισης βαρύνουν το ειδικό πρόγραμμα.

Απαραίτητη προϋπόθεση υπαγωγής στις ρυθμίσεις των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 είναι να προσκομίσουν οι δικαιούχοι στον φορέα υλοποίησης: α) βεβαίωση του ασφαλιστικού τους φορέα από την οποία να προκύπτει ότι οι μέχρι τούδε ασφαλιστικές εισφορές τους έχουν ελεγχθεί και επιβεβαιωθεί προσηκόντως, β) υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α’ 75) όπως εκάστοτε ισχύει, με θεώρηση του γνησίου υπογραφής, στην οποία να δηλώνεται ότι δεν εκκρεμεί καταγγελία εις βάρος τους και δεν διώκονται για αδίκημα απάτης σχετικά με την καταβολή των εισφορών τους στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (κύριας και επικουρικής).»

3. Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης Θγ έχει αναδρομική ισχύ από την έναρξη ισχύος του ν. 3728/2008 (Α’ 258).

Θδ. Η βεβαίωση πιστοποίησης της ιδιότητας των ανέργων α)εγγεγραμμένων στους καταλόγους προσφερομένων προς εργασία του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας και των παραρτημάτων αυτού, β) εγγεγραμμένων στο λογαριασμό ανεργίας προσωπικού ημερήσιων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης και γ) του λογαριασμού ανεργίας τεχνικών τύπου Αθηνών και Θεσσαλονίκης εξομοιούται ως προς τα έννομα αποτελέσματά της με την κάρτα ανεργίας των ανέργων εγγεγραμμένων στα μητρώα του ΟΑΕΔ.

Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από γνώμη των Διοικητικών Συμβουλίων του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας: α)είναι δυνατόν να εφαρμόζονται προγράμματα για τους ανέργους εγγεγραμμένους στους καταλόγους τους αντίστοιχα με αυτά που εφαρμόζονται για τους ανέργους εγγεγραμμένους στα μητρώα του ΟΑΕΔ, β) καθορίζονται οι αρμόδιες υπηρεσίες για την έκδοση της βεβαίωσης πιστοποίησης της ιδιότητας των ανέργων των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 και γ) ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τα δικαιώματα και τις παροχές των εξομοιούμενων ανέργων των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 με τους ανέργους του ΟΑΕΔ.

Θε. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 21 του ν.δ. 2961/1954 (Α’ 197), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3552/2007 (Α’ 77), αντικαθίστανται ως εξής:

«3. Το βασικό επίδομα ανεργίας καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών.

Μέχρι τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης συνεχίζεται το καθεστώς επιδότησης που ίσχυε την 31.12.2011.»

Οι υφιστάμενες παράγραφοι 5, 6, 7, 8 αναριθμούνται σε 4, 5, 6, 7.»

I. Για τον υπολογισμό των ποσών που προβλέπονται από τις κατωτέρω διατάξεις λαμβάνεται υπόψη το ύψος του ποσού του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη της 31.12.2011:

α) η αναγνώριση χρόνων ασφάλισης με εξαγορά των άρθρων 39- 41, 56 του ν. 3996/2011 (Α’ 170), του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 1358/1983 (Α’ 64), του άρθρου 40 παρ. 2 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), του άρθρου 20 του ν. 3232/2004 (Α’ 48),

β) του άρθρου 63 του ν. 2676/1999 (Α’ 1), όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3863/2010 (Α’ 115),

γ) του άρθρου 14 του ν. 3863/2010,

δ) του άρθρου 29 παρ. 3 του ν. 1846/1951 (Α’ 179), όπως ισχύει,

ε) των άρθρων 8 και 17 του π.δ. 419/1983 (Α’ 154), όπως ισχύουν, καθώς και του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 3232/2004 (Α’ 48),

στ) των άρθρων 8 και 17 του π.δ. 419/1980 (Α’ 115), όπως ισχύουν, καθώς και του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 3232/2004 (Α’ 48),

ζ) του άρθρου 25 του ν. 3846/2010 (Α’ 65),

η) του άρθρου 9 παρ. 1 του Κανονισμού Παροχών ΤΕΑΥΕΚ,

θ) όπου από τις κείμενες διατάξεις των Καταστατικών των φορέων επικουρικής ασφάλισης προβλέπεται αναστολή σύνταξης λόγω απασχόλησης συνταξιούχων,

ι) του άρθρου 7 παρ. 1 του ν.1745/1987 (α’ 234) και του άρθρου 9 παρ. 3 του ν. 2458/1997 (Α’ 15),

ια) του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2458/1997 και του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2458/1997, όπως ισχύει.

IΑ. 1. Στις Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές των Υποκαταστημάτων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Νομού Αττικής και των Περιφερειακών Διευθύνσεων του Ο.Α.Ε.Ε. Νομού Αττικής διορίζονται ως Πρόεδροι και μέλη υπάλληλοι που προέρχονται από τη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ειδικότερα, ως Πρόεδροι διορίζονται υπάλληλοι ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ κατηγορίας, Α’ ή Β’ ή Γ’ βαθμού με τους αντίστοιχους αναπληρωτές τους και ως μέλη υπάλληλοι ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ κατηγορίας με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στη ΓΓΚΑ με τους αντίστοιχους αναπληρωτές τους. Ειδικό για τις Τ.Δ.Ε. των λοιπών, πλην περιοχής Αθηνών και Πειραιώς, Υποκαταστημάτων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του Νομού Αττικής και μόνο σε περίπτωση έλλειψης ή αδυναμίας ορισμού των προσώπων του πρώτου εδαφίου, ως Πρόεδροι και μέλη διορίζονται υπάλληλοι εποπτευόμενου οργανισμού, πλην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με τα προσόντα που περιγράφονται στο προηγούμενο εδάφιο.

Στις Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές των Υποκαταστημάτων του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ των υπολοίπων νομών της χώρας διορίζονται ως Πρόεδροι μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί των τακτικών διοικητικών ή πολιτικών δικαστηρίων ή υπάλληλοι ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ κατηγορίας, Α’ ή Β’ ή Γ’ βαθμού του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ή εποπτευόμενου οργανισμού, πλην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ως μέλη υπάλληλοι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ή εποπτευόμενου οργανισμού, πλην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ κατηγορίας, Α’ ή Β’ ή Γ’ βαθμού, με τους αντίστοιχους αναπληρωτές τους. Η αρμοδιότητα υπόδειξης των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ή εποπτευόμενου οργανισμού, πλην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ανήκει στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

Στις Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές των Περιφερειακών Διευθύνσεων του Ο.Α.Ε.Ε. των υπολοίπων νομών της χώρας διορίζονται ως Πρόεδροι και μέλη υπάλληλοι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ή εποπτευόμενου οργανισμού, πλην Ο.Α.Ε.Ε. με τους αναπληρωτές τους, με τα αντίστοιχα προσόντα που περιγράφονται στο προηγούμενο εδάφιο.

Σε όλες τις συνεδριάσεις των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του Ο.Α.Ε.Ε. μετέχουν ως μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου: α) ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης του οικείου Υποκαταστήματος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή της οικείας Περιφερειακής Διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Ε. αντίστοιχα και β) ανάλογα με το θέμα της συνεδρίασης, ο Προϊστάμενος Τμήματος του οικείου Υποκαταστήματος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή της οικείας Περιφερειακής Διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Ε. αντίστοιχα ή υπάλληλοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή του Ο.Α.Ε.Ε. αντίστοιχα Α’ ή Β’ ή Γ’ Βαθμού, οι οποίοι διορίζονται με απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ και του Ο.Α.Ε.Ε. αντίστοιχα.

2. Στα Διοικητικά Συμβούλια των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στις Διοικούσες Επιτροπές του άρθρου 29 του ν. 3655/2008 (Α’ 58) και στο Συμβούλιο Ασφάλισης Τραπέζης της Ελλάδος διορίζονται ως Κυβερνητικοί Επίτροποι και μέλη, όπου η συμμετοχή τους προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις, υπάλληλοι που προέρχονται από τη Γ.Γ.Κ.Α. και είναι οι μεν Κυβερνητικοί Επίτροποι προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης ή Τμήματος, τα δε μέλη προϊστάμενοι Διεύθυνσης ή Τμήματος ή υπάλληλοι ΠΕ ή ΤΕ κατηγορίας με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στη Γ.Γ.Κ.Α.. Για τον Κυβερνητικό Επίτροπο στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και του αναπληρωτή του, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παρ. 7 του άρθρου 77 του ν. 3996/2011 (Α’ 170).

3. Η παράγραφος 4 του άρθρου 33 του ν.702/1977, η οποία είχε καταργηθεί με το εδάφιο γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 1407/1984 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 του ν. 1649/1986 (Α’ 149) και καταργήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010 επαναφέρεται σε ισχύ για τις υποθέσεις εκείνες των οποίων το αντικείμενο είναι άνω των 2.000 ευρώ.

4. Η περίπτωση β’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του π.δ. 422/1981, όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Ενός υπαλλήλου της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προϊσταμένου Διεύθυνσης ή Τμήματος ή υπαλλήλου ΠΕ ή ΤΕ κατηγορίας με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στη Γ.Γ.Κ.Α.».

5. Η περίπτωση γ’ της παραγράφου Β3 του άρθρου 29 του ν. 3655/2008 (Α’ 58), αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Έναν (1) εκπρόσωπο των δικαστικών επιμελητών, που προτείνεται από την Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδος, με τον αναπληρωτή του.»

6. Η περίπτωση β’ της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του α. ν. 1846/1951, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Εκ δύο υπαλλήλων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ βαθμού Α’ ή Β’ και ελλείψει αυτών βαθμού Γ’, οριζομένων από τον Διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως μελών, μετά των αναπληρωτών τους.»

7. Η υποπερίπτωση εε’ της περίπτωσης α’ της παραγράφου 7 του άρθρου 77 του ν.3996/2011 (Α’ 170), αντικαθίσταται ως εξής:

«εε. Έναν υπάλληλο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που προτείνεται από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων ΙΚΑ (ΠΟΣΕ – ΙΚΑ).»

ΙΒ.1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Καταστατικού της Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ, το οποίο περιέχεται στο άρθρο πέμπτο του ν. 3607/2007 (Α’ 245) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«3. Η Εταιρεία συνάπτει σύμβαση, με τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και με το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.) για τις παρεχόμενες προς αυτούς υπηρεσίες, με απευθείας ανάθεση, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού.»

2. Όλες οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που έχουν συναφθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου μεταξύ της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης ή του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.), οι τυχόν παρατάσεις αυτών, καθώς και όλες οι κατά το χρονικό αυτό διάστημα διενεργηθείσες πράξεις και δαπάνες θεωρούνται νόμιμες και παράγουν όλες τις έννομες συνέπειες.

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 13 του Καταστατικού της Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ, το οποίο περιέχεται στο άρθρο πέμπτο του ν. 3607/2007, αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«2. Στις αρμοδιότητες του Δ.Σ. της Εταιρείας περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: α) Η έγκριση προμηθειών, αγαθών και υπηρεσιών για ποσά για τα οποία απαιτείται η διενέργεια τακτικού διαγωνισμού όπως εκάστοτε ισχύουν από τις διατάξεις περί προμηθειών του Δημοσίου. β) Η υποβολή πρότασης στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για έγκριση των όρων, του χρόνου και των προϋποθέσεων εκτέλεσης των εργασιών, του ύψους και του τρόπου της αμοιβής και κάθε άλλου αναγκαίου σχετικού θέματος για την παροχή των υπηρεσιών της Εταιρείας στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, κατόπιν απευθείας ανάθεσης.»

ΙΓ.1. Η παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4019/2011 (Α’ 216) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η σχέση μεταξύ μελών της Κοιν.Σ.Επ, η διοίκηση, η λειτουργία της, καθώς και η λύση της διέπονται από το ν. 1667/1986 (Α’ 196), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν. Δεν εφαρμόζονται το άρθρο 1, οι παράγραφοι 2, 7 και 8 του άρθρου 2, οι παράγραφοι 4 και 6 του άρθρου 3, οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 4, η παράγραφος 2 του άρθρου 5, το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 7, το άρθρο 8, το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 9, το άρθρο 13 και το άρθρο 14 του ν. 1667/1986. Όπου στο ν. 1667/ 1986 αναφέρεται καταχώριση στο «Μητρώο Συνεταιρισμών του ειρηνοδικείου» ή «στο μητρώο της παρ. 3 του άρθρου 1», νοείται το Μητρώο της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του παρόντος.»

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 4019/2011 (Α’ 216) αντικαθίσταται ως εξής:

«2.α) Για τη σύσταση της Κοιν.Σ.Επ. απαιτείται η σύνταξη καταστατικού και η εγγραφή της στο Μητρώο Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2. Από την εγγραφή, η οποία περιλαμβάνει και την καταχώριση του καταστατικού στο Μητρώο, η Κοιν.Σ.Επ. αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Το καταστατικό πρέπει να υπογράφεται από επτά τουλάχιστον πρόσωπα, αν πρόκειται για Κοιν.Σ.Επ. Ένταξης, και από πέντε τουλάχιστον πρόσωπα αν πρόκειται για Κοιν. Σ.Επ. Κοινωνικής Φροντίδας ή Συλλογικού Σκοπού.

β) Το καταστατικό της Κοιν.Σ.Επ. πρέπει να περιέχει τις απολύτως αναγκαίες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο διατάξεις, καθώς και τα ακόλουθα:

αα) Την επωνυμία, την έδρα και το σκοπό της Κοιν.Σ.Επ.. Ως έδρα της Κοιν.Σ.Επ. ορίζεται δήμος. Η επωνυμία της Κοιν.Σ.Επ. ορίζεται από το σκοπό της, το είδος της Κοιν.Σ.Επ. και την έκταση της ευθύνης των μελών της. Ονόματα μελών ή τρίτων δεν περιλαμβάνονται στην επωνυμία της Κοιν.Σ.Επ..

ββ) Τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας ή την επωνυμία και τη διεύθυνση των ιδρυτικών μελών.

γγ) Τους όρους εισόδου και εξόδου των μελών.

δδ) Την έκταση της ευθύνης των μελών όπως ορίζεται στην παράγραφο 8.

εε) Το ύψος της συνεταιριστικής μερίδας.

στστ) Τον ορισμό προσωρινής διοικητικής επιτροπής που θα μεριμνήσει για την έγκριση του και τη σύγκληση της πρώτης γενικής συνέλευσης για ανάδειξη των οργάνων διοίκησης της Κοιν.Σ.Επ..

Κατά τα λοιπά το καταστατικό της Κοιν.Σ.Επ. μπορεί να παραπέμπει στις διατάξεις των οικείων νόμων.

γ) Για τη σύσταση της Κοιν.Σ.Επ. μπορεί να γίνει χρήση πρότυπου καταστατικού, το οποίο συμπληρώνεται από τους ιδρυτές της Κοιν.Σ.Επ. και περιλαμβάνει τα στοιχεία της περ. β’. Το περιεχόμενο του πρότυπου καταστατικού ορίζεται ειδικότερα με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης της παρ. 5 του άρθρου 17.

Ενδεικτικό πρότυπο καταστατικό διατίθεται σε ηλεκτρονική μορφή από το διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

3. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 4019/2011 (Α’ 216) αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής ασφάλισης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της Υπηρεσίας του άρθρου 15, ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα τήρησης και λειτουργίας του Γενικού Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας, κάθε λεπτομέρεια σχετική με τη λειτουργία του, τεχνική ή μη, οι αρμοδιότητες του Τμήματος Κοινωνικής Οικονομίας του άρθρου 14, οι προδιαγραφές και τα κριτήρια πιστοποίησης των νομικών προσώπων που εγγράφονται στα επί μέρους Μητρώα, οι προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εγγραφή τους σε αυτά, οι προϋποθέσεις για τη διαγραφή τους, η μορφή και το περιεχόμενο του προτυποποιημένου καταστατικού της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 3, οι διαδικασίες ελέγχου και κυρώσεων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

Ο τίτλος του άρθρου 17 αντικαθίσταται ως εξής:

«Εξουσιοδοτικές και μεταβατικές διατάξεις»

Στο τέλος του άρθρου 17 προστίθεται νέα παράγραφος 8 ως εξής:

«8. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας του ηλεκτρονικού Μητρώου, οι απαιτούμενες διαδικασίες για την εγγραφή και πιστοποίηση των Κοιν.Σ.Επ., των Κοι.Σ.Π.Ε. και των άλλων φορέων Κοινωνικής Οικονομίας σε αυτό δύνανται να διενεργούνται και χειρόγραφα από το Τμήμα Μητρώου Κοινωνικής Οικονομίας.»

Άρθρο 139
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου άρχεται από της καταθέσεως του στη Βουλή, εκτός αν ορίζεται άλλως από επί μέρους διατάξεις του.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 1 Μαρτίου 2012

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Απόδοση ποσοστού αναπηρίας σε παιδιά, μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη

Ο Συνήγορος του Πολίτη διαμεσολάβησε επιτυχώς σε δύο περιπτώσεις μη απόδοσης ποσοστού αναπηρίας σε παιδιά με συνέπεια την απώλεια επιδόματος αναπηρίας. Στη μία περίπτωση, χορηγήθηκε αναδρομικά επίδομα …

Επέκταση των παθήσεων για τις οποίες η διάρκεια αναπηρίας των ασφαλισμένων καθορίζεται επ' αόριστον

Αυτή είναι η υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 2906/18-11-2013) που καθορίζει τις παθήσεις για τις οποίες η διάρκεια της αναπηρίας των ασφαλισμένων καθορίζεται επ' αόριστον και οι ασφαλισμένοι δεν χρειάζεται …

Άρειος Πάγος: Δεν ισχύουν οι υπερωρίες και οι προσαυξήσεις για οικόσιτους βοηθούς

Οικόσιτοι Οικιακοί μισθωτοί. Η εργασιακή τους σχέση δεν διέπεται από τις ειδικές διατάξεις για το χρόνο εργασίας των μισθωτών, για εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, ημέρες αναπαύσεως, υπερεργασία και …

Εξαιρέσεις από το καθεστώς της διαθεσιμότητας

Εγκύκλιος τού υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης αναφέρει τις εξαιρέσεις από το καθεστώς της διαθεσιμότητας. Διαβάστε τί ισχύει για τους υπαλλήλους με αναπηρία και …

Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία και Προαιρετικό Πρωτόκολλο – Νόμος 4074/2012

Ο σκοπός της παρούσας Σύμβασης είναι η προαγωγή, προστασία και διασφάλιση της πλήρους και ισότιμης απόλαυσης όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών από όλα τα ΑμεΑ και η …

Ν. 4144/2013: Παράταση αναπηρικής σύνταξης σε καθυστερήσεις ΚΕ.Π.Α. – Στο 25% οι ασφαλιστικές εισφορές εργοσήμου

Με τον συγκεκριμένο νόμο (ΦΕΚ Α' 88/18-04-2013) παρατείνεται η καταβολή των συντάξεων κατά 6 μήνες, όταν ο ασφαλισμένος βρίσκεται στη λίστα αναμονής των ΚΕΠΑ (άρθρο 66), ενώ αυξάνονται οι ασφαλιστικές …

Διευκόλυνση Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) στις συναλλαγές τους με τις δημόσιες υπηρεσίες

Το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, προκειμένου να εξασφαλίζονται από τη Δημόσια Διοίκηση σε όλους τους πολίτες ίδιες δυνατότητες άσκησης των δικαιωμάτων τους, …

Οι δυσάρεστες εκπλήξεις της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου για τους ΑμεΑ πάνω στο Ν.4093/2012

Επείγει να διαβάσετε τη νέα Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με θέμα «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων του ν.4046/2012 και του ν.4093/2012» (ΦΕΚ Α' 229/19-11-2012) που έφερε δυσάρεστες αλλαγές για τους …

Κινητικότητα δημοσίων υπαλλήλων – Διαθεσιμότητα – Κατάργηση θέσεων ΙΔΑΧ – Εξαιρέσεις αναπήρων

Διαβάστε τις νέες ρυθμίσεις της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016. Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν.4046/2012 και του …